Μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου, τα αμερικανικά στρατεύματα θα είχαν αποχωρήσει από το Ιράκ, βάζοντας τέλος σε περισσότερες από δύο δεκαετίες αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας. Από την εισβολή του 2003 και μετά, η σχέση Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράκ καθορίστηκε σε μεγάλο βαθμό από την παρουσία των αμερικανικών δυνάμεων. Η αποχώρηση προσφέρει μια ευκαιρία να κλείσει ένα δύσκολο κεφάλαιο στην αμερικανική ιστορία στο Ιράκ, δεν θα πρέπει όμως να οδηγήσει και στο τέλος της αμερικανικής εμπλοκής στη χώρα.
Παρότι η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ υλοποιεί τη συμφωνία για την αποχώρηση, το χρονοδιάγραμμα για τον τερματισμό της επιχείρησης Inherent Resolve, δηλαδή του διεθνούς στρατιωτικού συνασπισμού κατά του Ισλαμικού Κράτους του Ιράκ και του Λεβάντε (ISIS), είχε συμφωνηθεί επί κυβέρνησης Τζο Μπάιντεν και ανακοινωθεί τον Σεπτέμβριο του 2024.
Οι συντάκτες της ανάλυσης από το Atlantic Council, συμμετείχαν στην αμερικανική διαπραγματευτική ομάδα που εργάστηκε επί σχεδόν έναν χρόνο με τη Βαγδάτη, προκειμένου να επιτευχθεί μια συμφωνία για σταδιακή μείωση της στρατιωτικής επιχείρησης και μετάβαση σε διμερή συνεργασία στον τομέα της ασφάλειας. Στόχος ήταν να αποφευχθεί μια επανάληψη της αποχώρησης του 2011 και της μετέπειτα κατάληψης σχεδόν του ενός τρίτου του ιρακινού εδάφους από το ISIS.
Η εκτίμηση τότε ήταν ότι η διατήρηση μιας αμερικανικής παρουσίας στον τομέα της ασφάλειας παρέμενε κρίσιμη για τα στρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ, ανεξάρτητα από το εάν θα συνεχιζόταν ή όχι η επιχείρηση Inherent Resolve.
Γιατί το Ιράκ εξακολουθεί να έχει σημασία για τις ΗΠΑ
Στις Ηνωμένες Πολιτείες έχει εδώ και χρόνια εδραιωθεί η κόπωση από το Ιράκ, μετά από μια πολυετή στρατιωτική εμπλοκή, δαπάνες δισεκατομμυρίων δολαρίων και τον θάνατο χιλιάδων Αμερικανών και Ιρακινών. Για πολλούς Αμερικανούς, το Ιράκ αποτελεί έναν από τους βασικούς «πολέμους χωρίς τέλος», ενώ η αποχώρηση συμβαδίζει με τη στρατηγική του Ντόναλντ Τραμπ για περιορισμό του συνολικού αμερικανικού στρατιωτικού αποτυπώματος στη Μέση Ανατολή.
Για πολλούς Ιρακινούς, αλλά και για το Ιράν, η αποχώρηση αποτελεί εξέλιξη προς τη σωστή κατεύθυνση, καθώς η Τεχεράνη επιδιώκει εδώ και χρόνια την απομάκρυνση των αμερικανικών δυνάμεων από το Ιράκ και την ευρύτερη περιοχή.
Η αμερικανική εισβολή που ανέτρεψε τον Σαντάμ Χουσεΐν εξουδετέρωσε τον σημαντικότερο περιφερειακό αντίπαλο του Ιράν και δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την ενίσχυση της ιρανικής επιρροής στο Ιράκ, σε οικονομικό, πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο. Οι φιλοϊρανικές πολιτοφυλακές ενισχύθηκαν σημαντικά τα επόμενα χρόνια, αποκτώντας μεγαλύτερη δύναμη και αριθμητική παρουσία και λειτουργώντας ως σημαντικό εργαλείο ασύμμετρης άμυνας για την Τεχεράνη.
Ο σημερινός πρωθυπουργός του Ιράκ, Αλί αλ-Ζαΐντι, έχει δεσμευτεί να αφοπλίσει τις συγκεκριμένες ένοπλες ομάδες, μια εξαιρετικά δύσκολη αποστολή, η οποία όμως, σύμφωνα με τους αναλυτές, δεν είναι αδύνατη εφόσον οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σημαντικότερες περιφερειακές δυνάμεις είναι διατεθειμένες να ακολουθήσουν μια μακροπρόθεσμη στρατηγική.
Το επιχείρημα υπέρ της διατήρησης της αμερικανικής εμπλοκής στο Ιράκ δεν αφορά μόνο το «αίμα και τον πλούτο» που έχουν ήδη επενδυθεί στη χώρα. Αφορά κυρίως τα μακροπρόθεσμα στρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ.
Για περισσότερο από μία δεκαετία, κάθε Αμερικανός πρόεδρος επιχείρησε να μετατοπίσει το επίκεντρο της αμερικανικής στρατηγικής προς την Ασία και να περιορίσει την εμπλοκή στη Μέση Ανατολή. Ωστόσο, κάθε κυβέρνηση βρέθηκε εκ νέου αντιμέτωπη με περιφερειακές κρίσεις που την ανάγκασαν να επιστρέψει στην περιοχή.
Η επιστροφή των αμερικανικών δυνάμεων για την αντιμετώπιση του ISIS, η περιφερειακή κλιμάκωση μετά την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023 και ο πόλεμος ΗΠΑ-Ισραήλ με το Ιράν αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα. Τα αμερικανικά συμφέροντα στη Μέση Ανατολή παραμένουν διαρκή και είναι πιθανό να συνεχίσουν να κρατούν την Ουάσινγκτον ενεργή στην περιοχή.
Η αποχώρηση των στρατευμάτων δεν πρέπει να γίνει αποχώρηση από το Ιράκ
Το γεγονός ότι η αποχώρηση πραγματοποιείται ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη μια παρατεταμένη αμερικανική σύγκρουση με το Ιράν αναδεικνύει ακριβώς τους λόγους για τους οποίους οι ΗΠΑ δεν θα πρέπει να αποστασιοποιηθούν από το Ιράκ.
Νωρίτερα αυτόν τον μήνα, φιλοϊρανικές ιρακινές πολιτοφυλακές επιτέθηκαν σε αγωγό πετρελαίου της Σαουδικής Αραβίας, ενώ καθ' όλη τη διάρκεια του πολέμου έχουν πραγματοποιήσει πολυάριθμες επιθέσεις εναντίον αμερικανικού προσωπικού και βάσεων στην περιοχή.
Οι εξελίξεις αυτές υπενθυμίζουν ότι όσα συμβαίνουν στο Ιράκ δεν περιορίζονται εντός των ιρακινών συνόρων. Από τον πρώτο Πόλεμο του Κόλπου και τον πόλεμο στο Ιράκ μέχρι την εκστρατεία κατά του ISIS, η σταθερότητα της χώρας είχε πάντοτε ευρύτερες περιφερειακές συνέπειες.
Με πληθυσμό περίπου 45 εκατομμυρίων ανθρώπων και τεράστιους πόρους σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο, το Ιράκ θα παραμείνει σημαντικός παράγοντας για την οικονομία της Μέσης Ανατολής και μπορεί να λειτουργήσει είτε ως δύναμη σταθερότητας είτε ως πηγή νέας αστάθειας.
Στην Ουάσινγκτον υπάρχουν αναλυτές που θεωρούν ότι το Ιράκ έχει ήδη χαθεί υπέρ του Ιράν και ότι η συνέχιση της αμερικανικής εμπλοκής θα αποφέρει περιορισμένα αποτελέσματα. Η συγκεκριμένη ανάλυση απορρίπτει αυτή την άποψη.
Παρά το γεγονός ότι το Ιράκ έχει υποχωρήσει σημαντικά από το επίκεντρο της αμερικανικής κοινής γνώμης, οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να θεωρούνται από την ιρακινή πολιτική ελίτ ένας κρίσιμος αντίβαρος στην υπερβολική ιρανική επιρροή και ένας σημαντικός οικονομικός εταίρος.
Η Ουάσινγκτον δεν χρειάζεται να διατηρεί χιλιάδες στρατιώτες στο Ιράκ προκειμένου να επηρεάζει τις ισορροπίες.
Αντί για μεγάλη στρατιωτική παρουσία, οι ΗΠΑ μπορούν να ενισχύσουν τη διμερή συνεργασία στον τομέα της ασφάλειας μέσω μιας μικρής αλλά ικανής ομάδας συμβούλων, να διατηρήσουν ισχυρή διπλωματική παρουσία, συμπεριλαμβανομένου ενός πλήρως διορισμένου πρέσβη, και να εντείνουν τις προσπάθειες για την ανάπτυξη των αμερικανικών εμπορικών σχέσεων με τη χώρα.
Η εποχή των εβδομαδιαίων τηλεφωνικών επικοινωνιών μεταξύ του Αμερικανού προέδρου και του Ιρακινού πρωθυπουργού έχει παρέλθει. Ωστόσο, οι τακτικές επαφές σε υψηλό επίπεδο μεταξύ ανώτερων Αμερικανών αξιωματούχων μπορούν να επαρκούν για την προώθηση των αμερικανικών προτεραιοτήτων.
Σε μια περίοδο κατά την οποία η αμερικανική πολιτική ηγεσία επιχειρεί να αξιολογεί με μεγαλύτερη προσοχή το κόστος, τους κινδύνους και τα οφέλη κάθε εμπλοκής, μια σχετικά περιορισμένη επένδυση χρόνου και πολιτικής προσοχής στο Ιράκ μπορεί να αποφέρει σημαντικά στρατηγικά οφέλη.
Το περιθώριο ελιγμών απέναντι στην ιρανική επιρροή
Οι δύο συντάκτες της ανάλυσης έχουν πραγματοποιήσει εκτεταμένες επαφές με κορυφαίους Ιρακινούς πολιτικούς, τόσο Σιίτες και Σουνίτες όσο και Κούρδους. Όπως υποστηρίζουν, υπάρχει ευρεία στήριξη στη σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες σε ολόκληρο το πολιτικό φάσμα, ακόμη και μεταξύ πολιτικών που διατηρούν στενές πολιτικές και οικονομικές σχέσεις με το Ιράν.
Οι Σιίτες πολιτικοί ηγέτες του Ιράκ μπορεί να διαθέτουν θρησκευτικούς και πολιτικούς δεσμούς με την Τεχεράνη, ωστόσο έχουν και δικά τους συμφέροντα. Παρότι δεν έχουν πάντοτε ανταποκριθεί στις αμερικανικές απαιτήσεις, έχουν λάβει αποφάσεις που εξυπηρετούν τα ιρακινά συμφέροντα ακόμη και όταν αυτές συγκρούονται με τις επιδιώξεις του Ιράν.
Με σταθερή αμερικανική παρουσία και σχετικά περιορισμένη δέσμευση πόρων, οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να αξιοποιήσουν την επιρροή που εξακολουθούν να διαθέτουν, προκειμένου να προωθήσουν τα δικά τους στρατηγικά συμφέροντα και παράλληλα να συμβάλουν στη διαμόρφωση μιας διαφορετικής περιφερειακής κατεύθυνσης για το Ιράκ.
Ο στόχος δεν είναι η επιστροφή των αμερικανικών στρατευμάτων, αλλά η διατήρηση μιας ενεργής συνεργασίας στον τομέα της ασφάλειας, η ενίσχυση των οικονομικών σχέσεων και η συνέχιση της διπλωματικής παρουσίας των ΗΠΑ στο Ιράκ.
www.worldenergynews.gr






