Όπως επισημαίνει ο οργανισμός, αυτό το υψηλό επίπεδο εξάρτησης καθιστά τις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες ιδιαίτερα ευάλωτες σε γεωπολιτικές εντάσεις, εξαγωγικούς περιορισμούς και σημεία συμφόρησης στη διύλιση, την ώρα που τα ορυκτά εξελίσσονται σε θεμέλιο της ηλεκτροδότησης, των ψηφιακών υποδομών και της προηγμένης μεταποίησης
Περισσότερο από το 60% της παγκόσμιας ζήτησης για κρίσιμα ορυκτά καλύπτεται μέσω του διεθνούς εμπορίου, γεγονός που αναδεικνύει τη βαθιά διαρθρωτική αλληλεξάρτηση μεταξύ οικονομιών παραγωγής και κατανάλωσης, καθώς επιταχύνεται η ανάπτυξη της καθαρής ενέργειας, σύμφωνα με το International Energy Forum (IEF).
Όπως επισημαίνει ο οργανισμός, αυτό το υψηλό επίπεδο εξάρτησης καθιστά τις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες ιδιαίτερα ευάλωτες σε γεωπολιτικές εντάσεις, εξαγωγικούς περιορισμούς και σημεία συμφόρησης στη διύλιση, την ώρα που τα ορυκτά εξελίσσονται σε θεμέλιο της ηλεκτροδότησης, των ψηφιακών υποδομών και της προηγμένης μεταποίησης.
Στη νέα του έκθεση με τίτλο «A Critical Minerals Enabled Energy Future», το IEF προειδοποιεί για αυξανόμενες ευπάθειες από την πλευρά της προσφοράς, καθώς η ζήτηση για τα βασικά ορυκτά της ενεργειακής μετάβασης αυξάνεται απότομα έως το 2040.
Ειδικότερα, οι αγορές χαλκού και νικελίου ενδέχεται να αντιμετωπίσουν ουσιαστικά ελλείμματα έως τα μέσα της δεκαετίας του 2030, ενώ η προσφορά λιθίου παραμένει συγκεντρωμένη σε περιορισμένο αριθμό χωρών.
Την ίδια στιγμή, οι κυβερνητικές παρεμβάσεις εντείνονται με παρόμοιο ρυθμό.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις του IEF, ο αριθμός πολιτικών για κρίσιμα ορυκτά που θεσπίστηκαν μετά το 2020 είναι σχεδόν διπλάσιος από το σύνολο των δύο προηγούμενων δεκαετιών, με τα κράτη να στρέφονται ολοένα και περισσότερο σε στρατηγικό σχεδιασμό, εξαγωγικούς ελέγχους και υποχρεώσεις εγχώριας επεξεργασίας, προκειμένου να προστατεύσουν τις εφοδιαστικές τους αλυσίδες.
Τα 5 κορυφαία μέταλλα
Η έκθεση δείχνει ότι η παγκόσμια ζήτηση για τα πέντε βασικά ορυκτά – χαλκό, νικέλιο, κοβάλτιο, λίθιο και σπάνιες γαίες – αναμένεται να αυξηθεί από 28 εκατ. τόνους το 2021 σε σχεδόν 41 εκατ. τόνους έως το 2040, αναδεικνύοντας την αυξανόμενη εξάρτηση των τεχνολογιών καθαρής ενέργειας από αλυσίδες εφοδιασμού με υψηλή ένταση ορυκτών.
Στις εφαρμογές καθαρής ενέργειας, ο χαλκός παραμένει ο σημαντικότερος παράγοντας, με τη ζήτησή του να υπερδιπλασιάζεται και να ξεπερνά τα 12 εκατ. τόνους, ενώ το λίθιο και το νικέλιο καταγράφουν τους ταχύτερους ρυθμούς αύξησης, με άνοδο άνω του δεκαπλάσιου λόγω της παραγωγής μπαταριών και συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας.
Οι σπάνιες γαίες και το κοβάλτιο εμφανίζουν πιο σταθερή, αλλά επίσης σημαντική, αύξηση καθώς προχωρά η ηλεκτροδότηση.
Τα ηλεκτρικά οχήματα θα συνεχίσουν να αποτελούν έναν από τους βασικούς μοχλούς ζήτησης, καθώς χρησιμοποιούν τετραπλάσια ποσότητα χαλκού σε σχέση με τα οχήματα εσωτερικής καύσης.
Η κατανάλωση χαλκού μόνο από τα ηλεκτρικά οχήματα εκτιμάται ότι θα αυξηθεί από 200.000 τόνους το 2020 σε 3,4 εκατ. τόνους έως το 2035, με μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 14% την περίοδο 2025-2035. Παράλληλα, η εξάπλωση της τεχνητής νοημοσύνης, των data centers και των βιομηχανιών υψηλής έντασης ημιαγωγών εντείνει τον ανταγωνισμό μεταξύ κλάδων για τα ίδια ορυκτά.
Η γεωγραφική συγκέντρωση επιτείνει την πρόκληση, καθώς η Ινδονησία καλύπτει πάνω από το ήμισυ της παγκόσμιας προσφοράς νικελίου, η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό παράγει περίπου το 70% του κοβαλτίου, ενώ η Κίνα ελέγχει πάνω από το 90% της παγκόσμιας δυναμικότητας διύλισης σπάνιων γαιών.
Η εξόρυξη λιθίου παραμένει κυριαρχούμενη από την Αυστραλία, τη Χιλή και την Κίνα, οι οποίες αντιστοιχούσαν σε περισσότερο από τα τρία τέταρτα της παγκόσμιας παραγωγής το 2022.
Το IEF καταγράφει ότι περισσότερες από 600 πολιτικές παγκοσμίως στοχεύουν πλέον τις αλυσίδες εφοδιασμού κρίσιμων ορυκτών, αποκαλύπτοντας τόσο γεωγραφική συγκέντρωση όσο και ταχέως μεταβαλλόμενες προτεραιότητες. Ο στρατηγικός σχεδιασμός παραμένει το κυρίαρχο μοτίβο, ωστόσο τα μέτρα διεθνούς εμπορίου και οι εξαγωγικοί έλεγχοι αυξάνονται ραγδαία, σε ορισμένες περιπτώσεις υπερβαίνοντας τις ρυθμίσεις που εστιάζουν στη βιωσιμότητα.
Χώρες του ΟΟΣΑ, όπως οι ΗΠΑ, ο Καναδάς και η Αυστραλία, υλοποιούν κίνητρα για έρευνα, διύλιση και ανακύκλωση, ενώ μεγάλοι παραγωγοί όπως η Ινδονησία, η Χιλή και το Περού προωθούν πολιτικές για επενδύσεις ανάντη και ενίσχυση της προστιθέμενης αξίας εντός των συνόρων τους. Οι ΗΠΑ έχουν επίσης εντείνει τις προσπάθειες ανάκτησης ορυκτών από απορρίμματα ορυχείων και παλαιές εγκαταστάσεις, ως λύση με λιγότερα εμπόδια σε σχέση με νέες αδειοδοτήσεις.
Παρά την επιτάχυνση αυτή, η έκθεση προειδοποιεί ότι παρεμβάσεις που στρεβλώνουν την αγορά ενδέχεται να ενισχύσουν τη μεταβλητότητα, εάν δεν συνοδεύονται από διασυνοριακό συντονισμό.
Το IEF υποστηρίζει ότι διαφανείς αγορές, κοινά δεδομένα και δομημένος διάλογος μεταξύ παραγωγών και καταναλωτών – αντίστοιχος με τους μηχανισμούς που χρησιμοποιούνται στις αγορές πετρελαίου – θα είναι κρίσιμα στοιχεία για τη διατήρηση των επενδύσεων και τη μείωση της αβεβαιότητας σε αγορές ορυκτών όπου τόσο η εξόρυξη όσο και η διύλιση παραμένουν ιδιαίτερα συγκεντρωμένες.
www.worldenergynews.gr
Όπως επισημαίνει ο οργανισμός, αυτό το υψηλό επίπεδο εξάρτησης καθιστά τις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες ιδιαίτερα ευάλωτες σε γεωπολιτικές εντάσεις, εξαγωγικούς περιορισμούς και σημεία συμφόρησης στη διύλιση, την ώρα που τα ορυκτά εξελίσσονται σε θεμέλιο της ηλεκτροδότησης, των ψηφιακών υποδομών και της προηγμένης μεταποίησης.
Στη νέα του έκθεση με τίτλο «A Critical Minerals Enabled Energy Future», το IEF προειδοποιεί για αυξανόμενες ευπάθειες από την πλευρά της προσφοράς, καθώς η ζήτηση για τα βασικά ορυκτά της ενεργειακής μετάβασης αυξάνεται απότομα έως το 2040.
Ειδικότερα, οι αγορές χαλκού και νικελίου ενδέχεται να αντιμετωπίσουν ουσιαστικά ελλείμματα έως τα μέσα της δεκαετίας του 2030, ενώ η προσφορά λιθίου παραμένει συγκεντρωμένη σε περιορισμένο αριθμό χωρών.
Την ίδια στιγμή, οι κυβερνητικές παρεμβάσεις εντείνονται με παρόμοιο ρυθμό.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις του IEF, ο αριθμός πολιτικών για κρίσιμα ορυκτά που θεσπίστηκαν μετά το 2020 είναι σχεδόν διπλάσιος από το σύνολο των δύο προηγούμενων δεκαετιών, με τα κράτη να στρέφονται ολοένα και περισσότερο σε στρατηγικό σχεδιασμό, εξαγωγικούς ελέγχους και υποχρεώσεις εγχώριας επεξεργασίας, προκειμένου να προστατεύσουν τις εφοδιαστικές τους αλυσίδες.
Τα 5 κορυφαία μέταλλα
Η έκθεση δείχνει ότι η παγκόσμια ζήτηση για τα πέντε βασικά ορυκτά – χαλκό, νικέλιο, κοβάλτιο, λίθιο και σπάνιες γαίες – αναμένεται να αυξηθεί από 28 εκατ. τόνους το 2021 σε σχεδόν 41 εκατ. τόνους έως το 2040, αναδεικνύοντας την αυξανόμενη εξάρτηση των τεχνολογιών καθαρής ενέργειας από αλυσίδες εφοδιασμού με υψηλή ένταση ορυκτών.
Στις εφαρμογές καθαρής ενέργειας, ο χαλκός παραμένει ο σημαντικότερος παράγοντας, με τη ζήτησή του να υπερδιπλασιάζεται και να ξεπερνά τα 12 εκατ. τόνους, ενώ το λίθιο και το νικέλιο καταγράφουν τους ταχύτερους ρυθμούς αύξησης, με άνοδο άνω του δεκαπλάσιου λόγω της παραγωγής μπαταριών και συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας.
Οι σπάνιες γαίες και το κοβάλτιο εμφανίζουν πιο σταθερή, αλλά επίσης σημαντική, αύξηση καθώς προχωρά η ηλεκτροδότηση.
Τα ηλεκτρικά οχήματα θα συνεχίσουν να αποτελούν έναν από τους βασικούς μοχλούς ζήτησης, καθώς χρησιμοποιούν τετραπλάσια ποσότητα χαλκού σε σχέση με τα οχήματα εσωτερικής καύσης.
Η κατανάλωση χαλκού μόνο από τα ηλεκτρικά οχήματα εκτιμάται ότι θα αυξηθεί από 200.000 τόνους το 2020 σε 3,4 εκατ. τόνους έως το 2035, με μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 14% την περίοδο 2025-2035. Παράλληλα, η εξάπλωση της τεχνητής νοημοσύνης, των data centers και των βιομηχανιών υψηλής έντασης ημιαγωγών εντείνει τον ανταγωνισμό μεταξύ κλάδων για τα ίδια ορυκτά.
Η γεωγραφική συγκέντρωση επιτείνει την πρόκληση, καθώς η Ινδονησία καλύπτει πάνω από το ήμισυ της παγκόσμιας προσφοράς νικελίου, η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό παράγει περίπου το 70% του κοβαλτίου, ενώ η Κίνα ελέγχει πάνω από το 90% της παγκόσμιας δυναμικότητας διύλισης σπάνιων γαιών.
Η εξόρυξη λιθίου παραμένει κυριαρχούμενη από την Αυστραλία, τη Χιλή και την Κίνα, οι οποίες αντιστοιχούσαν σε περισσότερο από τα τρία τέταρτα της παγκόσμιας παραγωγής το 2022.
Το IEF καταγράφει ότι περισσότερες από 600 πολιτικές παγκοσμίως στοχεύουν πλέον τις αλυσίδες εφοδιασμού κρίσιμων ορυκτών, αποκαλύπτοντας τόσο γεωγραφική συγκέντρωση όσο και ταχέως μεταβαλλόμενες προτεραιότητες. Ο στρατηγικός σχεδιασμός παραμένει το κυρίαρχο μοτίβο, ωστόσο τα μέτρα διεθνούς εμπορίου και οι εξαγωγικοί έλεγχοι αυξάνονται ραγδαία, σε ορισμένες περιπτώσεις υπερβαίνοντας τις ρυθμίσεις που εστιάζουν στη βιωσιμότητα.
Χώρες του ΟΟΣΑ, όπως οι ΗΠΑ, ο Καναδάς και η Αυστραλία, υλοποιούν κίνητρα για έρευνα, διύλιση και ανακύκλωση, ενώ μεγάλοι παραγωγοί όπως η Ινδονησία, η Χιλή και το Περού προωθούν πολιτικές για επενδύσεις ανάντη και ενίσχυση της προστιθέμενης αξίας εντός των συνόρων τους. Οι ΗΠΑ έχουν επίσης εντείνει τις προσπάθειες ανάκτησης ορυκτών από απορρίμματα ορυχείων και παλαιές εγκαταστάσεις, ως λύση με λιγότερα εμπόδια σε σχέση με νέες αδειοδοτήσεις.
Παρά την επιτάχυνση αυτή, η έκθεση προειδοποιεί ότι παρεμβάσεις που στρεβλώνουν την αγορά ενδέχεται να ενισχύσουν τη μεταβλητότητα, εάν δεν συνοδεύονται από διασυνοριακό συντονισμό.
Το IEF υποστηρίζει ότι διαφανείς αγορές, κοινά δεδομένα και δομημένος διάλογος μεταξύ παραγωγών και καταναλωτών – αντίστοιχος με τους μηχανισμούς που χρησιμοποιούνται στις αγορές πετρελαίου – θα είναι κρίσιμα στοιχεία για τη διατήρηση των επενδύσεων και τη μείωση της αβεβαιότητας σε αγορές ορυκτών όπου τόσο η εξόρυξη όσο και η διύλιση παραμένουν ιδιαίτερα συγκεντρωμένες.
www.worldenergynews.gr






