Apollo, Blackstone και KKR διοχετεύουν δισεκατομμύρια στον ενεργειακό κλάδο, καθώς οι αυξημένες ανάγκες για εξαγωγές LNG και ηλεκτροπαραγωγή ενισχύουν τη ζήτηση για νέες υποδομές σύμφωνα με το Reuters
Ένα νέο μοντέλο χρηματοδότησης αναδιαμορφώνει την αγορά ενεργειακών υποδομών των ΗΠΑ, με μεγάλουςιαχειριστές εναλλακτικών επενδύσεων να αξιοποιούν κεφάλαια από τους ασφαλιστικούς τους βραχίονες για να στηρίξουν έργα LNG, αγωγών και ηλεκτροπαραγωγής.
Μόνο το 2026, οι εναλλακτικοί επενδυτές έχουν συμμετάσχει σε συμφωνίες ύψους 20,35 δισ. δολαρίων στον κλάδο LNG και midstream, ποσό υπερδιπλάσιο από το σύνολο του 2024. Η στροφή αυτή ενισχύεται από τη μακροπρόθεσμη φύση των συμβολαίων LNG και την αυξανόμενη ζήτηση για ενέργεια, μεταξύ άλλων από τις νέες υποδομές τεχνητής νοημοσύνης.
Σύμφωνα με το Reuters oι διαχειριστές εναλλακτικών επενδύσεων που αξιοποιούν κεφάλαια από τους ασφαλιστικούς τους βραχίονες αλλάζουν τον τρόπο με τον οποίο χρηματοδοτούνται οι ενεργειακές υποδομές στις ΗΠΑ, καθώς εξελίσσονται σε σημαντικούς χρηματοδότες έργων εξαγωγής LNG, αλλά και των αγωγών που μεταφέρουν πετρέλαιο και φυσικό αέριο σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην κορυφή αυτής της εισροής κεφαλαίων βρίσκονται τρία από τα μεγαλύτερα ονόματα του χρηματοπιστωτικού κλάδου: Apollo Global Management, Blackstone και KKR.
Επενδύσεις την κατάλληλη στιγμή
Για τον κλάδο, οι επενδύσεις αυτές έρχονται σε ιδιαίτερα κατάλληλη στιγμή, καθώς οι developers LNG και οι εταιρείες εκμετάλλευσης αγωγών αντιμετωπίζουν μερικές από τις μεγαλύτερες κεφαλαιακές ανάγκες των τελευταίων ετών, προκειμένου να ανταποκριθούν στην αυξημένη ζήτηση για ενεργειακές εξαγωγές και για ηλεκτροπαραγωγή που απαιτείται από τις νέες υποδομές τεχνητής νοημοσύνης.
Η προσθήκη κεφαλαίων από ασφαλιστικές εταιρείες στο χρηματοδοτικό μείγμα έχει συμβάλει στην έγκριση μιας σειράς νέων εγκαταστάσεων εξαγωγής LNG στις ΗΠΑ, οι οποίες παραδοσιακά πρέπει να έχουν εξασφαλίσει χρηματοδότηση πριν λάβουν την τελική επενδυτική απόφαση (Final Investment Decision — FID).
Παρά τις ανησυχίες για πιθανή υπερπροσφορά μόλις πέρυσι, η γεωπολιτική αστάθεια που σχετίζεται με τη Ρωσία και τη Μέση Ανατολή έχει συμβάλει στην άνθηση του αμερικανικού LNG, καθώς πελάτες στην Ασία και την Ευρώπη αναζητούν αξιόπιστες προμήθειες.
Ήδη μέσα στο 2026, εναλλακτικοί επενδυτές έχουν συμμετάσχει σε συναλλαγές συνολικής αξίας 20,35 δισ. δολαρίων στον κλάδο LNG και midstream, σύμφωνα με την εταιρεία δεδομένων Infralogic. Το ποσό είναι υπερδιπλάσιο από την αξία των συμφωνιών που πραγματοποιήθηκαν καθ' όλη τη διάρκεια του 2024.
«Πρόκειται για έναν συνδυασμό περιουσιακών στοιχείων που έχουν αποδείξει με την πάροδο του χρόνου ότι είναι γενικά χαμηλότερου κινδύνου, με κεφάλαια που επιθυμούν να επενδύουν μακροπρόθεσμα σε περιουσιακά στοιχεία χαμηλότερου κινδύνου και με σταθερές αποδόσεις», δήλωσε ο Rick Campbell, senior managing director στην Blackstone Credit and Insurance.
Μεταξύ των συμφωνιών που πραγματοποιήθηκαν τον τελευταίο χρόνο περιλαμβάνονται:
- Επένδυση 7 δισ. δολαρίων για τη δεύτερη φάση του έργου Port Arthur LNG της Sempra Infrastructure,
- 5,34 δισ. δολάρια για τη στήριξη έργων ηλεκτροπαραγωγής που αναπτύσσει η εταιρεία αγωγών Williams, και
- 9 δισ. δολάρια για τη στήριξη της ONEOK, συμπεριλαμβανομένης της εξαγοράς των περιουσιακών στοιχείων της Brazos Midstream στη λεκάνη Midland.
Παραδοσιακά, τα δάνεια project finance και τα ίδια κεφάλαια χρησιμοποιούνταν για τη χρηματοδότηση της ανάπτυξης έργων εξαγωγής LNG.
Υποδομές και Ταμεία
Ωστόσο, από το 2025, σχεδόν κάθε μεγάλο έργο LNG που εγκρίθηκε έχει προσελκύσει κάποιον συνδυασμό επενδυτικών κεφαλαίων υποδομών, κρατικών επενδυτικών ταμείων, ιδιωτικών κεφαλαίων ή άλλων θεσμικών εταίρων, παράλληλα με τους παραδοσιακούς δανειστές.
Αυτό περιλαμβάνει την τέταρτη μονάδα (train) του έργου Rio Grande LNG της NextDecade, η οποία περιλάμβανε περίπου 1,7 δισ. δολάρια σε δεσμεύσεις ιδίων κεφαλαίων από το Global Infrastructure Partners της BlackRock, το κρατικό επενδυτικό ταμείο της Σιγκαπούρης GIC, την επενδυτική εταιρεία Mubadala του Άμπου Ντάμπι και την TotalEnergies.
Στο έργο Louisiana LNG της Woodside Energy, η Stonepeak απέκτησε ποσοστό 40% και δεσμεύτηκε να επενδύσει 5,7 δισ. δολάρια στο κόστος ανάπτυξης.
«Υπάρχει άφθονο διαθέσιμο κεφάλαιο και, επομένως, για τους developers έργων το ζήτημα είναι η διαφοροποίηση των πηγών χρηματοδότησης», δήλωσε ο Daniel Vogel, partner στην Apollo.
Η αλλαγή στη διαθεσιμότητα κεφαλαίων αντανακλά το γεγονός ότι οι τερματικοί σταθμοί LNG αντιμετωπίζονται ολοένα και περισσότερο ως μακροχρόνια περιουσιακά στοιχεία υποδομών, αντί να θεωρούνται κυρίως επιχειρήσεις που εξαρτώνται από τις τιμές των εμπορευμάτων.
Οι συμφωνίες πώλησης LNG μπορούν να «κλειδώνουν» έσοδα για έως και 20 χρόνια, ενώ οι συμβάσεις engineering και κατασκευής με καθορισμένο συνολικό τίμημα (lump-sum) περιορίζουν τον κίνδυνο κατά τη φάση ανάπτυξης.
Τα ασφαλιστικά κεφάλαια κατευθύνονται επίσης σε εταιρείες που κατέχουν και αναπτύσσουν αγωγούς και συναφή περιουσιακά στοιχεία midstream.
Η EQT, η οποία άντλησε 3,5 δισ. δολάρια στα τέλη του 2024 πουλώντας ποσοστό 49% σε κοινοπραξία που κατείχε περιουσιακά στοιχεία midstream στην Blackstone Credit & Insurance, αποτέλεσε ένα πρώιμο παράδειγμα. Η συναλλαγή βοήθησε την εταιρεία να μειώσει το χρέος της μετά την εξαγορά της Equitrans Midstream.
Νέες μορφές χρηματοδότησης
Πιο πρόσφατα, η ONEOK και η Williams χρησιμοποίησαν υβριδικές μορφές χρηματοδότησης για να χρηματοδοτήσουν εξαγορές και έργα χωρίς να χάσουν τον επιχειρησιακό έλεγχο, προσθέτοντας χρέος ή προκαλώντας αραίωση της συμμετοχής των μετόχων.
Η Williams, η οποία ανακοίνωσε τον Ιούλιο επένδυση 5,34 δισ. δολαρίων υπό την ηγεσία της Blackstone για τη χρηματοδότηση της ανάπτυξης πέντε έργων ηλεκτροπαραγωγής, δήλωσε μέσω εκπροσώπου της ότι η «διαδικασία δημιούργησε ένα πλαίσιο που θα μας επέτρεπε να κινηθούμε αποτελεσματικά, εφόσον επιδιώξουμε παρόμοιες ευκαιρίες στο μέλλον».
Εν τω μεταξύ, η συμφωνία της ONEOK ύψους 9 δισ. δολαρίων με την Apollo, η οποία ανακοινώθηκε τον Αύγουστο, αποτέλεσε μια νέα εξέλιξη.
Για πρώτη φορά, αντί τα ασφαλιστικά κεφάλαια να χρηματοδοτήσουν ένα ξεχωριστά οριοθετημένο έργο (ring-fenced project) ή μια κοινοπραξία, δημιουργήθηκε μια δομή εντός της ίδιας της εταιρείας, μέσω της οποίας ο διαχειριστής περιουσιακών στοιχείων πραγματοποίησε μειοψηφική επένδυση στο μετοχικό κεφάλαιο της ONEOK.
«Αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει μια πρόσθετη επιλογή χρηματοδότησης για εισηγμένες εταιρείες, καθώς τους επιτρέπει να αντλούν κεφάλαια σε μεγάλη κλίμακα χωρίς να χρειάζεται να απευθύνονται στις δημόσιες αγορές», δήλωσε ο Jeffrey Mensch, επικεφαλής του τμήματος M&A Structuring της Barclays, η οποία παρείχε συμβουλές στην ONEOK για τη συναλλαγή.
www.worldenergynews.gr






