Από το Ορμούζ και τους καύσωνες έως τα ευάλωτα δίκτυα και τις εφοδιαστικές αλυσίδες, πολλαπλές απειλές συγκλίνουν και αυξάνουν τον κίνδυνο μιας νέας μεγάλης ενεργειακής αναταραχής σύμφωνα με το OilPrice
Η επόμενη παγκόσμια ενεργειακή κρίση μπορεί να μην προκληθεί από ένα μεμονωμένο γεγονός, αλλά από την ταυτόχρονη εκδήλωση πολλών διαφορετικών κινδύνων.
Γεωπολιτικές συγκρούσεις, διαταραχές στις προμήθειες πετρελαίου και φυσικού αερίου, ακραίες θερμοκρασίες, αυξανόμενη πίεση στα ηλεκτρικά δίκτυα, κυβερνοεπιθέσεις και ευάλωτες εφοδιαστικές αλυσίδες δημιουργούν ένα ολοένα πιο σύνθετο ενεργειακό περιβάλλον.
Η πρόσφατη εμπειρία της Ευρώπης, αλλά και οι πιέσεις που αντιμετωπίζει η Ασία, δείχνουν ότι τα ενεργειακά συστήματα είναι πλέον τόσο αλληλένδετα ώστε μια κρίση σε έναν τομέα μπορεί γρήγορα να μεταδοθεί σε πολλούς άλλους.
Σύμφωνα με το OilPrice η επόμενη παγκόσμια ενεργειακή κρίση βρίσκεται, όπως φαίνεται, προ των πυλών. Αν τα τελευταία τέσσερα χρόνια μάς έχουν διδάξει κάτι, είναι ότι μια ενεργειακή κρίση μπορεί να προκληθεί απροσδόκητα και από πολλούς διαφορετικούς παράγοντες — συχνά ταυτόχρονα.
Οι μεταβαλλόμενες καιρικές συνθήκες, η αυξανόμενη πίεση στα ηλεκτρικά δίκτυα, οι γεωπολιτικές εντάσεις και οι ένοπλες συγκρούσεις έχουν συγκλίνει με διαφορετικούς τρόπους και σε διαφορετικές χρονικές στιγμές, προκαλώντας ακραία μεταβλητότητα στις παγκόσμιες ενεργειακές αγορές και εκτεταμένες διακοπές ηλεκτροδότησης ακόμη και σε ορισμένες από τις πιο ανεπτυγμένες χώρες του κόσμου, όπως το γενικευμένο μπλακ άουτ που σημειώθηκε στην Ισπανία και την Πορτογαλία το 2025.
Τον Μάρτιο του ίδιου έτους, το BBC ανέφερε με ανησυχία ότι η Ευρώπη είχε «βρεθεί σχεδόν υπνωτισμένη μέσα σε μία ακόμη ενεργειακή κρίση». Εκείνη την εποχή, το δημοσίευμα αναφερόταν στο κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, το οποίο προκάλεσε κρίση στις παγκόσμιες αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου και ανέδειξε για ακόμη μία φορά το πόσο εξαρτημένη εξακολουθεί να είναι η Ευρώπη από τις εισαγωγές πετρελαίου.
«Ορκιστήκαμε ότι θα μαθαίναμε. Υποσχεθήκαμε ότι τα πράγματα θα άλλαζαν, αλλά να που είμαστε πάλι εδώ», φέρεται να δήλωσε ανώνυμα στο BBC ένας «εξαιρετικά απογοητευμένος Ευρωπαίος διπλωμάτης».
«Αντί να επικεντρώνονται στα απολύτως αναγκαία μακροπρόθεσμα σχέδια — στο πώς θα γίνει η Ευρώπη πιο ανταγωνιστική σε αυτόν τον ολοένα και πιο ασταθή κόσμο — οι πρωθυπουργοί και οι πρόεδροι [της Ευρώπης] βρίσκονται τώρα σε πανικό για τις [ενεργειακές] τιμές, ανησυχούν για τους οργισμένους ψηφοφόρους και προσπαθούν απεγνωσμένα να βρουν βραχυπρόθεσμες λύσεις», συνέχισε η πηγή.
«Ακριβώς όπως συνέβη και με την κρίση μετά την πλήρους κλίμακας εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Διαφορετική σύγκρουση. Οι ίδιες ευρωπαϊκές διαιρέσεις, τα ίδια διλήμματα σχετικά με την ενέργεια. Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να γυρίζουμε στους ίδιους κύκλους. Κάτι πρέπει να αλλάξει.»
Το πιο σημαντικό, όμως, είναι ότι το συγκεκριμένο δημοσίευμα είχε κυκλοφορήσει πολύ πριν εμφανιστεί ο παράγοντας που τελικά έκανε την ενεργειακή κρίση της Ευρώπης ακόμη πιο σοβαρή: το θερμότερο ευρωπαϊκό καλοκαίρι που έχει καταγραφεί ποτέ.
Το κύμα καύσωνα που σάρωσε την ήπειρο έφερε τα ηλεκτρικά δίκτυα κυριολεκτικά στα όρια της κατάρρευσης και ανάγκασε τη Γαλλία και την Ουγγαρία να θέσουν εκτός λειτουργίας πυρηνικούς αντιδραστήρες λόγω ανεπαρκούς δυνατότητας ψύξης — ακριβώς τη στιγμή που χρειαζόταν περισσότερη ηλεκτρική ενέργεια για την αντιμετώπιση των θανάτων που προκαλούσε η ακραία ζέστη.
Επιπλέον, νέα δημοσιεύματα υποδεικνύουν ότι η επόμενη ενεργειακή κρίση της Ευρώπης μπορεί να προέλθει από μια εντελώς διαφορετική απειλή: το peak oil, δηλαδή την κορύφωση της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου.
Μείωση των εξαγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου
Έκθεση του Αυγούστου από το The National Interest προειδοποιεί ότι η επόμενη ενεργειακή καταστροφή της Ευρώπης θα μπορούσε να προκληθεί από τη μείωση των εξαγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου από βασικούς παραγωγούς.
Και η Ευρώπη δεν είναι η μόνη περιοχή που αντιμετωπίζει αυξημένη πίεση στα ηλεκτρικά δίκτυα και μεγαλύτερη μεταβλητότητα στις ενεργειακές αγορές.
Οι ασιατικές αγορές έχουν πληγεί περισσότερο από το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, ενώ οι αναπτυσσόμενες χώρες έχουν ακόμη μικρότερη δυνατότητα να απορροφήσουν και να ξεπεράσουν την εκτίναξη των τιμών ενέργειας.
Ως απάντηση, πολλές αναδυόμενες οικονομίες σπεύδουν να αναπτύξουν εγχώριες πηγές καθαρής ενέργειας. Ωστόσο, και αυτή η προσέγγιση συνοδεύεται από δικούς της κινδύνους: πολλές χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας αναπτύσσουν την ηλιακή ενέργεια πολύ ταχύτερα από όσο μπορούν να υποστηρίξουν τα ηλεκτρικά τους δίκτυα.
Παράλληλα, αυτή η ανάπτυξη εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εξαρτήματα που ελέγχονται σχεδόν ολοκληρωτικά από την Κίνα, δημιουργώντας σημαντικές ευπάθειες στις εφοδιαστικές αλυσίδες.
Όλοι αυτοί οι παράγοντες που λειτουργούν ταυτόχρονα αναδεικνύουν τη νέα πραγματικότητα που πρέπει να αντιμετωπίσουν οι ενεργειακοί στρατηγικοί σχεδιαστές προκειμένου να ενισχύσουν την ανθεκτικότητα των ηλεκτρικών δικτύων στο μέλλον.
«Ούτε τα μπλακ άουτ του 2025 ούτε η παρατεταμένη πίεση που υφίστανται τα δίκτυα φέτος είχαν μία και μοναδική αιτία», ανέφερε το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ νωρίτερα αυτή την εβδομάδα.
«Κάθε ένα από αυτά ήταν αποτέλεσμα μιας αλυσιδωτής αντίδρασης: μιας τεχνικής βλάβης, μιας αστοχίας ελέγχου ή ενός κλιματικού σοκ που εξαπλώθηκε μέσα σε συστήματα και τομείς οι οποίοι στο παρελθόν αντιμετωπίζονταν ξεχωριστά. Πρόκειται για μια αλλαγή στην οποία πρέπει να δώσουμε προσοχή.»
Απαιτείται συστημική προσέγγιση
Σύμφωνα με το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ, αυτή η αλλαγή απαιτεί μια συστημική προσέγγιση, η οποία θα επιτρέπει στον κόσμο να αναγνωρίζει καλύτερα τις απειλές καθώς αυτές εμφανίζονται και στη συνέχεια να κινητοποιείται γρήγορα για τον περιορισμό των επιπτώσεών τους.
Ο οργανισμός υποστηρίζει ότι για να επιτευχθεί αυτό, οι παγκόσμιοι ηγέτες θα πρέπει να αντιμετωπίσουν τρία βασικά ζητήματα:
- τον κατακερματισμένο τρόπο επικοινωνίας μεταξύ της ενεργειακής βιομηχανίας και των κυβερνήσεων,
- τις αδιαφανείς εφοδιαστικές αλυσίδες και
- την έλλειψη νομικής εξουσιοδότησης που θα επέτρεπε στις εταιρείες κοινής ωφέλειας να αντιδρούν ουσιαστικά και γρήγορα στις απειλές που εντοπίζουν.
«Για το μεγαλύτερο μέρος της τελευταίας δεκαετίας, οι ενεργειακές εταιρείες αντιμετώπιζαν τις κυβερνοεπιθέσεις, τις φυσικές δολιοφθορές, τα ακραία καιρικά φαινόμενα και τις γεωπολιτικές αναταράξεις ως ξεχωριστά προβλήματα, το καθένα με τη δική του ομάδα, τον δικό του προϋπολογισμό και το δικό του μητρώο κινδύνων», υποστηρίζει το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ.
«Όμως, σε ολοένα και περισσότερο ψηφιοποιημένα και διασυνδεδεμένα ενεργειακά συστήματα, αυτός ο διαχωρισμός αρχίζει να φαίνεται ότι αποτελεί ο ίδιος μέρος του προβλήματος.»
www.worldenergynews.gr






