Οι επαναλαμβανόμενοι καύσωνες επιταχύνουν τη διείσδυση των κλιματιστικών ακόμη και σε ευρωπαϊκές χώρες όπου μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν περιττή πολυτέλεια.
Η προσθήκη νέων κλιματιστικών στη Βορειοδυτική Ευρώπη εκτιμάται ότι θα αυξάνει συστηματικά τη ζήτηση ενέργειας για τις ημέρες του καύσωνα πιέζοντας το ενεργειακό σύστημα. Ενδεικτικά σημειώνεται ότι σύμφωνα με στοιχεία της Eurelectric, κατά τον καύσωνα της περιόδου 23 Ιουνίου–3 Ιουλίου 2025 η ζήτηση ηλεκτρισμού στην ΕΕ είχε αυξηθεί κατά 7,5% σε ετήσια βάση.
Η ακόμα μεγαλύτερη εξάπλωση των κλιματιστικών το 2026 ενισχύει αυτή την τάση, ιδιαίτερα σε Γερμανία, Γαλλία και Βρετανία, αγορές που μέχρι πρόσφατα είχαν σχετικά περιορισμένη ανάγκη θερινής ψύξης. Η ζήτηση συμπίπτει μάλιστα με περιόδους χαμηλής αιολικής παραγωγής, καθώς τα συστήματα υψηλών πιέσεων που προκαλούν τους καύσωνες συνοδεύονται συχνά από ασθενείς ανέμους.
Σύμφωνα με στοιχεία της εταιρείας ερευνών αγοράς NielsenIQ, στη Γερμανία πουλήθηκαν 387.100 φορητά κλιματιστικά και portable split κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, αριθμός αυξημένος κατά 130% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Μόνο τον Ιούνιο οι πωλήσεις έφθασαν τις 290.200 μονάδες, καταγράφοντας ετήσια αύξηση 121%.
Η ανοδική πορεία είχε αρχίσει ήδη το 2025: σύμφωνα με τον γερμανικό κλαδικό φορέα Fachverband Gebäude-Klima, οι πωλήσεις εξωτερικών μονάδων split, multisplit και VRF ξεπέρασαν τις 300.000, από περισσότερες από 250.000 το 2024. Στη Γαλλία, στοιχεία των NielsenIQ και GfK Market Intelligence δείχνουν ότι περίπου 160.000 κλιματιστικά πουλήθηκαν μέσα σε μόλις δύο εβδομάδες, από τις 15 έως τις 28 Ιουνίου 2026, σημειώνοντας αύξηση 66% σε ετήσια βάση. Είχε προηγηθεί η ισχυρή ανάκαμψη του δεύτερου εξαμήνου του 2025: σύμφωνα με τη γαλλική ένωση βιομηχανιών κλιματισμού Uniclima, οι πωλήσεις μικρών συστημάτων air-to-air αυξήθηκαν κατά 31% στο δεύτερο μισό της χρονιάς, λόγω των 27 ημερών καύσωνα.
Στο σύνολο του 2025, πάντως, η γαλλική αγορά παρέμεινε σχεδόν σταθερή, σε περισσότερες από 800.000 μονάδες, καθώς η θερινή άνοδος αντιστάθμισε την πτώση 14% του πρώτου εξαμήνου.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου σύμφωνα με στοιχεία που επικαλούνται το Πανεπιστήμιο του Reading και η National Housing Federation μόνο περίπου 4% των κατοικιών διαθέτει κλιματισμό, η αλυσίδα Currys κατέγραψε αύξηση 330% στις πωλήσεις κλιματιστικών κατά τη διάρκεια ενός θερμού σαββατοκύριακου του Ιουνίου 2026, σε σύγκριση με την προηγούμενη εβδομάδα.
Στην Ισπανία, σύμφωνα με δηλώσεις της ένωσης εμπόρων ηλεκτρικών συσκευών, οι πωλήσεις συστημάτων κλιματισμού αναμενόταν να αυξηθούν περίπου 10% το καλοκαίρι του 2026, ενώ τα αιτήματα για οικιακές εγκαταστάσεις ήταν ήδη 15% υψηλότερα από το 2025. Πρόκειται για πρώιμη εκτίμηση της αγοράς και όχι ακόμη για τελικό ετήσιο αποτέλεσμα.
Η μαζική εγκατάσταση κλιματιστικών δεν μεταβάλλει ακόμη δραματικά τη συνολική ετήσια κατανάλωση ηλεκτρισμού, δημιουργεί όμως ένα νέο και ιδιαίτερα απαιτητικό θερινό φορτίο.
Με βάση τις επιβεβαιωμένες πωλήσεις των NielsenIQ και GfK, οι 547.100 νέες συσκευές που καταγράφηκαν στις συγκεκριμένες περιόδους στη Γερμανία και τη Γαλλία μπορούν, με ενδεικτική μέση ισχύ 1 kW και λειτουργία 300 ωρών ετησίως, να προσθέσουν περίπου 164 GWh ετήσιας κατανάλωσης. Ο αριθμός αυτός αποτελεί υπολογισμό βάσει των πωλήσεων και όχι επίσημη μέτρηση κατανάλωσης. Εάν το 60% έως 70% των νέων συσκευών λειτουργεί ταυτόχρονα κατά τη διάρκεια ενός καύσωνα, το πρόσθετο φορτίο μπορεί να διαμορφωθεί περίπου στα 330–380 MW, με θεωρητικό ανώτατο όριο τα 547 MW.
Το πρόβλημα για τα δίκτυα δεν είναι τόσο το ετήσιο ενεργειακό ισοζύγιο όσο η χρονική συγκέντρωση της ζήτησης στις θερμότερες απογευματινές και βραδινές ώρες, όταν μειώνεται η φωτοβολταϊκή παραγωγή και μπορεί να περιορίζεται η λειτουργία πυρηνικών ή υδροηλεκτρικών μονάδων. Την ευρύτερη τάση αποτυπώνει μελέτη που δημοσιεύτηκε το 2023 στο επιστημονικό περιοδικό Scientific Reports, πριν δηλαδή αρχίσουν οι έντονοι καύσωνες στη Δυτική Ευρώπη. Η μελέτη αναφέρει ότι εάν η διείσδυση των κλιματιστικών στα ευρωπαϊκά νοικοκυριά αυξηθεί από περίπου 19% σε 41% έως το 2050, η ετήσια ζήτηση ηλεκτρισμού εκτιμάται ότι θα αυξηθεί κατά περίπου 34 TWh, δηλαδή κατά 2% σε σχέση με τη σημερινή κατανάλωση που χρησιμοποιεί ως βάση η μελέτη.
Η ίδια έρευνα υπολογίζει ότι σε μια ημέρα με θερμοκρασία άνω των 33°C, περιοχή με διείσδυση κλιματιστικών 70% μπορεί να εμφανίσει αύξηση του φορτίου αιχμής κατά περίπου 36%, έναντι 14% με τη σημερινή μέση ευρωπαϊκή διείσδυση. Η βασική πρόκληση για τα ευρωπαϊκά συστήματα ηλεκτρισμού θα είναι η κάλυψη των ολοένα υψηλότερων και συχνότερων θερινών αιχμών.
Σε αυξανόμενη πίεση η ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας
Η ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας βρίσκεται σήμερα, 13 Αυγούστου 2026, σε καθεστώς αυξημένης πίεσης, χωρίς ωστόσο να αντιμετωπίζει άμεσο κίνδυνο γενικευμένης ανεπάρκειας. Από την πλευρά της ζήτησης, οι διαδοχικοί καύσωνες έχουν αυξήσει σημαντικά την κατανάλωση ηλεκτρισμού για κλιματισμό και ψύξη, διευρύνοντας τις απογευματινές και βραδινές αιχμές.
Η πίεση εντείνεται και από την πλευρά της προσφοράς. Οι υψηλές θερμοκρασίες και η πτώση της στάθμης των ποταμών περιορίζουν την παραγωγή πυρηνικών και υδροηλεκτρικών σταθμών, είτε λόγω έλλειψης νερού είτε λόγω περιορισμών στη θερμοκρασία του νερού ψύξης. Η φωτοβολταϊκή παραγωγή περιορίζει τις τιμές τις μεσημεριανές ώρες, αλλά η έλλειψη επαρκούς αποθήκευσης αφήνει το σύστημα περισσότερο εκτεθειμένο μετά τη δύση του ήλιου.
Παράλληλα, το φυσικό αέριο έχει επιστρέψει στον ρόλο του βασικού παράγοντα διαμόρφωσης των ευρωπαϊκών τιμών ηλεκτρισμού. Η τμή του συμβολαίου αναφοράς TTF ξεπέρασε προσωρινά τα €62/MWh, πλησιάζοντας τα υψηλά που είχαν καταγραφεί μετά την κλιμάκωση της κρίσης στο Ιράν. Η αύξηση οφείλεται στην ισχυρότερη ζήτηση από ηλεκτροπαραγωγούς, στη συντήρηση του νορβηγικού κοιτάσματος Ormen Lange και στους περιορισμούς των μεταφορών LNG μέσω των Στενών του Ορμούζ. Τα ευρωπαϊκά αποθέματα φυσικού αερίου βρίσκονται περίπου στο 58%, χαμηλότερα από τα συνήθη εποχικά επίπεδα, γεγονός που προκαλεί ανησυχία για την αναπλήρωσή τους πριν από τον χειμώνα. Η Ευρώπη διαθέτει προς το παρόν επαρκή παραγωγή και διασυνοριακή υποστήριξη, αλλά η ταυτόχρονη αύξηση της ζήτησης, η μειωμένη υδροηλεκτρική και πυρηνική διαθεσιμότητα και η ακριβότερη τροφοδοσία φυσικού αερίου καθιστούν την αγορά εξαιρετικά ευαίσθητη σε κάθε νέα διαταραχή.
www.worldenergynews.gr






