Για χρόνια, οι αμερικανικές κυβερνήσεις αντιμετώπιζαν το δικαίωμα εμπλουτισμού ουρανίου εντός της Σαουδικής Αραβίας ως παραχώρηση που θα μπορούσε να γίνει μόνο με σημαντικό στρατηγικό αντάλλαγμα. Το τελευταίο διάστημα, αυτό το αντάλλαγμα ήταν η εξομάλυνση των σχέσεων του Ριάντ με το Ισραήλ
Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει δείξει επανειλημμένα ότι προτιμά να δοκιμάζει φιλόδοξες πολιτικές σε πραγματικό χρόνο και μάλιστα δημόσια. Σύμφωνα με την ανάλυση, νωρίτερα αυτή την εβδομάδα η Ουάσιγκτον εμφανιζόταν διατεθειμένη να παραχωρήσει στη Σαουδική Αραβία ένα από τα σημαντικότερα διαπραγματευτικά της χαρτιά, χωρίς τα ανταλλάγματα που παραδοσιακά απαιτούσε η αμερικανική εξωτερική πολιτική.
Για χρόνια, οι αμερικανικές κυβερνήσεις αντιμετώπιζαν το δικαίωμα εμπλουτισμού ουρανίου εντός της Σαουδικής Αραβίας ως παραχώρηση που θα μπορούσε να γίνει μόνο με σημαντικό στρατηγικό αντάλλαγμα. Το τελευταίο διάστημα, αυτό το αντάλλαγμα ήταν η εξομάλυνση των σχέσεων του Ριάντ με το Ισραήλ.
Όπως επισημαίνεται, πριν από δύο ημέρες ο Τραμπ εμφανιζόταν πρόθυμος να εγκαταλείψει αυτό το διαπραγματευτικό πλεονέκτημα, καθώς επιδίωκε να ανακτήσει τον έλεγχο μιας σύγκρουσης που, κατά τον συντάκτη, δεν θα έπρεπε να είχε ξεσπάσει. Ωστόσο, μέχρι το βράδυ της Πέμπτης, και πιθανότατα έπειτα από έντονες πιέσεις του Ισραήλ, η στάση της Ουάσιγκτον άλλαξε, επαναφέροντας ως προϋπόθεση για την πυρηνική συμφωνία με τη Σαουδική Αραβία την εξομάλυνση των σχέσεων με το Ισραήλ.
Η ανάλυση υποστηρίζει ότι το βασικό πρόβλημα είναι πως οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούν πλέον να ανακτήσουν το διαπραγματευτικό πλεονέκτημα που έχουν ήδη απεμπολήσει.
Παράλληλα, εκτιμάται ότι ο πόλεμος με το Ιράν έκανε πιθανότερη, αντί λιγότερο πιθανή, την απόκτηση πυρηνικού όπλου από την Τεχεράνη. Επιπλέον, σημειώνεται ότι η αμερικανική κυβέρνηση απέτυχε να διατηρήσει τον έλεγχο της σύγκρουσης, με αποτέλεσμα το επίκεντρο να μεταφερθεί στον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ, ζήτημα που πριν από την κρίση δεν αποτελούσε βασικό παράγοντα.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η μοναδική ελπίδα πλέον είναι το Κογκρέσο να μην εγκρίνει μια συμφωνία που ουσιαστικά θα οδηγήσει στην πυρηνικοποίηση της Μέσης Ανατολής, καθώς υπάρχουν άλλοι τρόποι ώστε να αποτραπεί η κάλυψη του κενού από χώρες όπως η Κίνα και η Ρωσία.
Ο συντάκτης υποστηρίζει ακόμη ότι ο Τραμπ δεν θα μπορεί να ελέγξει μια Σαουδική Αραβία με δυνατότητα εμπλουτισμού ουρανίου, επειδή έχει ήδη απολέσει μεγάλο μέρος της αμερικανικής διαπραγματευτικής ισχύος. Επισημαίνει επίσης ότι η συμφωνία έχει έντονα συναλλακτικό χαρακτήρα, καθώς αποσκοπεί και στην ενίσχυση των αμερικανικών επιχειρήσεων, οι οποίες όμως λογοδοτούν στους μετόχους τους και όχι στον πρόεδρο των ΗΠΑ.
Κατά την ίδια ανάλυση, η επιδίωξη μιας θεαματικής πολιτικής επιτυχίας ενόψει των εκλογών του Νοεμβρίου υπερισχύει των μακροπρόθεσμων στρατηγικών συνεπειών.
Υπογραμμίζεται ακόμη ότι, από τη στιγμή που θα δημιουργηθεί υποδομή εμπλουτισμού ουρανίου στη Σαουδική Αραβία, καμία μελλοντική αμερικανική κυβέρνηση δεν θα είναι σε θέση να την καταργήσει. Οι ΗΠΑ θα μπορούν να επιβάλουν κυρώσεις, να διακόψουν στρατιωτική βοήθεια ή αμυντικές συμφωνίες, αλλά δεν θα μπορούν να ανατρέψουν έναν πλήρη εθνικό κύκλο πυρηνικού καυσίμου που οι ίδιες συνέβαλαν να δημιουργηθεί.
Η ανάλυση χαρακτηρίζει αντιφατική τη νέα αμερικανική πολιτική, υποστηρίζοντας ότι ένας πόλεμος που παρουσιάστηκε ως προσπάθεια περιορισμού του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν καταλήγει να ανοίγει τον δρόμο για μια πιθανή πυρηνική Σαουδική Αραβία, με στόχο την αποτροπή της Τεχεράνης.
Όπως σημειώνεται, μια τόσο εύθραυστη περιοχή όπως η Μέση Ανατολή δεν μπορεί να αντέξει την εξάπλωση πυρηνικών δυνατοτήτων. Παράλληλα, επισημαίνεται ότι ούτε το Ισραήλ επιθυμεί να βρεθεί περικυκλωμένο από κράτη με πυρηνικές δυνατότητες, ενώ μια εγκατάσταση εμπλουτισμού ουρανίου στη Σαουδική Αραβία θα αποτελούσε πιθανό στόχο του Ιράν, το οποίο ήδη απειλεί ενεργειακές υποδομές του βασιλείου.
Σε τεχνικό επίπεδο, επισημαίνεται ότι η Σαουδική Αραβία δεν ξεκινά από μηδενική βάση. Αν και δεν διαθέτει πυρηνικά όπλα, εμπορικούς πυρηνικούς αντιδραστήρες ή εγκαταστάσεις εμπλουτισμού ουρανίου, έχει ήδη αναπτύξει το απαραίτητο θεσμικό και ερευνητικό πλαίσιο, κατασκευάζει ερευνητικό αντιδραστήρα χαμηλής ισχύος, εξερευνά εγχώρια κοιτάσματα ουρανίου και έχει διακηρύξει την πρόθεσή της να αποκτήσει μεγαλύτερο έλεγχο στον κύκλο του πυρηνικού καυσίμου.
Παράλληλα, διαθέτει βαλλιστικούς πυραύλους κινεζικής προέλευσης μεγάλου βεληνεκούς, ικανούς να μεταφέρουν πυρηνικές κεφαλές. Σύμφωνα με την ανάλυση, η δυνατότητα εγχώριου εμπλουτισμού αποτελεί το τελευταίο κρίσιμο στοιχείο που της λείπει.
Ο συντάκτης υποστηρίζει ακόμη ότι η υπό διαμόρφωση συμφωνία δεν προβλέπει επαρκείς δικλίδες ασφαλείας, καθώς δεν απαιτεί καν υποχρεωτική εποπτεία από τη Διεθνή Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας (IAEA).
www.worldenergynews.gr






