AD
Ενέργεια & Αγορές

Ενεργειακό κόστος: Συμβόλαια VBL και νέες υπηρεσίες για τις επιχειρήσεις στην αντιμετώπιση της κρίσης

Ενεργειακό κόστος: Συμβόλαια VBL και νέες υπηρεσίες για τις επιχειρήσεις στην αντιμετώπιση της κρίσης

Το κρίσιμο timing για το «κλείδωμα» της τιμής - Όποιος αγοράζει για την επόμενη ημέρα ή για τον επόμενο μήνα εκτίθεται στις τρέχουσες τιμές της spot αγοράς ενώ μια εταιρεία μπορεί από το καλοκαίρι του 2026 να αρχίσει να εξασφαλίζει μέρος ή το σύνολο των ενεργειακών αναγκών της για το 2027 

 

Με τη χονδρεμπορική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα στα 158,9 ευρώ/MWh τις πρώτες 11 ημέρες του Σεπτεμβρίου 2026, αυξημένη κατά 61% από την αντίστοιχη περσινή περίοδο, οι επιχειρήσεις ανησυχούν και αναζητούν λύσεις. Τα μακροπρόθεσμα συμβόλαια ενέργειας με προμηθευτές, αποτελούν μια λύση που δημιουργεί ασφάλεια και σταθερότητα, ωστόσο, κερδισμένοι είναι όσες επιχειρήσεις προνοούν και τα κλείνουν  εγκαίρως πριν οι τιμές τραβήξουν την ανοδική πορεία.

Γιατί μπορεί οι επιχειρήσεις που επέλεξαν πέρυσι, να κλειδώσουν τιμές με ένα μακροπρόεθσμο συμβόλαιο να είναι κερδισμένες, καθώς εξασφάλισαν μια τιμή που τους προστατεύει από τις έντονες διακυμάνσεις, ωστόσο δεν θα έχουν την ίδια ευκαιρία αν το κάνουν αυτό όταν οι τιμές είναι ανοδικές. Κρίσιμο στοιχείο είναι η στιγμή που μια εταιρεία επιλέγει να κλείσει το μακροχρόνιο συμβόλαιο, καθώς αν το αφήσει για την εποχή που η τιμή ενέργειας αυξάνεται είναι δύσκολο να εξασφαλίσει ανταγωνιστική τιμή.

Η βασική πρόκληση για τις επιχειρήσεις, επομένως,  είναι να αποφασίσουν πότε πρέπει να κλειδώσουν την τιμή τους. Όποιος αγοράζει για την επόμενη ημέρα ή για τον επόμενο μήνα εκτίθεται στις τρέχουσες τιμές της spot αγοράς. Αντίθετα, μια εταιρεία μπορεί από το καλοκαίρι του 2026 να αρχίσει να εξασφαλίζει μέρος ή το σύνολο των ενεργειακών αναγκών της για το 2027.

«Σε ένα ενεργειακό περιβάλλον που χαρακτηρίζεται ως VUCA (Volatile, Uncertain, Complex and Ambiguous), δηλαδή ευμετάβλητο, αβέβαιο, σύνθετο και ασαφές, η επιλογή των VBL δημιουργεί μια σταθερότητα αφού προϋπολογίζει και προεξοφλεί το κόστος ενέργειας. Και είναι μια επιλογή που είναι πιο εύκολη για μεγάλες ή πολυεθνικές εταιρείες που είναι ώριμες και λειτουργούν με στρατηγική παρά με μικρότερες που εφησυχάζουν όταν οι τιμές είναι στάσιμες  και δε διαβάζουν σωστά τις τάσεις», σημειώνει στέλεχος της αγοράς.

Τι είναι τα VBL και τα πλεονεκτήματά τους

Τα VBL (Virtual Baseload) είναι μακροχρόνια συμβόλαια προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, σχεδιασμένα κυρίως για μεγάλες επιχειρήσεις και βιομηχανικούς καταναλωτές. Μέσω ενός VBL ο πελάτης εξασφαλίζει σταθερή τιμή για συγκεκριμένη ποσότητα ενέργειας και για συμφωνημένη χρονική περίοδο, περιορίζοντας την έκθεσή του στις έντονες διακυμάνσεις της χονδρεμπορικής αγοράς. Η ενέργεια καλύπτεται συνήθως από συνδυασμό ΑΠΕ και ευέλικτης παραγωγής, όπως οι μονάδες φυσικού αερίου, ώστε να διαμορφώνεται ένα σταθερό φορτίο βάσης που ακολουθεί καλύτερα το καταναλωτικό προφίλ της επιχείρησης.

Όταν η χονδρεμπορική τιμή υπερβαίνει τη συμφωνημένη, ο πελάτης αντισταθμίζεται, ενώ όταν είναι χαμηλότερη εφαρμόζεται η αντίστροφη εκκαθάριση. Έτσι αποκτά μεγαλύτερη προβλεψιμότητα στο ενεργειακό κόστος και προστασία από τις απότομες αυξήσεις των τιμών.

Κρίσιμο πλεονέκτημα αποτελεί η δυνατότητα ενός προμηθευτή να προσφέρει σταθερή τιμή για μεγάλο χρονικό διάστημα. Για να κλειδώσει ένα συμβόλαιο δύο, τριών ή ακόμη και πέντε ετών, χρειάζεται να έχει εξασφαλίσει από νωρίς το ενεργειακό κόστος. Στην περίπτωση ενός καθετοποιημένου ομίλου με μονάδες φυσικού αερίου, αυτό σημαίνει ότι πρέπει να αγοράσει εγκαίρως το καύσιμο που θα χρησιμοποιηθεί στους σταθμούς του και να καλύψει τις αντίστοιχες χρηματοοικονομικές εγγυήσεις.

 Η διαδικασία απαιτεί συνεργασία μεταξύ της εμπορικής διεύθυνσης, του treasury και των δραστηριοτήτων trading. Για την αγορά φυσικού αερίου δύο ή τρία χρόνια μπροστά χρειάζονται πιστωτικά όρια, πρόσβαση στις τράπεζες και στις χρηματιστηριακές αγορές, καθώς και σημαντική χρηματοδοτική δυνατότητα. Ο προμηθευτής αγοράζει σήμερα το καύσιμο που θα καταναλωθεί μελλοντικά, ενώ θα εισπράξει από τον πελάτη του σταδιακά, κατά τη διάρκεια της σύμβασης.

 Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η παροχή πολυετών σταθερών τιμών απαιτεί εταιρείες με μεγάλος μέγεθος, ισχυρό ισολογισμό και δυνατότητα αντιστάθμισης κινδύνου. Η διάρκεια ενός τέτοιο συμβολαίου, μπορεί να φτάσει έως και τα πέντε χρόνια, αν και για τους περισσότερους πελάτες τα συμβόλαια ενός ή δύο ετών παραμένουν η συνηθέστερη επιλογή. Σε μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα αυξάνεται η αβεβαιότητα τόσο για την αγορά όσο και για την ίδια την επιχείρηση.

Οι πρόσθετες υπηρεσίες

Ο ρόλος του προμηθευτή διευρύνεται, καθώς καλείται να σταθεί συμβουλευτικά δίπλα στην επιχείρηση και να τη βοηθήσει να επιλέξει την κατάλληλη χρονική στιγμή, τη διάρκεια και το ποσοστό της κατανάλωσης που θα καλυφθεί με σταθερή τιμή. Η απόφαση εξαρτάται από το επίπεδο τιμών που μπορεί να αντέξει κάθε επιχείρηση, τις προβλέψεις για την αγορά και την ανοχή της στον κίνδυνο.

 Η συνεργασία, επομένως, δεν περιορίζεται σε μια απλή συναλλαγή αγοράς και πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας. Οι προμηθευτές επιδιώκουν να κατανοήσουν το παραγωγικό και οικονομικό προφίλ του πελάτη, να αναλάβουν μέρος της αβεβαιότητας και να σχεδιάσουν μια ολοκληρωμένη στρατηγική ενεργειακού κόστους.

 Παράλληλα, οι μεγάλοι προμηθευτές επεκτείνονται σε υπηρεσίες ενεργειακής διαχείρισης, όπως το optimization και το demand response. Μέσω αυτών μπορούν να μετακινούν την κατανάλωση μιας επιχείρησης σε ώρες χαμηλότερων τιμών, να περιορίζουν τις αιχμές φορτίου και να αξιοποιούν την ευελιξία των εγκαταστάσεών της.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και επενδύσεις σε φωτοβολταϊκά, συστήματα αυτοκατανάλωσης, αποθήκευση και άλλες ενεργειακές υποδομές. Ο πάροχος μπορεί να αναλάβει ο ίδιος το κεφαλαιουχικό κόστος και την ιδιοκτησία του έργου, απαλλάσσοντας την επιχείρηση από την ανάγκη να διαθέσει δικά της κεφάλαια. Ο πελάτης αποκτά πρόσβαση σε χαμηλότερο και περισσότερο προβλέψιμο ενεργειακό κόστος, ενώ ο προμηθευτής αναλαμβάνει την κατασκευή, τη χρηματοδότηση και τη λειτουργία του ενεργειακού asset.

Τα μερίδια στην αγορά

Περιθώρια περαιτέρω ενίσχυσης του ανταγωνισμού διαμορφώνονται στην αγορά προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας προς επιχειρήσεις, καθώς τα μερίδια στη μέση τάση εμφανίζονται σχετικά ισορροπημένα μεταξύ των μεγαλύτερων παρόχων. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται μεγάλες βιομηχανικές και εμπορικές επιχειρήσεις, τηλεπικοινωνιακοί όμιλοι, ξενοδοχεία, τράπεζες και αλυσίδες σούπερ μάρκετ, ενώ σημαντικό τμήμα της κατανάλωσης αντιστοιχεί και στον δημόσιο τομέα.

Η εικόνα της αγοράς δείχνει ότι, εάν αφαιρεθούν οι συμβάσεις του Δημοσίου, οι διαφορές μεταξύ των βασικών προμηθευτών περιορίζονται αισθητά. Όσον αφορά τα μεγαλύτερα μερίδια στην αγορά στο 35% εκτιμάται το μερίδιο της ΔΕΗ και από 23%   το μερίδιο της Metlen, και 23% το μερίδιο των Ηρων- nrg .Αυτό σημαίνει ότι η μέση τάση παραμένει μια ανοικτή και ανταγωνιστική αγορά, στην οποία οι εταιρείες επιχειρούν να διαφοροποιηθούν μέσα από τη διάρκεια των συμβολαίων, τη διαχείριση του ενεργειακού κινδύνου και τις πρόσθετες υπηρεσίες που προσφέρουν στους πελάτες τους.


www.worldenergynews.gr




Ρoή Ειδήσεων

Δείτε επίσης