Περικοπές, αποθήκευση, ρωσικό αέριο και τιμές αερίου είναι οι προκλήσεις στην ελληνική αγορά ενέργειας σύμφωνα με όσα είπαν ο προεδρος του ΙΕΝΕ Κώστας Σταμπολής και ο καθηγητής Παντελής Μπίσκας, εστιάζοντας στην ασφάλεια εφοδιασμού, στο υψηλό κόστος για τον τελικό καταναλωτή, στην ανάπτυξη της αποθήκευσης και στις αλλαγές που απαιτούνται στη λειτουργία της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας.
Όπως επισήμανε, ο κ. Μπίσκας ζητήματα που μέχρι πρότινος απασχολούσαν κυρίως την ενεργειακή και επιστημονική κοινότητα έχουν πλέον μεταφερθεί στο επίκεντρο της πολιτικής ατζέντας. Εξαγγελίες για μειώσεις του ενεργειακού κόστους ωστόσο τόνισε ότι θα πρέπει να αξιολογούνται με τεχνικά και οικονομικά κριτήρια: εάν είναι εφικτές, με ποια μέτρα μπορούν να επιτευχθούν και σε ποιο χρονικό διάστημα.
Φυσικό αέριο: Επάρκεια, υψηλό κόστος και το «γκρίζο» σημείο της Τουρκίας
Η ασφάλεια του εφοδιασμού με φυσικό αέριο δεν αποτελούσε πριν από λίγα χρόνια κυρίαρχο θέμα στη δημόσια συζήτηση. Οι προμήθειες από τη Ρωσία, την Αλγερία και το Αζερμπαϊτζάν θεωρούνταν σε μεγάλο βαθμό δεδομένες, ενώ σήμερα οι γεωπολιτικές ανατροπές και οι αλλαγές στις διεθνείς ροές έχουν καταστήσει την επάρκεια καυσίμου κρίσιμο ζήτημα για την Ευρώπη.
Σήμερα, όπως εξήγησε ο κ. Σταμπολής, η ευρωπαϊκή αγορά έχει διαφοροποιήσει σημαντικά τις πηγές εφοδιασμού της, αυξάνοντας τις εισαγωγές LNG και τις ποσότητες που προέρχονται από άλλους προμηθευτές. Παράλληλα, άλλαξε και ο τρόπος τιμολόγησης μεγάλου μέρους του ρωσικού αερίου. Τα παλαιότερα συμβόλαια που συνδέονταν με τις τιμές του πετρελαίου, τα λεγόμενα oil-indexed contracts, αντικαταστάθηκαν σε μεγάλο βαθμό από συμβόλαια συνδεδεμένα με τον δείκτη TTF.
Σύμφωνα με τον κ. Σταμπολή, η αλλαγή αυτή, η οποία είχε ζητηθεί και από την ευρωπαϊκή πλευρά, είχε ως συνέπεια το ρωσικό αέριο να καταστεί ακριβότερο συγκριτικά με τις τιμές που ίσχυαν στα παλαιότερα συμβόλαια. Η Gazprom παρέχει κατά περίπτωση εκπτώσεις, οι οποίες της επιτρέπουν να διατηρεί μέρος της αγοράς, αλλά το ακριβές ύψος τους δεν είναι γνωστό, καθώς αποτελεί στοιχείο ιδιωτικών εμπορικών συμφωνιών.
Οι εκπτώσεις αυτές ενδέχεται να εκλείψουν εάν η Ευρώπη προχωρήσει στην πλήρη αντικατάσταση του ρωσικού αερίου με LNG. Ωστόσο, η αλλαγή δεν είναι βέβαιο ότι θα προκαλέσει αντίστοιχα μεγάλη επιβάρυνση στις τιμές, καθώς η διεθνής αγορά LNG γίνεται περισσότερο ανταγωνιστική, σημείωσε.
Η αύξηση των διαθέσιμων ποσοτήτων από τις ΗΠΑ, την Αυστραλία, το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, σε συνδυασμό με τις ροές αγωγών από παραγωγούς όπως η Νορβηγία, ενισχύει τη διαφοροποίηση των προμηθειών. Η αυξημένη προσφορά έχει καλύψει σημαντικό μέρος του κενού που προκάλεσε ο περιορισμός των ρωσικών ροών και, κατά τον καθηγητή, μειώνει τον κίνδυνο επιστροφής των τιμών στα ακραία επίπεδα της κορύφωσης της ενεργειακής κρίσης.
Το ερώτημα για το TurkStream
Περισσότερο σύνθετη, σημείωσε ο κ. Σταμπολής, είναι η εφαρμογή μιας πλήρους απαγόρευσης του ρωσικού φυσικού αερίου. Οι εναπομείνασες ποσότητες ρωσικού αερίου προς τη Νοτιοανατολική και την Κεντρική Ευρώπη μεταφέρονται κυρίως μέσω του TurkStream, περνούν στην Τουρκία και στη συνέχεια στη Βουλγαρία, με τελικούς προορισμούς μεταξύ άλλων την Ελλάδα, τη Σερβία, τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη και τη Σλοβακία.
Η Τουρκία προμηθεύεται αέριο από πολλές διαφορετικές πηγές: από τη Ρωσία και το Αζερμπαϊτζάν, από τη δική της παραγωγή στη Μαύρη Θάλασσα, καθώς και από εισαγωγές LNG. Έχει, επομένως, τη δυνατότητα να αναμειγνύει τις ποσότητες στο εθνικό της σύστημα και να εξάγει προς την Ευρώπη ένα «τουρκικό μείγμα», το λεγόμενο Turkish basket, εξήγησε. Και γι αυτό είναι δύσκολο να προσδιοριστεί με φυσικό τρόπο ποιο μέρος του αερίου έχει ρωσική προέλευση. Το βασικό ζήτημα μιας μελλοντικής ευρωπαϊκής απαγόρευσης δεν θα είναι, συνεπώς, μόνο η πολιτική απόφαση, αλλά και η δυνατότητα αξιόπιστης πιστοποίησης της πραγματικής προέλευσης του καυσίμου.
Σχετικά με το φυσικό αέριο, σημείωσε ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα για την Ευρώπη δεν είναι η επάρκεια αλλά η τιμή. Και τόνισε ότι το φυσικό αέριο στην Ευρώπη κόστιζε περίπου 80–82 ευρώ ανά MWh, δηλαδή περίπου 22 δολάρια ανά εκατομμύριο Btu, όταν στο αμερικανικό Henry Hub η τιμή βρισκόταν κοντά στα 2,5 δολάρια.
Η σχεδόν δεκαπλάσια ευρωπαϊκή τιμή έναντι της αμερικανικής έχει σοβαρές συνέπειες για την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας και θα πρέπει, τόνισε να απασχολήσει την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις εθνικές κυβερνήσεις περισσότερο από τον κίνδυνο φυσικής έλλειψης καυσίμου.
Σημαντικές οι μπαταρίες και για την αγορά εξισορρόπησης
Μιλώντας για την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, ο κ. Μπίσκας τόνισε ότι η ανάπτυξη της αγοράς μπαταριών αποτελεί πολιτική απόφαση και συνέδεσε απόλυτα την παρουσία των μπαταριών στο σύστημα με την επίτευξη χαμηλών τιμών ενέργειας. «Σε μια ώριμη αγορά θα αναμενόταν ο αριθμός των έργων να προσδιορίζεται πρωτίστως από το επενδυτικό ενδιαφέρον, τη διαθεσιμότητα ηλεκτρικού χώρου και τις εκτιμήσεις των ίδιων των επενδυτών για τη βιωσιμότητά τους. Στην Ελλάδα, αντιθέτως, ο ρυθμός διείσδυσης της αποθήκευσης καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από πολιτικές αποφάσεις και διοικητικές διαδικασίες», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Απαντώντας στο ερώτημα ποιες παρεμβάσεις μπορούν να μειώσουν τις τιμές και να βελτιώσουν τη λειτουργία της αγοράς, ο κ. Μπίσκας τοποθέτησε στην πρώτη θέση την επιτάχυνση της αποθήκευσης. Όπως επισήμανε, δεν απαιτείται κατ’ ανάγκην ένας μακρύς κατάλογος μέτρων. Μία βασική παρέμβαση μπορεί να επηρεάσει ταυτόχρονα πολλά προβλήματα: η χορήγηση όρων σύνδεσης στα έργα αποθήκευσης που περιμένουν εδώ και χρόνια.
Οι αιτήσεις υποβάλλονται από το 2021, αλλά πολλοί επενδυτές εξακολουθούν να μην έχουν λάβει τους αναγκαίους όρους για να κατασκευάσουν και να συνδέσουν τα έργα τους. Η αποθήκευση δεν μπορεί να εισέλθει «μαγικά» στο σύστημα, εάν δεν αρθεί προηγουμένως αυτό το διοικητικό εμπόδιο. Η ανάπτυξη των μπαταριών θα περιόριζε τις περικοπές των ΑΠΕ, θα μετέφερε φθηνότερη ενέργεια στις ώρες υψηλής ζήτησης, θα ενίσχυε την ευστάθεια του συστήματος και θα αύξανε τον ανταγωνισμό στην αγορά εξισορρόπησης.
Όπως εξήγησε το όφελος των μπαταριών δεν περιορίζεται στο arbitrage, δηλαδή στη δυνατότητα αποθήκευσης ενέργειας σε χαμηλή τιμή το μεσημέρι και την απελευθέρωσή της στην αγορά τις ώρες που δε λειτουργούν οι ΑΠΕ. Εξίσου σημαντική είναι όπως είπε, η δυνατότητά τους να συμμετέχουν στην αγορά εξισορρόπησης, μέσω της οποίας ο ΑΔΜΗΕ διατηρεί σε πραγματικό χρόνο την ισορροπία μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης.
Σήμερα στην ελληνική αγορά εξισορρόπησης δραστηριοποιείται περιορισμένος αριθμός μεγάλων παραγωγών. Οι συνθήκες αυτές περιορίζουν την ένταση του ανταγωνισμού και συμβάλλουν στη διατήρηση σε υψηλά επίπεδα του κόστους των εφεδρειών και της ενέργειας εξισορρόπησης, το οποίο τελικά μετακυλίεται στους καταναλωτές.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλέστηκε ο κ. Μπίσκας, το σχετικό κόστος στην Ελλάδα διαμορφώνεται περίπου στα 20–25 ευρώ ανά MWh, όταν σε πολλές ευρωπαϊκές αγορές κινείται μεταξύ 5 και 7 ευρώ και στις ακριβότερες περιπτώσεις πλησιάζει τα 10 ευρώ ανά MWh.
Οι μπαταρίες μπορούν να απορροφούν ή να παρέχουν ενέργεια με πολύ μεγάλη ταχύτητα και αποτελούν ιδανικούς παρόχους υπηρεσιών εξισορρόπησης. Η συμμετοχή τους θα διεύρυνε τον αριθμό των παικτών, θα ενίσχυε τον ανταγωνισμό και θα μπορούσε να συμπιέσει το σχετικό κόστος.
Το αυξημένο κόστος της αγοράς εξισορρόπησης αποδίδεται για τον κ. Μπίσκα στον συνδυασμό του ρυθμιστικού πλαισίου και του μικρού αριθμού συμμετεχόντων. Οι δύο παράγοντες λειτουργούν μαζί, αλλά καθοριστικό στοιχείο παραμένει ο ανταγωνισμός. Όποια ρύθμιση και εάν εφαρμοστεί, όταν οι συμμετέχοντες είναι μόνο τέσσερις ή πέντε, το αποτέλεσμα θα παραμένει περιορισμένο.
www.worldenergynews.gr






