Η συρρίκνωση της διαφοράς μεταξύ καλοκαιρινών και χειμερινών τιμών αποθαρρύνει τους traders από την αποθήκευση, ενώ τα ευρωπαϊκά αποθέματα βρίσκονται στα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων ετών για την εποχή
Για δεκαετίες, η ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου λειτουργούσε με έναν απλό κανόνα: αγορά το καλοκαίρι, αποθήκευση και πώληση τον χειμώνα, όταν η ζήτηση και οι τιμές αυξάνονταν. Η απώλεια όμως των σταθερών ρωσικών ροών μέσω αγωγών και η ολοένα μεγαλύτερη εξάρτηση από το υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) έχουν αλλάξει αυτή την ισορροπία.
Η περιορισμένη διαφορά μεταξύ θερινών και χειμερινών τιμών κάνει πλέον την αποθήκευση λιγότερο ελκυστική οικονομικά, την ώρα που τα ευρωπαϊκά αποθέματα κινούνται σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα.
Το αποτέλεσμα είναι να αυξάνεται η πίεση προς τις κυβερνήσεις να παρέμβουν, δημιουργώντας στρατηγικά αποθέματα ή προσφέροντας κίνητρα στην αγορά, προκειμένου να περιοριστεί ο κίνδυνος ελλείψεων και απότομων αυξήσεων των τιμών τον χειμώνα.
Για δεκαετίες, η Ευρώπη βασιζόταν σε έναν δοκιμασμένο τρόπο για να διασφαλίσει ότι θα υπάρχει αρκετό φυσικό αέριο για τον χειμώνα: οι traders αγόραζαν φυσικό αέριο όταν ήταν φθηνότερο το καλοκαίρι, το αποθήκευαν και στη συνέχεια το πωλούσαν σε υψηλότερη τιμή όταν υπήρχε ανάγκη.
Όμως, για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά, τα οικονομικά δεδομένα αυτής της πρακτικής έχουν ανατραπεί.
Η απώλεια της σταθερής ροής ρωσικού φυσικού αερίου μέσω αγωγών μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία σημαίνει ότι η Ευρώπη εξαρτάται πλέον περισσότερο από τις παγκόσμιες προμήθειες υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG). Οι φόβοι για περιορισμένη προσφορά LNG το 2025 είχαν κατά διαστήματα καταστήσει ακριβότερες τις ευρωπαϊκές τιμές του καλοκαιριού. Παρόμοια είναι η εικόνα και φέτος, η οποία έχει επιδεινωθεί περαιτέρω από τη σύγκρουση με το Ιράν, που έχει περιορίσει κρίσιμες προμήθειες από τη Μέση Ανατολή.
Η συρρίκνωση της διαφοράς μεταξύ των καλοκαιρινών και χειμερινών τιμών έχει καταστήσει λιγότερο συμφέρουσα για τους traders την έγχυση φυσικού αερίου στις τεράστιες εγκαταστάσεις αποθήκευσης της Ευρώπης, οι οποίες περιλαμβάνουν εξαντλημένα κοιτάσματα, υδροφόρους ορίζοντες, ακόμη και παλιά σπήλαια άλατος.
Ως αποτέλεσμα, η ήπειρος οδεύει προς την περίοδο θέρμανσης με τα αποθέματα στα χαμηλότερα επίπεδα που έχουν καταγραφεί ποτέ για αυτή την εποχή του έτους, αυξάνοντας τον κίνδυνο μεγαλύτερων αυξήσεων των τιμών τον φετινό χειμώνα. Και δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι το πρόβλημα θα εξαφανιστεί σύντομα.
Διαχείριση αποθεμάτων
Η κατάσταση με τις αποθήκες αναγκάζει ορισμένες κυβερνήσεις να εξετάσουν το ενδεχόμενο να αναλάβουν μεγαλύτερο ρόλο στη διαχείριση των αποθεμάτων, ιδίως καθώς το φυσικό αέριο θα παραμείνει καύσιμο μετάβασης για αρκετά ακόμη χρόνια στο πλαίσιο της πράσινης μετάβασης. Αυτό θα μπορούσε να επιβαρύνει περαιτέρω τα κρατικά ταμεία.
Ενώ η Ευρώπη διαθέτει εδώ και καιρό στρατηγικό απόθεμα πετρελαίου για την αντιμετώπιση κρίσεων, στο φυσικό αέριο έχει σε μεγάλο βαθμό βασιστεί στα εμπορικά αποθέματα, τα οποία επηρεάζονται κυρίως από τις τιμές της αγοράς και όχι από κρατικές παρεμβάσεις.
Εάν προκύψουν περισσότερα προβλήματα στην προσφορά ή εάν ένας ιδιαίτερα ψυχρός χειμώνας οδηγήσει σε ανεπαρκή αποθέματα, η Ευρώπη μπορεί να αναγκαστεί να αγοράσει LNG σε υψηλές τιμές. Αυτό θα μπορούσε να αυξήσει περαιτέρω τους λογαριασμούς ενέργειας, να εντείνει τις πληθωριστικές πιέσεις και να απειλήσει την οικονομία.
Ένας πλειστηριασμός για τα φορτία LNG θα ήταν επίσης κακή εξέλιξη για φτωχότερες χώρες, όπως το Πακιστάν, το οποίο αντιμετωπίζει κυλιόμενες διακοπές ρεύματος μετά τη διακοπή των παραδόσεων από τον βασικό προμηθευτή του, το Κατάρ, εξαιτίας του πολέμου με το Ιράν.
Οι traders διοχετεύουν φυσικό αέριο στις εγκαταστάσεις αποθήκευσης μόνο όταν η διαφορά μεταξύ των τιμών είναι αρκετά μεγάλη ώστε να καλύπτει το κόστος αποθήκευσης και να τους αποφέρει κέρδος.
Εάν η οικονομική βιωσιμότητα της αποθήκευσης παραμείνει προβληματική, οι κυβερνήσεις που επιθυμούν μεγαλύτερα αποθέματα ενδέχεται να χρειαστεί να παρέμβουν, αποζημιώνοντας τις πιθανές απώλειες των traders ή ακόμη και πληρώνοντας οι ίδιες για στρατηγικά αποθέματα.
Ενεργειακές εταιρείες, πολιτικοί και σύμβουλοι σε χώρες όπως η Γερμανία και η Ολλανδία έχουν ήδη αρχίσει να εξετάζουν τη δημιουργία στρατηγικών αποθεμάτων υπό κρατική διαχείριση.
Το μεγαλύτερο μέρος της αποθήκευσης φυσικού αερίου στην Ευρώπη είναι εμπορικό — οι traders και οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας μπορούν να πωλούν το φυσικό αέριο σε πελάτες οπουδήποτε στην περιοχή.
Τα στρατηγικά αποθέματα λειτουργούν διαφορετικά: το φυσικό αέριο αγοράζεται ή ελέγχεται από τις κυβερνήσεις, διατηρείται για την ενεργειακή ασφάλεια της ίδιας της χώρας και απελευθερώνεται μόνο υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, όπως μια σοβαρή διακοπή της προσφοράς.
«Η Ευρώπη δεν μπορεί πλέον να βασίζεται αποκλειστικά στην αγορά και θα πρέπει να διαθέτει στρατηγικά ή άλλα αποθέματα που υποστηρίζονται από το κράτος», δήλωσε ο Jeroen Zanting, διευθύνων σύμβουλος της Gasunie Transport Services, η οποία συμβουλεύει το ολλανδικό υπουργείο Κλίματος για την ασφάλεια εφοδιασμού φυσικού αερίου.
«Η Ευρώπη χρειάζεται εγγυημένα αποθέματα φυσικού αερίου, ώστε να μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί για αρκετούς μήνες ακόμη και σε περίπτωση μιας απρόβλεπτης, παρατεταμένης διακοπής της προσφοράς. Το ευρωπαϊκό σύστημα είναι σήμερα ανεπαρκώς προετοιμασμένο για ένα τέτοιο σενάριο», πρόσθεσε.
Κάτω από τα φυσιολογικά επίπεδα τα αποθέματα φυσικού αερίου της Ευρώπης
Οι τεράστιες υπόγειες εγκαταστάσεις της ΕΕ — οι οποίες συχνά αναγνωρίζονται στην επιφάνεια μόνο από αντλιοστάσια ή μεγάλους αγωγούς που μεταφέρουν φυσικό αέριο μεταξύ του δικτύου και των γεωτρήσεων αποθήκευσης — έχουν συνολική χωρητικότητα που μπορεί να καλύψει περίπου το ένα τρίτο των ετήσιων αναγκών της.
Τις πιο κρύες ημέρες, όταν η ζήτηση ξεπερνά τις ποσότητες που παρέχονται μέσω αγωγών και LNG, τα αποθηκευμένα αποθέματα θα μπορούσαν να καλύψουν περισσότερο από το ήμισυ της ημερήσιας κατανάλωσης.
Αυτό το «μαξιλάρι» είναι πλέον στο χειρότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί ποτέ στα διαθέσιμα στοιχεία από το 2009, με τις ευρωπαϊκές εγκαταστάσεις να είναι γεμάτες περίπου κατά 71%, έναντι εποχικού μέσου όρου περίπου 87%. Στη Γερμανία, την ενεργειακή δύναμη της Ευρώπης, το ποσοστό είναι μόλις 57%.
Οι τιμές αυξήθηκαν πρόσφατα στο υψηλότερο επίπεδο από το 2022, μετά τα προβλήματα εφοδιασμού γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, από τα οποία συνήθως διέρχεται το ένα πέμπτο των παγκόσμιων ροών LNG.
Κάποια στιγμή τον Μάρτιο, η αγορά φυσικού αερίου το καλοκαίρι με σκοπό την πώλησή του τον χειμώνα θα απέφερε ζημία άνω των 8 ευρώ (9,10 δολάρια) ανά μεγαβατώρα — και αυτό χωρίς να υπολογίζονται τα τέλη αποθήκευσης.
Η διαφορά έχει έκτοτε περιοριστεί, όμως τα συμβόλαια για τον Οκτώβριο εξακολουθούν να βρίσκονται ελαφρώς πάνω από τα χειμερινά futures.
Για το επόμενο έτος, το φυσικό αέριο παράδοσης Μαΐου 2027 διαπραγματεύεται σήμερα με premium σε σχέση με τις τιμές για τον Νοέμβριο του ίδιου έτους.
«Δεν μπορείς να επανεπενδύεις και δεν μπορείς να λειτουργείς βιώσιμα τις εγκαταστάσεις αποθήκευσης μακροπρόθεσμα, εάν τα εποχικά spreads παραμένουν επίμονα αρνητικά και οι δυναμικότητες διατίθενται κάτω από το κόστος», δήλωσε ο Michael Schmöltzer, επικεφαλής ρύθμισης αποθήκευσης στην Uniper Energy Storage GmbH.
Τα κρατικά απόθεματα
Ένα βασικό ερώτημα είναι εάν οι κυβερνήσεις θα κινηθούν για να στηρίξουν τις αγορές, είτε μέσω στρατηγικών αποθεμάτων είτε ενθαρρύνοντας την εμπορική αποθήκευση.
Εννέα κράτη-μέλη της ΕΕ διαθέτουν στρατηγικά αποθέματα, τα οποία ανέρχονταν συνολικά σε περίπου 12 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα πέρυσι, σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας (IEA).
Αυτό αντιστοιχεί μόλις στο 12% της συνολικής αποθηκευτικής δυναμικότητας του μπλοκ και θα μπορούσε να καλύψει περίπου 13 ημέρες μέσης κατανάλωσης φυσικού αερίου.
Αντίθετα, τα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου σε ορισμένες μεγάλες οικονομίες της ΕΕ επαρκούν για περισσότερες από 80 ημέρες καθαρών εισαγωγών.
«Η εθνική αποθήκευση αποτελεί εξαιρετικά σημαντικό πόρο για την ασφάλεια του ενεργειακού συστήματος», δήλωσε ο Agostino Scornajenchi, διευθύνων σύμβουλος του διαχειριστή δικτύου φυσικού αερίου της Ιταλίας, Snam SpA, σε εκδήλωση στο Μιλάνο αυτόν τον μήνα.
Δεδομένων των σημερινών χαμηλών επιπέδων αποθήκευσης σε ορισμένες χώρες, η κατάσταση χρειάζεται να παρακολουθείται «πολύ προσεκτικά», είπε.
Ορισμένα κράτη της ΕΕ, όπως η Αυστρία, δημιούργησαν στρατηγικά αποθέματα φυσικού αερίου στην κορύφωση της κρίσης που προκλήθηκε από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022, ενώ άλλα, όπως η Ιταλία, είχαν ξεκινήσει νωρίτερα.
Η Γερμανία δεν διαθέτει στρατηγικά αποθέματα, αλλά σχεδιάζει να αρχίσει να αναπτύσσει τέτοια αποθέματα το 2027, τα οποία θα αντιστοιχούν περίπου στο 10% της εθνικής αποθηκευτικής της δυναμικότητας. Τέτοια αποθέματα χρησιμοποιούνται συνήθως μόνο σε περίπτωση κρίσιμης, βραχυπρόθεσμης έλλειψης.
Η Γαλλία χρησιμοποιεί εδώ και αρκετά χρόνια κρατικά κίνητρα για να στηρίξει την εμπορική αποθήκευση, ενώ και η Ιταλία χρησιμοποιεί παρόμοια εργαλεία.
Τα στρατηγικά αποθέματα θα πρέπει πιθανότατα να δημιουργούνται σε εθνικό και όχι σε επίπεδο ΕΕ, διαφορετικά το σύστημα ενδέχεται να μην λειτουργήσει αποτελεσματικά, δήλωσε η Charlotte Roule, διευθύνουσα σύμβουλος της Storengy της Engie SA, του μεγαλύτερου διαχειριστή αποθήκευσης φυσικού αερίου στη Γαλλία.
«Αυτή η ανάγκη για ασφάλεια εφοδιασμού, κυριαρχία και ευελιξία είναι εδώ για να μείνει», δήλωσε σε εκδήλωση στο Παρίσι τον Σεπτέμβριο. «Πρέπει να συζητήσουμε αυτά τα ζητήματα γρήγορα και πρέπει να βρούμε λύσεις τώρα».
Τα μικρά στρατηγικά αποθέματα μπορούν να βοηθήσουν κατά τη διάρκεια μιας κρίσης, αλλά δεν επιλύουν το ζήτημα της παροχής των κατάλληλων κινήτρων στους εμπόρους ώστε να αυξήσουν τα αποθέματα ενόψει του επόμενου χειμώνα και μετέπειτα, σύμφωνα με τον Schmöltzer της Uniper Energy Storage.
«Μια προσέγγιση βασισμένη στην αγορά παραμένει το θεμέλιο μιας αποδοτικής αγοράς αποθήκευσης», δήλωσε. «Ωστόσο, με τα αρνητικά περιθώρια τιμών (negative price spreads), απαιτείται επίσης ένα πλαίσιο που να επιτρέπει στους διαχειριστές εγκαταστάσεων αποθήκευσης να καλύπτουν το κόστος τους».
Η ήπειρος διαθέτει χωρητικότητα υπόγειας αποθήκευσης περίπου 150 δισεκατομμυρίων κυβικών μέτρων, εκ των οποίων το 70% περίπου βρίσκεται στην ΕΕ. Συγκριτικά, η περιοχή Ασίας-Ειρηνικού —με την οποία η Ευρώπη ανταγωνίζεται έντονα για φορτία LNG— διαθέτει μόλις 38 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα, κυρίως στην Κίνα, καθώς βασίζεται περισσότερο στην αποθήκευση LNG σε δεξαμενές, σύμφωνα με τον IEA.
Στόχοι Αποθήκευσης
Η ΕΕ θέσπισε στόχους αποθήκευσης πριν από τέσσερα χρόνια για τη διασφάλιση του εφοδιασμού. Σύμφωνα με τους πιο πρόσφατους στόχους που ισχύουν έως το 2027, οι εγκαταστάσεις πρέπει να είναι γεμάτες κατά 90% οποιαδήποτε στιγμή μεταξύ Οκτωβρίου και Δεκεμβρίου. Το ποσοστό αυτό μπορεί να μειωθεί στο 80% κατά τη διάρκεια «δύσκολων συνθηκών» και ακόμη και στο 75% εάν υπάρξουν «επίμονες» προκλήσεις.
Στη Γερμανία, η οποία διαθέτει τη μεγαλύτερη χωρητικότητα αποθήκευσης στην ΕΕ, τα αποθέματα κυμαίνονται κάτω από τα κανονικά επίπεδα, ακόμη και στις πιο κερδοφόρες εγκαταστάσεις.
Σε αυτές περιλαμβάνεται το Epe, μία από τις μεγαλύτερες εγκαταστάσεις αποθήκευσης σε υπόγειες κοιλότητες αλατιού παγκοσμίως, η οποία βρίσκεται κοντά στα σύνορα με την Ολλανδία και λειτουργεί υπό τη διαχείριση μεγάλων εταιρειών, όπως η Uniper SE και η RWE AG. Η μονάδα Epe Uniper H-Gas —τμήμα του συγκροτήματος που διαθέτει επί του παρόντος τον μεγαλύτερο όγκο φυσικού αερίου μεταξύ των μονάδων αποθήκευσης της Uniper— βρίσκεται στο 79% της χωρητικότητάς της, πολύ κάτω από τον μέσο όρο της πενταετίας.
Ενδεικτικό της δύσκολης κατάστασης στην αγορά αποθήκευσης της χώρας είναι το γεγονός ότι η κρατική Uniper και η Bayernugs GmbH έχουν υποβάλει αίτημα για τον παροπλισμό δύο εκ των εγκαταστάσεων αποθήκευσης φυσικού αερίου τους το επόμενο έτος.
Η Γερμανία, η οποία δαπάνησε δισεκατομμύρια ευρώ για την αγορά αερίου με σκοπό τη δημιουργία αποθεμάτων στο αποκορύφωμα της κρίσης το 2022, έχει δηλώσει επανειλημμένα ότι δεν θα παρέμβει άμεσα για τη διασφάλιση του εφοδιασμού φέτος. Ωστόσο, έχει διεξάγει συνομιλίες με κρατικές ενεργειακές εταιρείες σχετικά με τη στήριξη των προσπαθειών συσσώρευσης αποθεμάτων. Όπως μετέδωσε την περασμένη εβδομάδα το Bloomberg, έχει συζητήσει με τον κλάδο την ιδέα της υποχρεωτικής πλήρωσης των αποθηκών φυσικού αερίου για το επόμενο έτος και έχει προκηρύξει διαγωνισμούς, πληρώνοντας ουσιαστικά τους εμπόρους ώστε να διατηρούν διαθέσιμο αέριο για τις περιπτώσεις που θα χρειαστεί.
Ωστόσο, υπάρχει ο κίνδυνος η κρατική παρέμβαση να στρεβλώσει τις τιμές. Οι τιμές του φυσικού αερίου στην Ευρώπη σημείωσαν απότομη άνοδο το 2022, αφότου η Γερμανία άρχισε να χρηματοδοτεί αγορές στην αγορά για να συμβάλει στην πλήρωση των αποθηκών. Πρόκειται για ένα δίλημμα για τους πολιτικούς, σύμφωνα με τη Helle Ostergaard Kristiansen, ανώτερη αντιπρόεδρο του τομέα φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας στη νορβηγική Equinor ASA.
Το έργο τους είναι να διασφαλίσουν τον εφοδιασμό, «αλλά ταυτόχρονα, αν παρέμβουν υπερβολικά στην αγορά, βλέπουμε να διαμορφώνονται και υψηλές τιμές», δήλωσε η ίδια.
Τουλάχιστον προς το παρόν, το ευρωπαϊκό μοντέλο αποθήκευσης φαίνεται να έχει αλλάξει.
Η αγορά των εγκαταστάσεων αποθήκευσης «δεν είναι προβληματική, αλλά έχει υποστεί διαρθρωτικές αλλαγές και πρέπει να βρει μια νέα ισορροπία», δήλωσε η Veronika Grimm, μέλος του γερμανικού συμβουλίου οικονομικών εμπειρογνωμόνων.
«Η αναζήτηση μιας νέας ισορροπίας είναι εμφανής, για παράδειγμα, στις εντελώς ασυνήθιστες εξελίξεις όσον αφορά τη διαφορά τιμής (spread) μεταξύ καλοκαιριού και χειμώνα στα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης. Θα πρέπει να ζήσουμε με αυτή την κατάσταση για αρκετό καιρό ακόμα».
www.worldenergynews.gr






