Παράταση της λιγνιτικής λειτουργίας των μονάδων III, IV και V του ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου και της «Πτολεμαΐδα V» έως το 2030, 2040 και 2050 αντίστοιχα, με σύνδεση της οριστικής απόσυρσης με την έναρξη παραγωγικής εκμετάλλευσης εγχώριων θαλάσσιων υδρογονανθράκων
Με μια παρέμβαση που επιχειρεί να αλλάξει ριζικά τα δεδομένα στην ενεργειακή πολιτική της χώρας, ο Πάρις Κουκουλόπουλος κατέθεσε, με την επανέναρξη των εργασιών της Βουλής, την τροπολογία για την παράταση της ζωής συγκεκριμένων λιγνιτικών μονάδων της Δυτικής Μακεδονίας.
Πρόκειται, όπως υποστηρίζει ο ίδιος, για την κορυφαία από τις τρεις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει απέναντι στους Δυτικομακεδόνες. Η πρόταση δεν περιορίζεται, όμως, μόνο στην παράταση της λειτουργίας των μονάδων. Επιχειρεί να δημιουργήσει ένα διαφορετικό μοντέλο αξιοποίησης του λιγνίτη, έξω από τους χρηματιστηριακούς μηχανισμούς της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και με αποζημίωση βάσει του πραγματικού λειτουργικού και μεταβλητού κόστους.
Η τροπολογία προβλέπει παράλληλα ειδικές ρυθμίσεις για την τηλεθέρμανση, τους εργαζομένους, τις οφειλές και τα δάνειά τους, αλλά και αυστηρές κυρώσεις σε περίπτωση πρόωρης παύσης των μονάδων.
Οι ημερομηνίες που αλλάζουν τον ενεργειακό χάρτη της Δυτικής Μακεδονίας
Η βασική αλλαγή αφορά το άρθρο 11 του Εθνικού Κλιματικού Νόμου.
Αντί της υφιστάμενης απαγόρευσης παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από στερεά ορυκτά καύσιμα από το τέλος του 2028, η προτεινόμενη ρύθμιση συνδέει την παύση της λιγνιτικής λειτουργίας με την έναρξη της παραγωγικής εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων στις θαλάσσιες περιοχές της χώρας.
Παράλληλα, τίθενται συγκεκριμένα κατώτατα χρονικά όρια:
- 1η Ιανουαρίου 2030 για τις μονάδες III και IV του ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου.
- 1η Ιανουαρίου 2040 για τη μονάδα V του ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου.
- 1η Ιανουαρίου 2050 για τη μονάδα «Πτολεμαΐδα V».
Μέχρι τα αντίστοιχα όρια, οι μονάδες προβλέπεται να λειτουργούν ως αμιγώς λιγνιτικές.
Η μεγάλη τομή: λιγνίτης έξω από το χρηματιστήριο ενέργειας
Το πιο φιλόδοξο σημείο της πρότασης βρίσκεται στην παράγραφο 2.
Η λειτουργία των συγκεκριμένων μονάδων προβλέπεται να πραγματοποιείται εκτός των χρηματιστηριακών αγορών ενέργειας, κατά παρέκκλιση αντίθετων γενικών ή ειδικών διατάξεων.
Οι μονάδες θα εντάσσονται στο σύστημα κατά απόλυτη προτεραιότητα, με βάση τη διαθέσιμη ισχύ τους, ενώ η αποζημίωσή τους θα υπολογίζεται βάσει του πραγματικού λειτουργικού και μεταβλητού κόστους, ανεξάρτητα από τις τιμές εκκαθάρισης της Αγοράς Επόμενης Ημέρας.
Η πολιτική λογική πίσω από τη ρύθμιση είναι σαφής: ο ελληνικός λιγνίτης να χρησιμοποιηθεί ως εγχώρια παραγωγή βάσης και να μην αμείβεται με βάση την υψηλότερη οριακή τιμή που διαμορφώνεται στην αγορά.
Ο Κουκουλόπουλος χαρακτηρίζει το σημερινό μοντέλο πηγή στρεβλώσεων και υποστηρίζει ότι η εισαγωγή λιγνιτικής παραγωγής εκτός των χρηματιστηριακών μηχανισμών μπορεί να περιορίσει το ενεργειακό κόστος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Στο επίκεντρο η «Πτολεμαΐδα V»
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στην υπερσύγχρονη μονάδα «Πτολεμαΐδα V», η οποία σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση αποτέλεσε επένδυση ύψους περίπου 1,6 δισ. ευρώ.
Η πρόταση επιχειρεί να ανατρέψει τον σχεδιασμό για την πρόωρη απόσυρσή της και να διασφαλίσει τη λειτουργία της ως μονάδας βάσης με ελληνικό καύσιμο.
Σύμφωνα με την επιχειρηματολογία της τροπολογίας, η αξιοποίηση της μονάδας θα μπορούσε να περιορίσει την εξάρτηση από το εισαγόμενο φυσικό αέριο, μειώνοντας την έκθεση της χώρας στις διεθνείς γεωπολιτικές και ενεργειακές αναταράξεις.
Τηλεθέρμανση: ρητή προστασία για Κοζάνη και Εορδαία
Η πρόταση δεν αντιμετωπίζει το ζήτημα μόνο ως υπόθεση ηλεκτροπαραγωγής.
Ειδική διάταξη προβλέπει ότι οι ανάγκες τηλεθέρμανσης των Δήμων Εορδαίας και Κοζάνης θα καλύπτονται από τη λιγνιτική λειτουργία των συγκεκριμένων μονάδων έως τα προβλεπόμενα χρονικά όρια.
Έτσι, η τηλεθέρμανση συνδέεται άμεσα με τη διατήρηση της λιγνιτικής παραγωγής, σε μια προσπάθεια να αποφευχθεί η εξάρτηση από εισαγόμενο φυσικό αέριο και, μεταβατικά, από πετρέλαιο.
Αυστηρές ρήτρες απέναντι σε πρόωρο «λουκέτο»
Η τροπολογία δεν αφήνει το ζήτημα της παράτασης μόνο στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης της ΔΕΗ.
Προβλέπει ότι κάθε απόφαση, εντολή ή οδηγία της διοίκησης που θα αντίκειται στις νέες διατάξεις και θα αποσκοπεί στην πρόωρη παύση της λιγνιτικής λειτουργίας θα θεωρείται αυτοδικαίως άκυρη.
Ακόμη πιο αυστηρή είναι η επόμενη διάταξη, η οποία προβλέπει ποινικές συνέπειες σε περιπτώσεις πράξεων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην πρόωρη απαξίωση ή καταστροφή περιουσιακών στοιχείων, εξοπλισμού και υποδομών που απαιτούνται για την τροφοδοσία των μονάδων.
Στην αιτιολογική έκθεση υποστηρίζεται ότι με τον τρόπο αυτό επιχειρείται να διασφαλιστεί πως οι νομοθετικά καθορισμένες ημερομηνίες δεν θα παρακαμφθούν στην πράξη.
Στο προσκήνιο οι εργαζόμενοι
Ιδιαίτερο κεφάλαιο της τροπολογίας αποτελεί η αποκατάσταση των εργαζομένων που επηρεάστηκαν από την παύση λειτουργίας των μονάδων.
Η πρόταση αφορά εργαζομένους της ΔΕΗ, αλλά και απασχολούμενους σε εργολάβους, υπεργολάβους και εταιρείες προσωρινής απασχόλησης.
Προβλέπεται, εφόσον το επιθυμούν και κατόπιν αίτησής τους, η αποκατάστασή τους στην προηγούμενη εργασιακή τους κατάσταση.
Παράλληλα, προβλέπεται πλήρης αποζημίωση για απώλεια εισοδημάτων και ασφαλιστικών ή συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που προέκυψαν κατά το μεσοδιάστημα.
«Ξανανοίγουν» ρυθμίσεις οφειλών και δανείων
Η τροπολογία επιχειρεί να αντιμετωπίσει και τις οικονομικές συνέπειες της απώλειας εισοδήματος.
Ρυθμίσεις οφειλών και δανείων εργαζομένων που χάθηκαν κατά το τελευταίο εξάμηνο πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου προβλέπεται να αναβιώνουν αυτοδικαίως.
Παράλληλα, προβλέπεται διαγραφή τόκων υπερημερίας και προσαυξήσεων, ακύρωση πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης που έχουν επιβληθεί στο πλαίσιο αυτών των οφειλών και άρση δυσμενών καταχωρίσεων σε αρχεία οικονομικής συμπεριφοράς.
Οι ίδιες προβλέψεις επεκτείνονται αναλογικά και στους εγγυητές των σχετικών δανειακών συμβάσεων.
Το μεγάλο οικονομικό επιχείρημα
Στην αιτιολογική έκθεση, η αξιοποίηση του λιγνίτη παρουσιάζεται όχι μόνο ως επιλογή ενεργειακής ασφάλειας αλλά και ως εργαλείο οικονομικής πολιτικής.
Η βασική θέση είναι ότι η αντικατάσταση εγχώριου λιγνίτη από εισαγόμενο φυσικό αέριο αυξάνει την εξάρτηση της Ελλάδας από τις διεθνείς αγορές καυσίμων και επιβαρύνει το εμπορικό ισοζύγιο.
Η τροπολογία εκτιμά ότι η αξιοποίηση του ελληνικού λιγνίτη θα μπορούσε να βελτιώσει το εμπορικό ισοζύγιο τουλάχιστον κατά 1 δισ. ευρώ, μέσω της αντίστοιχης μείωσης εισαγωγών φυσικού αερίου.
Παράλληλα, υποστηρίζεται ότι η αύξηση της λιγνιτικής παραγωγής θα μπορούσε να περιορίσει το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας και να μειώσει την ανάγκη προσφυγής σε ακριβότερες μονάδες φυσικού αερίου.
Η σύγκρουση με το μοντέλο οριακής τιμολόγησης
Κεντρικό σημείο της αιτιολογικής έκθεσης είναι η κριτική στο ευρωπαϊκό και ελληνικό μοντέλο οριακής τιμολόγησης.
Η επιχειρηματολογία του Κουκουλόπουλου στηρίζεται στην άποψη ότι μια φθηνότερη μονάδα μπορεί να επηρεάζεται στην τελική αποζημίωσή της από την υψηλότερη οριακή τιμή που προκύπτει στην αγορά, όταν η τελευταία και ακριβότερη μονάδα που απαιτείται για την κάλυψη της ζήτησης είναι συνήθως μονάδα φυσικού αερίου.
Η προτεινόμενη λύση είναι η αποσύνδεση των συγκεκριμένων λιγνιτικών μονάδων από αυτή τη διαδικασία και η αποζημίωσή τους με βάση το πραγματικό τους κόστος.
Έτσι, η τροπολογία επιχειρεί να μετατρέψει τον λιγνίτη από έναν ακόμη συμμετέχοντα στην αγορά σε εργαλείο σταθερού κόστους και ενεργειακής ασφάλειας.
Ενεργειακή ασφάλεια σε μια περίοδο γεωπολιτικής αβεβαιότητας
Η συγκυρία, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση, καθιστά την παρέμβαση ακόμη πιο επείγουσα.
Οι γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή και οι κίνδυνοι νέων ενεργειακών ανατιμήσεων επαναφέρουν στο προσκήνιο το ζήτημα της ενεργειακής επάρκειας και της εξάρτησης από εισαγόμενα καύσιμα.
Σε αυτό το περιβάλλον, η πρόταση υποστηρίζει ότι η διατήρηση διαθέσιμης εγχώριας παραγωγής βάσης μπορεί να λειτουργήσει ως «ασπίδα» απέναντι σε εξωτερικά ενεργειακά σοκ.
Η επίκληση του ευρωπαϊκού δικαίου
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στη συμβατότητα της προτεινόμενης ρύθμισης με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η αιτιολογική έκθεση υποστηρίζει ότι το ενωσιακό πλαίσιο θέτει δεσμευτικούς συνολικούς στόχους για τη μείωση των εκπομπών και την κλιματική ουδετερότητα, χωρίς να επιβάλλει μία ενιαία ημερομηνία παύσης όλων των λιγνιτικών μονάδων σε κάθε κράτος-μέλος.
Με βάση αυτή την προσέγγιση, οι προτεινόμενες ημερομηνίες του 2030, του 2040 και του 2050 παρουσιάζονται ως εθνική επιλογή στο πλαίσιο μιας διαφορετικής πορείας ενεργειακής μετάβασης.
Μια πρόταση που ανοίγει συνολική πολιτική σύγκρουση
Η τροπολογία Κουκουλόπουλου δεν αποτελεί απλώς αίτημα για μερικά ακόμη χρόνια λειτουργίας των λιγνιτικών μονάδων.
Επιχειρεί να ανοίξει συνολικά τη συζήτηση για το ενεργειακό μοντέλο της χώρας: τον ρόλο του λιγνίτη, την εξάρτηση από το φυσικό αέριο, τη λειτουργία της χονδρεμπορικής αγοράς, το κόστος για καταναλωτές και επιχειρήσεις, την ενεργειακή ασφάλεια και το μέλλον της Δυτικής Μακεδονίας.
Το πολιτικό μήνυμα είναι ξεκάθαρο: η απολιγνιτοποίηση δεν μπορεί, σύμφωνα με την πρόταση, να προχωρήσει με όρους που αφήνουν πίσω μια ολόκληρη περιφέρεια, αυξάνουν την ενεργειακή εξάρτηση και επιβαρύνουν την οικονομία.
Τώρα η ευθύνη περνά στην κυβέρνηση και στη Βουλή. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η προτεινόμενη παράταση θα αντιμετωπιστεί ως μια ακόμη πολιτική αντιπαράθεση ή ως αφορμή για μια ουσιαστική επανεξέταση της ενεργειακής στρατηγικής της χώρας.
Για τη Δυτική Μακεδονία, πάντως, το διακύβευμα είναι πολύ μεγαλύτερο από μία ημερομηνία απόσυρσης. Αφορά την ενέργεια, την εργασία, την τηλεθέρμανση, την τοπική οικονομία και τελικά το ίδιο το αναπτυξιακό μέλλον της περιοχής.
www.worldenergynews.gr






