Η δημιουργία ανταγωνιστικών προϊόντων μεταφοράς φυσικού αερίου προς τα Δυτικά Βαλκάνια και την Κεντρική Ευρώπη, οι νέες επενδύσεις στις υποδομές και η προσαρμογή του ρυθμιστικού πλαισίου αποτελούν τις βασικές προϋποθέσεις ώστε η Ελλάδα να αξιοποιήσει τη μεγάλη ευκαιρία που δημιουργεί η αναδιάταξη της ευρωπαϊκής αγοράς φυσικού αερίου. Αυτό ήταν το βασικό μήνυμα του Κώστα Σιφναίου, Αντιπροέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της Gastrade, κατά την τοποθέτησή του στο δεύτερο μέρος της εσπερίδας της ΡΑΑΕΥ, που επικεντρώθηκε στο φυσικό αέριο και στις γεωστρατηγικές ενεργειακές υποδομές, με αντικείμενο τον ρόλο της Ελλάδας ως πύλης προς τη Νοτιοανατολική και την Κεντρική Ευρώπη.
Η σταδιακή αποχώρηση του ρωσικού φυσικού αερίου από τις αγορές της περιοχής δημιουργεί, και η αύξηση της ζήτησης λόγω υποκατάστασης του άνθρακα από φυσικό αέριο, δημιουργεί σύμφωνα με τον κ. Σιφναίο, ένα μεγάλο κενό εφοδιασμού και ταυτόχρονα μια σημαντική εμπορική ευκαιρία για την Ελλάδα. Χώρες που μέχρι σήμερα στηρίζονταν σε μεγάλο βαθμό στις ρωσικές προμήθειες θα πρέπει να αναζητήσουν εναλλακτικές πηγές, ενώ οι συνολικές ανάγκες της ευρύτερης περιοχής σε αέριο αυξάνονται. Η Ελλάδα, με τις υποδομές LNG και την ανάπτυξη του Κάθετου Διαδρόμου, μπορεί να διεκδικήσει σημαντικό μέρος αυτών των ποσοτήτων, χωρίς ωστόσο να είναι η μόνη πύλη που θα ανταγωνιστεί για αυτή την αγορά.
Ανταγωνιστικά προϊόντα και συνεργασία με τις χώρες του Διαδρόμου
Κρίσιμο επόμενο βήμα, όπως σημείωσε, είναι να αρχίσουν να διαμορφώνονται ανταγωνιστικά προϊόντα μεταφοράς με κατεύθυνση τις νέες αγορές. Η επέκταση προς τη Σερβία και ευρύτερα προς τα Δυτικά Βαλκάνια αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς μέσω αυτής ανοίγει ο δρόμος προς αγορές της Κεντρικής Ευρώπης, όπως η Ουγγαρία και η Σλοβακία, που βρίσκονται στο επίκεντρο της προσπάθειας αντικατάστασης του ρωσικού αερίου.
«Πρέπει να αρχίσουμε να αναπτύσσουμε προϊόντα προς αυτή την κατεύθυνση», ήταν το μήνυμά του, υπογραμμίζοντας ότι αυτό προϋποθέτει στενή συνεργασία με τις χώρες κατά μήκος της διαδρομής. Παράλληλα, θα απαιτηθούν νέες επενδύσεις, το ακριβές εύρος των οποίων μένει να προσδιοριστεί. Όπως εξήγησε, θα πρέπει να εξεταστούν ξεχωριστά οι ανάγκες κάθε χώρας και να εντοπιστούν οι παρεμβάσεις που απαιτούνται ώστε οι ποσότητες να μπορούν να κινηθούν ανταγωνιστικά από την Ελλάδα προς τις τελικές αγορές.
Η ανταγωνιστικότητα του Κάθετου Διαδρόμου, άλλωστε, δεν αποτελεί μόνο τεχνικό ζήτημα. Καθοριστικός παράγοντας είναι και το συνολικό κόστος μεταφοράς, καθώς το αέριο που ξεκινά από την Ελλάδα πρέπει να διασχίσει διαδοχικά συστήματα μέχρι να φτάσει στις αγορές της Κεντρικής Ευρώπης. Η ύπαρξη της υποδομής από μόνη της δεν αρκεί εάν το τελικό προϊόν δεν μπορεί να ανταγωνιστεί τις εναλλακτικές οδούς εφοδιασμού.
Αλλαγές στο ρυθμιστικό πλαίσιο
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε ο επικεφαλής της Gastrade και στην ανάγκη επανεξέτασης του υφιστάμενου ρυθμιστικού πλαισίου. Οι νέες συνθήκες στην ευρωπαϊκή αγορά και ο διαφορετικός πλέον ρόλος των υποδομών απαιτούν, όπως ανέφερε, να εξεταστεί κατά πόσο οι σημερινοί κανόνες ανταποκρίνονται στις ανάγκες που δημιουργούνται.
Στο επίκεντρο βρίσκεται κυρίως ο τρόπος με τον οποίο μπορούν να υποστηριχθούν επενδύσεις που ενισχύουν την ανθεκτικότητα και την ασφάλεια του συστήματος. Ο κ. Σιφναίος διευκρίνισε ότι η συζήτηση δεν αφορά κινήσεις έξω από το ευρωπαϊκό ρυθμιστικό πλαίσιο, αλλά την προσαρμογή του στις νέες πραγματικές ανάγκες της αγοράς. Όπως επισήμανε, χρειάζονται ταυτόχρονα επενδύσεις σε υποδομές και αλλαγές στη ρύθμιση, ώστε να δημιουργηθεί ο απαραίτητος χώρος για ανάπτυξη και να ενισχυθεί η οικονομική δραστηριότητα.
Έλλειμμα 19 bcm έως το 2030 στον Κάθετο Διάδρομο
Το μέγεθος της ευκαιρίας αποτυπώθηκε και στα στοιχεία που παρουσίασε η Gastrade για τις χώρες του Κάθετου Διαδρόμου. Σύμφωνα με τη σχετική παρουσίαση, η συνολική ζήτηση φυσικού αερίου στην περιοχή εκτιμάται ότι θα φτάσει τα 74,1 δισ. κυβικά μέτρα ετησίως το 2030, ενώ προκύπτει περιφερειακό έλλειμμα προσφοράς 19 bcm ετησίως.
Μέρος του κενού, περίπου 7-8 bcm τον χρόνο, εκτιμάται ότι μπορεί να καλυφθεί από το κοίτασμα Neptun Deep της Ρουμανίας, αφήνοντας περίπου 12 bcm που, σύμφωνα με την παρουσίαση, θα πρέπει να καλυφθούν κυρίως μέσω εισαγωγών LNG. Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο απαιτητική από το 2027, καθώς η παρουσίαση υπολογίζει σε 16-17 bcm ετησίως το πρόσθετο έλλειμμα που θα δημιουργήσει η αναμενόμενη κατάργηση των ρωσικών προμηθειών. Το συμπέρασμα που συνοδεύει τα στοιχεία είναι σαφές: διαμορφώνεται ανάγκη για LNG –με ιδιαίτερη αναφορά στο αμερικανικό LNG– που θα καλύψει το έλλειμμα εφοδιασμού σε μακροπρόθεσμη βάση.
Σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα διαθέτει ένα σημαντικό πλεονέκτημα ως χώρα εισόδου LNG στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Το ζητούμενο, όπως προκύπτει από την τοποθέτηση του κ. Σιφναίου, είναι η γεωγραφική αυτή θέση να μετατραπεί σε εμπορικά ανταγωνιστική διαδρομή, με τις κατάλληλες υποδομές, επαρκή δυναμικότητα, συντονισμένους κανόνες και προϊόντα μεταφοράς που θα μπορούν να οδηγήσουν το LNG από τις ελληνικές πύλες έως τις αγορές όπου δημιουργείται το νέο κενό εφοδιασμού.
www.worldenergynews.gr






