AD
Άμυνα & Γεωπολιτική

Αtlantic Council: Η Τουρκία, η Ευρώπη και το δόγμα της πυρηνικής αποτροπής

Αtlantic Council: Η Τουρκία, η Ευρώπη και το δόγμα της πυρηνικής αποτροπής
Σημαντικό ζήτημα αποτελεί επίσης ο επιμερισμός ρόλων και κόστους μεταξύ των χωρών που διαθέτουν πυρηνικά μέσα —κυρίως η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο— και των κρατών που θα συμμετέχουν με συμβατικές δυνάμεις υποστήριξης 
Η επιδείνωση του ευρωπαϊκού περιβάλλοντος ασφαλείας την τελευταία δεκαετία έχει επαναφέρει στο επίκεντρο της στρατηγικής συζήτησης το ενδεχόμενο δημιουργίας μιας ευρωπαϊκής πυρηνικής αποτροπής

Όπως διαβάζουμε στο think tank Atlantic Council, η προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία το 2014, η πλήρους κλίμακας εισβολή στην Ουκρανία το 2022 και οι αυξανόμενες αμφιβολίες για τη μακροπρόθεσμη αξιοπιστία των αμερικανικών εγγυήσεων ασφαλείας έχουν οδηγήσει ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να επανεξετάσουν τα θεμέλια της αποτρεπτικής τους στρατηγικής.
 
Στο επίκεντρο αυτής της συζήτησης βρίσκεται η Γαλλία, η οποία επιχειρεί σταδιακά να προσδώσει ευρωπαϊκή διάσταση στο πυρηνικό της δόγμα. 

Ο πρόεδρος Μακρόν έχει επανειλημμένα από το 2020 προωθήσει την ιδέα ενός στρατηγικού διαλόγου για την ευρωπαϊκή πυρηνική αποτροπή, επιδιώκοντας μεγαλύτερο συντονισμό με τους Ευρωπαίους συμμάχους, χωρίς όμως να εγκαταλείπεται η αρχή του απόλυτου εθνικού ελέγχου των γαλλικών πυρηνικών όπλων.
 
Η γαλλική στρατηγική βασίζεται στην έννοια της «forward deterrence», δηλαδή μιας εμπροσθοβαρούς αποτροπής που θα μπορούσε σταδιακά να ενσωματώσει περισσότερους Ευρωπαίους εταίρους σε επίπεδο διαβουλεύσεων, επιχειρησιακού συντονισμού και πιθανής συμμετοχής σε αποστολές υποστήριξης. 

Η προσέγγιση αυτή θεωρείται από πολλούς ως σύγχρονη αναβίωση της γκολικής στρατηγικής αυτονομίας, προσαρμοσμένη όμως στις νέες γεωπολιτικές συνθήκες.
 
Η συζήτηση έχει αρχίσει να αποκτά ευρύτερη δυναμική στην Ευρώπη. Η κοινή διακήρυξη Northwood του 2025 μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και Γαλλίας αποτέλεσε σημαντικό βήμα προς στενότερο πυρηνικό συντονισμό μεταξύ των δύο ευρωπαϊκών πυρηνικών δυνάμεων, ενώ η Γερμανία εμφανίζεται πλέον περισσότερο ανοιχτή στη συμμετοχή σε σχετικές πρωτοβουλίες. 

Το 2026 συγκροτήθηκε γαλλογερμανική ομάδα υψηλού επιπέδου για την πυρηνική αποτροπή, ενώ χώρες όπως η Πολωνία, η Ολλανδία, το Βέλγιο, η Δανία, η Σουηδία και η Ελλάδα έχουν εκφράσει ενδιαφέρον για συμμετοχή στον διάλογο, αν και με διαφορετικούς βαθμούς επιφυλακτικότητας.
 
Παράλληλα, η Ευρώπη καλείται να αντιμετωπίσει σειρά σύνθετων ζητημάτων γύρω από τη δομή και τη λειτουργία μιας μελλοντικής πυρηνικής αρχιτεκτονικής. 

Η γαλλική αποτρεπτική δύναμη βασίζεται σήμερα σε θαλάσσιες και εναέριες δυνατότητες, όμως αρκετοί αναλυτές θεωρούν ότι μακροπρόθεσμα θα μπορούσε να εξεταστεί ακόμη και η ανάπτυξη χερσαίων συστημάτων, προκειμένου να ενισχυθεί η αξιοπιστία και η ανθεκτικότητα της αποτροπής.
 
Σημαντικό ζήτημα αποτελεί επίσης ο επιμερισμός ρόλων και κόστους μεταξύ των χωρών που διαθέτουν πυρηνικά μέσα —κυρίως η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο— και των κρατών που θα συμμετέχουν με συμβατικές δυνάμεις υποστήριξης. 

Ένα πιθανό μοντέλο προβλέπει τη χρηματοδοτική συνεισφορά ευρωπαϊκών χωρών στις γαλλικές και βρετανικές αποτρεπτικές δυνατότητες, χωρίς όμως αυτό να συνεπάγεται συμμετοχή στις τελικές αποφάσεις χρήσης πυρηνικών όπλων.
 
Στο πλαίσιο αυτό, επανέρχεται και η συζήτηση για πιθανή ανάπτυξη γαλλικών μαχητικών Dassault Rafale με δυνατότητα μεταφοράς πυρηνικών όπλων σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, στα πρότυπα του αμερικανικού συστήματος nuclear sharing στο ΝΑΤΟ. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα απαιτούσε νέες υποδομές, κοινές ασκήσεις και σαφείς μηχανισμούς επιχειρησιακού συντονισμού.

Ο ρόλος της Τουρκίας
 
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο ρόλος της Τουρκίας στη διαμορφούμενη ευρωπαϊκή αποτρεπτική συζήτηση. Η Τουρκία, ως μακροχρόνιο μέλος του NATO και συμμετέχουσα στις δομές πυρηνικού διαμοιρασμού της Συμμαχίας, κατέχει κομβική γεωστρατηγική θέση ανάμεσα στην Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή. 

Η σημασία της ενισχύεται περαιτέρω από τον έλεγχο των Στενών βάσει της Σύμβασης του Μοντρέ, τη στρατιωτική της ισχύ ως δεύτερης μεγαλύτερης δύναμης του ΝΑΤΟ και τη συνεχή ανάπτυξη της αμυντικής της βιομηχανίας σε τομείς όπως τα μη επανδρωμένα συστήματα και οι πύραυλοι.
 
Παρότι η Άγκυρα δεν συμμετέχει μέχρι στιγμής στις νέες ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες πυρηνικής αποτροπής, αρκετοί αναλυτές προειδοποιούν ότι ο αποκλεισμός της θα μπορούσε να ενισχύσει τον κατακερματισμό εντός της Συμμαχίας. 
Υποστηρίζουν ότι μια πιο συμπεριληπτική αρχιτεκτονική, η οποία θα ενσωματώνει τις τουρκικές συμβατικές δυνατότητες και τη στρατηγική της θέση, θα ενίσχυε τόσο την αξιοπιστία όσο και τη συνοχή μιας μελλοντικής ευρωπαϊκής αποτροπής.
 
Παράλληλα, η Τουρκία εμφανίζεται να επιδιώκει τη διατήρηση στρατηγικής ευελιξίας χωρίς να εξετάζει σοβαρά την ανάπτυξη δικού της πυρηνικού οπλοστασίου, καθώς παραμένει συμβαλλόμενο μέρος της Συνθήκης Μη Διάδοσης Πυρηνικών Όπλων και συνεχίζει να βασίζεται στην πυρηνική ομπρέλα των Ηνωμένων Πολιτειών στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ.
 
Η ευρωπαϊκή συζήτηση για την πυρηνική αποτροπή παραμένει ακόμη σε αρχικό στάδιο και συνοδεύεται από σημαντικά πολιτικά, θεσμικά και επιχειρησιακά εμπόδια. 

Ωστόσο, η αβεβαιότητα γύρω από τον μελλοντικό ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών στην ευρωπαϊκή ασφάλεια ενισχύει τη βούληση πολλών ευρωπαϊκών κρατών να εξετάσουν σοβαρότερα το ενδεχόμενο μιας περισσότερο αυτόνομης αποτρεπτικής αρχιτεκτονικής. 

Οι αναλυτές εκτιμούν ότι η διαμόρφωση ενός τέτοιου συστήματος θα απαιτήσει τουλάχιστον μία δεκαετία σταδιακής πολιτικής, στρατιωτικής και θεσμικής προετοιμασίας.
 
www.worldenergynews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Δείτε επίσης