Η Goldman Sachs διατήρησε αμετάβλητη την πρόβλεψή της για το τελικό επίπεδο επιτοκίων στο εύρος 3%-3,25%
Η Goldman Sachs μετέθεσε την πρόβλεψή της για τις επόμενες μειώσεις επιτοκίων από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) στο 2027, εκτιμώντας ότι η ισχυρότερη του αναμενομένου αγορά εργασίας έχει αφαιρέσει την αίσθηση του επείγοντος για παρεμβάσεις της κεντρικής τράπεζας μέσα στο τρέχον έτος.
Ο οικονομολόγος της τράπεζας, Ντέιβιντ Μέρικλ, εκτιμά πλέον ότι οι δύο τελευταίες μειώσεις επιτοκίων που περιλαμβάνονται στο βασικό σενάριο της Goldman Sachs θα πραγματοποιηθούν τον Ιούνιο και τον Δεκέμβριο του 2027. Προηγουμένως, η τράπεζα ανέμενε ότι οι μειώσεις αυτές θα γίνονταν τον Δεκέμβριο του 2026 και τον Μάρτιο του 2027. Η αναθεώρηση ακολουθεί μια σειρά ισχυρών στοιχείων για την απασχόληση, με τη Goldman να επισημαίνει ότι η τάση δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας έχει ενισχυθεί σημαντικά τους τελευταίους μήνες.
Ο Μέρικλ εκτιμά πλέον ότι το ποσοστό ανεργίας θα αυξηθεί μόνο οριακά στο 4,4% φέτος, έναντι προηγούμενης πρόβλεψης για 4,6%, ποσοστό που, όπως σημειώνει, «δεν είναι αρκετό για να δημιουργήσει αίσθηση επείγοντος για μείωση των επιτοκίων».
«Πλέον θεωρούμε ότι η πιο φυσική πορεία για την Επιτροπή Ανοικτής Αγοράς της Fed (FOMC) είναι να καθυστερήσει περαιτέρω μειώσεις μέχρι να υποχωρήσουν οι επιδράσεις από τη μετακύλιση των δασμών στις τιμές, τις υψηλότερες τιμές πετρελαίου και τις υπόλοιπες συνέπειες του πολέμου, καθώς και οι επιδράσεις της ζήτησης που συνδέεται με την τεχνητή νοημοσύνη, οι οποίες είναι λανθασμένα μετρημένες και υπερεκτιμημένες, και έως ότου ο ετήσιος δομικός πληθωρισμός PCE πλησιάσει περισσότερο τον στόχο του 2%», ανέφερε ο οικονομολόγος.
Σύμφωνα με τον ίδιο, ο συνδυασμός αυτών των τριών παραγόντων — δασμών, ενεργειακών πιέσεων που σχετίζονται με τον πόλεμο και στρεβλώσεων από τη ζήτηση που συνδέεται με την τεχνητή νοημοσύνη — αναμένεται να διατηρήσει τον ετήσιο δομικό πληθωρισμό PCE πάνω από το 3% καθ’ όλη τη διάρκεια του 2026, πριν επιστρέψει προς το 2% το 2027.
Παρά ταύτα, ο Μέρικλ εκτιμά ότι η υποκείμενη εικόνα του πληθωρισμού είναι ηπιότερη, σημειώνοντας ότι η αύξηση των μισθών κινείται περίπου μισή ποσοστιαία μονάδα κάτω από το επίπεδο που θεωρείται συμβατό με σταθερό πληθωρισμό 2%, ενώ οι πρόδρομοι δείκτες για την πορεία των ενοικίων παραμένουν ιδιαίτερα χαμηλοί.
«Ως αποτέλεσμα, εξακολουθούμε να αναμένουμε ότι ο πληθωρισμός θα υποχωρήσει κοντά στο 2% το 2027, εκτός εάν υπάρξουν νέοι κραδασμοί στην πλευρά της προσφοράς», σημείωσε.
Αναφερόμενος στο ενδεχόμενο αύξησης των επιτοκίων, ο οικονομολόγος εκτιμά ότι παραμένει απίθανο, αλλά πλέον είναι ελαφρώς πιθανότερο σε σχέση με το παρελθόν. Συγκεκριμένα, τοποθετεί την πιθανότητα στο 20%, από 10% προηγουμένως. Όπως εξηγεί, οι πρόσφατες τοποθετήσεις αξιωματούχων της Fed έχουν αποκτήσει πιο «επιθετικό» τόνο, ενώ η ανθεκτικότητα της οικονομικής ανάπτυξης και της απασχόλησης μειώνει τον κίνδυνο μια αύξηση επιτοκίων να αποδειχθεί λανθασμένη επιλογή πολιτικής.
Η Goldman Sachs διατήρησε αμετάβλητη την πρόβλεψή της για το τελικό επίπεδο επιτοκίων στο εύρος 3%-3,25%. Ωστόσο, ο Μέρικλ αναγνώρισε ότι μια παρατεταμένη περίοδος αδράνειας θα μπορούσε τελικά να πείσει τους αξιωματούχους της Fed ότι τα επιτόκια βρίσκονται ήδη σε κατάλληλο επίπεδο, καθιστώντας ένα σενάριο διατήρησής τους αμετάβλητων μια ρεαλιστική εναλλακτική στο βασικό σενάριο της τράπεζας.
Παρά την πιο «επιθετική» κατεύθυνση που αποτυπώνεται στην ανάλυση εναλλακτικών σεναρίων, ο ίδιος υπογράμμισε ότι η πρόβλεψη της Goldman Sachs για τη Fed, σταθμισμένη με βάση τις πιθανότητες, «παραμένει αισθητά πιο ήπια σε σχέση με τις αποτιμήσεις των αγορών».






