AD

Ακριβή αυταπάτη η ενεργειακή μετάβαση και επικίνδυνη η χωρίς ορίζοντα αναβολή της

Ακριβή αυταπάτη η ενεργειακή μετάβαση και επικίνδυνη η χωρίς ορίζοντα αναβολή της
Η ενεργειακή μετάβαση αποτελεί ένα από τους κεντρικούς άξονες πάνω στους οποίους στηρίζεται η οικονομική, βιομηχανική και θεσμική στρατηγική της Ευρώπης, γράφει ειδική συνεργάτις του WEN
Μπορεί η αναβολή των πιεστικών απαιτήσεων της ενεργειακής μετάβασης να είναι προτεραιότητα σήμερα, τόσο από τις επιχειρήσεις όσο και από τα νοικοκυριά, όμως χωρίς δομικό ανασχηματισμό της, ο κίνδυνος αυξάνεται και το κόστος της μπορεί να γίνει ξαφνικό και αναπόφευκτο. 

Γιατί μπορεί να χαλαρώνει πρόσκαιρα ο ρυθμός της και να ανακουφίζουν οι αποφάσεις αναβολής ή μετριασμού των μέτρων, όμως δεν αλλάζει ο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός για μείωση των εκπομπών κατά 85% το 2040 και μηδενικές εκπομπές του 2050. Και δεν υπάρχει κανένα σχέδιο για το πώς θα υλοποιηθεί την επόμενη δεκαετία αυτή η μείωση.

Η ενεργειακή μετάβαση αποτελεί ένα από τους κεντρικούς άξονες πάνω στους οποίους στηρίζεται η οικονομική, βιομηχανική και θεσμική στρατηγική της Ευρώπης. 

Με ορόσημο το 2050 και τον στόχο μηδενικών εκπομπών, ο οποίος παραμένει αδιαπραγμάτευτος, και το στόχο του 2030 για μείωση 55% των εκπομπών, η Ευρώπη έχει δημιουργήσει πλειάδα Κανόνων που κυριαρχούν στην οικονομία.

Το κόστος της απαλλαγής από τον άνθρακα σε όλη την ευρωπαϊκή οικονομία, ωστόσο δεν υπολογίστηκε ποτέ, και βέβαια δεν έγινε ποτέ συζήτηση για το πώς θα μοιραστεί. 

Το αποτέλεσμα είναι να το «σηκώνουν» χωρίς προγραμματισμό, σχεδιασμό ή προϋπολογισμό οι επιχειρήσεις και η ανταγωνιστικότητά τους, οι οικονομίες και οι προϋπολογισμοί των κρατών και τελικά ο καταναλωτής. Και εν τω μέσω της μετάβασης να μετατοπίζουν ο ένας το βάρος στον άλλο.

Χαλάρωση σήμερα, αύριο τι;

Το βάρος του κόστους της μετάβασης, σημαίνει οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό κόστος και τον τελευταίο χρόνο, φωνές από όλα τα κράτη-μέλη (με εξαίρεση τον ευρωπαϊκό Βορρά) ζητούν επιτακτικά χαλάρωση των κανόνων, μικρότερους ενδιάμεσους στόχους, δυνατότητα διαπραγμάτευσης και μετακύλησής τους στο μέλλον.

Όμως, καθώς τα ορόσημα μείωσης των στόχων παραμένουν,  τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο, διαμορφώνεται μια επικίνδυνη ζώνη ασάφειας: οι στόχοι παραμένουν φιλόδοξοι, αλλά η πολιτική πράξη κινείται αντίθετα. Η καθυστέρηση –ή και η σιωπηρή αναβολή– της ενεργειακής μετάβασης χωρίς ένα σταθερό ευρύτερο πλαίσιο δεν είναι ουδέτερη επιλογή. Ενέχει αυταπάτη, και μαζί τον κίνδυνο για ένα ακόμη μεγαλύτερο  κόστος.

Η ελληνική περίπτωση είναι χαρακτηριστική. Η χώρα πέτυχε μια εντυπωσιακή μείωση εκπομπών τα προηγούμενα χρόνια, κυρίως χάρη στην απολιγνιτοποίηση της ΔΕΗ και στη μεγάλη διείσδυση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας. Η ηλεκτροπαραγωγή, ο πιο «ώριμος» και τεχνολογικά έτοιμος τομέας για ταχεία απανθρακοποίηση, αποτέλεσε τον βασικό μοχλό αυτής της προόδου. Όμως η δυναμική αυτή φαίνεται να εξαντλείται. Η αυξανόμενη εξάρτηση από το ορυκτό αέριο έχει φρενάρει –και σε ορισμένες χρονιές αντιστρέψει– την πτωτική πορεία των εκπομπών, απομακρύνοντας τη χώρα από την τροχιά που είχε χαραχθεί στο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα.

Η  αύξηση της χρήσης ορυκτού αερίου για ηλεκτροπαραγωγή  το 2024 ήταν 35,8% σε σχέση με το 2023, ενώ το 2025 συνεχίζει ανοδικά +12,6%. Έτσι, το ανθρακικό αποτύπωμα του τομέα αυξήθηκε το 2024 σε σχέση με το 2023 και αναμένεται να παραμείνει στα ίδια επίπεδα και το 2025 (περίπου 15–16 εκατ. τόνοι CO₂). Το ΕΣΕΚ,   προέβλεπε για το 2025 εκπομπές μόλις 10.2 εκατ. τόνων από την ηλεκτροπαραγωγή και 4 εκ. τόνους το 2030.

Ακόμη όμως και αν πιαστεί ο στόχος της χώρας για μείωση των εκπομπών κατά 55% το 2030, χάρη στην απολιγνιτοποίηση της ΔΕΗ το μεγάλο ερώτημα είναι τι θα γίνει μετά. Πώς θα μειωθούν οι εκπομπές μετά το 2030 με το στόχο του 2040 να είναι 80% μείωσης, όταν η χαλάρωση των απαιτήσεων της ενεργειακής μετάβασης, πάει πίσω τον εξηλεκτρισμό της οικονομίας;

Το νέο πλαίσιο που διαμορφώθηκε, μετά την εκλογή Τραμπ, αλλάζει το ρυθμό και τις προτεραιότητες για την Ευρώπη, η οποία όμως δεν αναμορφώνει τους στόχους για μείωση των εκπομπών κατά 55% ως το 2030 και 75% ως το 2040 (+5% από πιστώσεις άνθρακα) για να φτάσει στις μηδενικές εκπομπές το 2050.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η εικόνα είναι εξίσου αντιφατική. Από τη μία πλευρά, η Ευρωπαϊκή Ένωση συνεχίζει να δηλώνει προσήλωση στη Συμφωνία των Παρισίων και στους στόχους μείωσης των εκπομπών κατά 55% έως το 2030 και κλιματικής ουδετερότητας έως το 2050. Από την άλλη, ενισχύεται ως δεύτερη «πυξίδα»  η ανοχή –ή και η ενθάρρυνση– της παράτασης της χρήσης ορυκτών καυσίμων στο όνομα της ασφάλειας εφοδιασμού και της ανταγωνιστικότητας. Η συνύπαρξη αυτών των δύο κατευθύνσεων δημιουργεί ένα πολιτικό και επενδυτικό κενό, όπου κανείς δεν γνωρίζει με βεβαιότητα ποιο σήμα υπερισχύει.

Και ο κίνδυνος είναι οικονομικός. Η παράταση  στη χρήση ανθρακικών καυσίμων, αυξάνει την έκθεση των οικονομιών στο κόστος των εκπομπών, είτε μέσω του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων είτε μέσω μηχανισμών όπως ο CBAM. Το αποτέλεσμα είναι ένα «μπούμερανγκ»: βραχυπρόθεσμες ανάσες που μετατρέπονται σε μεσοπρόθεσμους κινδύνους και βάρη για επιχειρήσεις, καταναλωτές και δημόσια οικονομικά.

Ένα παράδειγμα από το παρελθόν

Όταν οι παλιές διοικήσεις της ΔΕΗ και οι ελληνικές κυβερνήσεις του παρελθόντος αποφάσισαν να γίνει η Πτολεμαΐδα 5 η τιμή των δικαιωμάτων ρύπων ήταν στα 5 ευρώ (7 ευρώ το 2013 όταν υπεγράφη η σύμβαση κατασκευής, 15 ευρώ το 2015 όταν ξεκίνησε η κατασκευή και 90 ευρώ σήμερα) και κανείς δεν υπολόγισε ότι  η μεγάλη αύξηση της τιμής τους θα την κάνει μη βιώσιμη. Η τόλμη και η αποτελεσματικότητα της σημερινής διοίκησης της ΔΕΗ κατάφερε να κάνει στροφή 180 μοιρών και η ΔΕΗ σήμερα κέρδισε το στοίχημα της μεταμόρφωσή της σε πράσινη παραγωγό ενέργειας.   Όμως οι επιλογές του παρελθόντος έκαναν την Πτολεμαΐδα 5 να μη γίνει ποτέ  ανταγωνιστική και για αυτό μετατρέπεται σε μονάδα φυσικού αερίου.

Αν ο στόχος της ενεργειακής μετάβασης είναι αδιαπραγμάτευτος, οι πρόσκαιρες αναβολές της δημιουργούν δυσανάλογους κινδύνους και αυτή τη φορά όχι σε μια μονάδα αλλά σε ολόκληρη την οικονομία.

Η ενεργειακή μετάβαση έχει μετατραπεί σε κεντρικό πεδίο βιομηχανικού ανταγωνισμού και γεωοικονομικής ισχύος και μιας μάχης μεταξύ δυο ομάδων: Όσων επενδύουν στον εξηλεκτρισμό και όσων θέλουν να παρατείνουν τα ορυκτά καύσιμα και το πρόβλημα δεν είναι το ποιος θα κερδίσει αλλά μήπως χάσουμε όλοι. Γιατί   η μάχη αυτή δίνεται σε ένα γήπεδο- κινούμενη άμμο, που μετατοπίζεται εσωτερικά, αλλά μένει ακίνητο εξωτερικά

Η   ρεαλιστική ενεργειακή μετάβαση θα γίνει ρεαλιστική όταν έχει αφετηρία την πραγματικότητα, ενταχθεί και σε ένα ρεαλιστικό πλαίσιο, με ρεαλιστικούς στόχους και προσγειωμένους κλιματικούς νόμους που θα περιλαμβάνουν προϋπολογισμούς, πολιτικές και δεν θα αλλάζει κάθε δύο χρόνια στόχευση και προτεραιότητες.

www.worldenergynews.gr
 

Ρoή Ειδήσεων

Δείτε επίσης