Το άρθρο υπογράφει ο Marc Champion, αρθρογράφος γνώμης του Bloomberg, o oποίος έχει επίσης διατελέσει επικεφαλής του γραφείου Κωνσταντινούπολης της Wall Street Journal
Μια νέα γεωπολιτική ανάλυση εξετάζει τον ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει η Σαουδική Αραβία σε μια πιθανή αποκλιμάκωση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή και θέτει το ερώτημα κατά πόσο οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι διατεθειμένες να ακούσουν τις προτάσεις του Ριάντ.
Η ανάλυση ξεκινά από την εκτίμηση ότι οι λεγόμενες «μεσαίες δυνάμεις» προσπαθούν να λειτουργήσουν ως σταθεροποιητικός παράγοντας σε ένα περιβάλλον όπου κυριαρχούν μεγάλες στρατιωτικές δυνάμεις, με τον Καναδό πρωθυπουργό Μαρκ Κάρνεϊ να έχει υποστηρίξει την ανάγκη για μεγαλύτερη συνεργασία αυτών των χωρών.
Ωστόσο, η πραγματικότητα στον Περσικό Κόλπο δοκιμάζει αυτή τη θεωρία, καθώς οι χώρες της περιοχής –και ειδικά η Σαουδική Αραβία– βρίσκονται αντιμέτωπες με μια σύγκρουση που δεν προκάλεσαν και δεν μπορούν να ελέγξουν.
Η Σαουδική Αραβία, που παλαιότερα υποστήριζε μια πιο επιθετική στάση κατά του Ιράν, έχει πλέον αναθεωρήσει τη στρατηγική της, δίνοντας προτεραιότητα στη σταθερότητα και στην οικονομική της μετάβαση στο πλαίσιο του σχεδίου «Vision 2030». Η αστάθεια απειλεί άμεσα τις επενδύσεις και τα μεγάλα αναπτυξιακά έργα της χώρας.
Η ανάλυση επισημαίνει ότι η ένταση με το Ιράν δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους για την ενεργειακή ασφάλεια της Σαουδικής Αραβίας. Το Ριάντ ανησυχεί ότι περαιτέρω κλιμάκωση θα μπορούσε να οδηγήσει σε επιθέσεις σε υποδομές, όπως εγκαταστάσεις αφαλάτωσης και πετρελαϊκές υποδομές, οι οποίες είναι κρίσιμες για την οικονομία και την καθημερινή ζωή της χώρας.
Παράλληλα, υπάρχει ο φόβος ότι ένοπλες ομάδες στην Υεμένη, όπως οι Χούθι, θα μπορούσαν να εμπλακούν ξανά στη σύγκρουση, με πιθανές επιθέσεις σε στρατηγικά σημεία όπως το στενό του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, που αποτελεί κομβικό πέρασμα για το παγκόσμιο εμπόριο και τις πετρελαϊκές ροές.
Από την άλλη πλευρά, το Ριάντ δεν επιθυμεί ούτε μια «εύθραυστη εκεχειρία» που θα αφήνει το Ιράν αποδυναμωμένο αλλά ακόμη επικίνδυνο, ούτε μια κατάσταση συνεχών περιοδικών συγκρούσεων που θα αποθαρρύνουν τις επενδύσεις και θα υπονομεύσουν την οικονομική του στρατηγική.
Η ανάλυση υπογραμμίζει ότι σε ένα τέτοιο σενάριο, η Σαουδική Αραβία κινδυνεύει να χάσει τον γεωπολιτικό έλεγχο της περιοχής, καθώς οι εξελίξεις θα καθορίζονται κυρίως από το Ισραήλ και το Ιράν, με τις μεγάλες δυνάμεις να παρεμβαίνουν από απόσταση.
Για αυτόν τον λόγο, το Ριάντ έχει αρχίσει να αναζητά εναλλακτικές στρατηγικές συμμαχίες πέρα από τις ΗΠΑ. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η προσέγγιση με την Τουρκία, η στρατιωτική συμφωνία με το Πακιστάν και οι παραδοσιακές σχέσεις με την Αίγυπτος, οι οποίες διαμορφώνουν ένα χαλαρό περιφερειακό μπλοκ συνεργασίας.
Ωστόσο, οι αναλυτές σημειώνουν ότι η επιρροή αυτών των «μεσαίων δυνάμεων» παραμένει περιορισμένη απέναντι σε ισχυρούς παίκτες όπως οι ΗΠΑ, το Ισραήλ και το Ιράν, γεγονός που καθιστά δύσκολη την επιβολή μιας σταθερής ειρηνευτικής λύσης.
Την ίδια ώρα, η διαφοροποίηση των θέσεων μεταξύ συμμάχων –όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, που διατηρούν στενότερες σχέσεις με το Ισραήλ– περιπλέκει ακόμη περισσότερο την εικόνα, καθώς δεν υπάρχει ενιαία αραβική γραμμή.
Η ανάλυση καταλήγει ότι οι επιλογές που εξετάζει η Ουάσινγκτον, είτε συνέχιση της σύγκρουσης είτε μια αδύναμη συμφωνία, ενδέχεται να πλήξουν τους ίδιους τους συμμάχους της. Σε αυτό το πλαίσιο, προτείνεται οι ΗΠΑ να λάβουν πιο σοβαρά υπόψη τις θέσεις της Σαουδικής Αραβίας, καθώς η σταθερότητα της περιοχής εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις ισορροπίες που θα διαμορφωθούν τώρα.






