Σε αλλαγές στο σχέδιο αύξησης της χρήσης πράσινων καυσίμων για τη θέρμανση των κατοικιών προσανατολίζεται η γερμανική κυβέρνηση, περιορίζοντας την εφαρμογή της σχετικής ποσόστωσης στα καύσιμα που πωλούνται στα νοικοκυριά και παρέχοντας μεγαλύτερη ευελιξία στους προμηθευτές ως προς την επίτευξη των στόχων. Σύμφωνα με έγγραφο του υπουργείου Οικονομίας που περιήλθε στην κατοχή του Clean Energy Wire, οι εταιρείες θα μπορούν, υπό προϋποθέσεις, να μεταφέρουν υποχρεώσεις σε επόμενα έτη, να συμψηφίζουν ελλείμματα ή να καταβάλλουν πρόστιμα όταν δεν επιτυγχάνουν τις προβλεπόμενες επιδόσεις.
Η πρόταση προβλέπει ότι η ποσόστωση θα αφορά αποκλειστικά τα καύσιμα για οικιακή χρήση και δεν θα καλύπτει την κατανάλωση στη βιομηχανία, τις επιχειρήσεις, τις μεταφορές, την ηλεκτροπαραγωγή και τα συστήματα τηλεθέρμανσης. Οι λεπτομέρειες αναδείχθηκαν ενόψει συνάντησης του υπουργείου με εκπροσώπους της αγοράς στις 16 Οκτωβρίου.
Σταδιακή αύξηση της συμμετοχής των πράσινων καυσίμων
Η σχεδιαζόμενη ποσόστωση αποτελεί μέρος της προσπάθειας εφαρμογής του νέου νόμου για τον εκσυγχρονισμό των κτιρίων, τον οποίο ψήφισε τον Ιούλιο ο κυβερνητικός συνασπισμός του καγκελαρίου Φρίντριχ Μερτς. Το νέο πλαίσιο αντικαθιστά τους αμφιλεγόμενους κανόνες της προηγούμενης κυβέρνησης για τη θέρμανση, οι οποίοι προέβλεπαν ότι τα νέα συστήματα θα πρέπει να καλύπτουν τουλάχιστον το 65% των ενεργειακών αναγκών τους από ανανεώσιμες πηγές.
Με βάση τη νέα πρόταση, οι προμηθευτές φυσικού αερίου και πετρελαίου θέρμανσης θα πρέπει να αυξάνουν σταδιακά το ποσοστό των ανανεώσιμων καυσίμων που διαθέτουν στην οικιακή αγορά, όπως το βιοαέριο και το υδρογόνο. Η ποσόστωση προβλέπεται να ξεκινήσει από το 1% το 2028, να αυξηθεί στο 20% το 2035 και στο 50% το 2040, με στόχο να φτάσει στο 100% έως το 2045. Ωστόσο, μόνο ο τελικός στόχος του 2045 θα είναι υποχρεωτικός.
Οι προμηθευτές θα μπορούν να μεταφέρουν την υπέρβαση ενός στόχου στο επόμενο έτος, να καλύπτουν αργότερα τυχόν ελλείμματα, να ανταλλάσσουν μεταξύ τους δικαιώματα συμμόρφωσης ή να καταβάλλουν χρηματική επιβάρυνση σε περίπτωση μη επίτευξης των απαιτήσεων. Η προσέγγιση αυτή αποσκοπεί στη διευκόλυνση της εφαρμογής του μέτρου, αλλά έχει προκαλέσει ερωτήματα για το κατά πόσο θα εξασφαλίσει πραγματική και έγκαιρη μείωση των εκπομπών.
Οι νέες ρυθμίσεις αφορούν τα υφιστάμενα συστήματα θέρμανσης. Για τις νέες εγκαταστάσεις λεβήτων φυσικού αερίου και πετρελαίου θα εξακολουθήσει να ισχύει ξεχωριστή και αυστηρότερη απαίτηση, γνωστή ως «βιολογική κλίμακα» (bio-ladder). Το σχετικό ποσοστό πράσινων καυσίμων θα ξεκινήσει από το 10% το 2029 και θα αυξηθεί σταδιακά στο 60% έως το 2040.
Επάρκεια καυσίμων και κόστος για τους καταναλωτές
Η διαθεσιμότητα επαρκών ποσοτήτων πράσινων αερίων αποτελεί ένα από τα βασικά ζητήματα που συνοδεύουν το σχέδιο. Εκπρόσωποι της αγοράς και περιβαλλοντικές οργανώσεις προειδοποιούν ότι η περιορισμένη προσφορά θα μπορούσε να υπονομεύσει την αποτελεσματικότητα του μέτρου για την απανθρακοποίηση, ενώ παράλληλα παραμένει αβέβαιο το κόστος που θα κληθούν να επωμιστούν οι καταναλωτές.
Το υπουργείο Οικονομίας υποστηρίζει, πάντως, ότι οι αναλύσεις του δείχνουν πως μπορούν να εξασφαλιστούν επαρκείς ποσότητες από εγχώριες και ευρωπαϊκές πηγές. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του, η μακροπρόθεσμη δυνατότητα παραγωγής βιομεθανίου στη Γερμανία ανέρχεται σε 113 τεραβατώρες (TWh) ετησίως, ενώ επιπλέον 27 TWh θα μπορούσαν να καλυφθούν μέσω εισαγωγών. Για τα βιοκαύσιμα πετρελαϊκού τύπου, το δυναμικό εκτιμάται σε 70 TWh έως το 2045.
Εκπρόσωπος του υπουργείου ανέφερε στο Clean Energy Wire ότι οι εγχώριες και ευρωπαϊκές πηγές θεωρούνται προς το παρόν επαρκείς, προσθέτοντας ότι το πλαίσιο θα μπορεί να προσαρμοστεί εάν οι διαθέσιμες ποσότητες αποδειχθούν μικρότερες από τις αναμενόμενες.
Η πρόκληση είναι σημαντική για τη Γερμανία, καθώς η θέρμανση εξακολουθεί να βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στα ορυκτά καύσιμα. Η χώρα κατανάλωσε συνολικά 864 TWh φυσικού αερίου το 2025, εκ των οποίων περίπου 346 TWh αντιστοιχούσαν σε νοικοκυριά και εμπορικές δραστηριότητες, με μεγάλο μέρος αυτής της ποσότητας να χρησιμοποιείται για θέρμανση.
Από την πλευρά του, ο κλάδος της βιοενέργειας, μέσω της ένωσης Hauptstadtbüro Bioenergie (HBB), εκτιμά ότι οι απαιτούμενες ποσότητες μπορούν να εξασφαλιστούν με την αξιοποίηση ανεκμετάλλευτων δυνατοτήτων στην επεξεργασία αποβλήτων, σε συνδυασμό με την αναμενόμενη μείωση της ζήτησης φυσικού αερίου για θέρμανση.
Αντιδράσεις από τις επιχειρήσεις και τις περιβαλλοντικές οργανώσεις
Ο Ίνγκμπερτ Λίμπινγκ, επικεφαλής της Ένωσης Τοπικών Επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας (VKU), εκτίμησε ότι το έγγραφο αποσαφηνίζει τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση σκοπεύει να εφαρμόσει το αναθεωρημένο νομοθετικό πλαίσιο. Όπως σημείωσε, η πρόταση προσφέρει στα νοικοκυριά μια εναλλακτική διαδρομή για τη μείωση των εκπομπών από τη θέρμανση, χωρίς να απαιτείται κατ’ ανάγκη η εγκατάσταση αντλιών θερμότητας ή η σύνδεση με δίκτυα τηλεθέρμανσης.
Ωστόσο, προειδοποίησε ότι εξακολουθεί να απουσιάζει ένα σαφές κυβερνητικό σχέδιο για την προέλευση των απαιτούμενων ποσοτήτων πράσινων αερίων. Όπως υπογράμμισε, οι διαθέσιμοι πόροι είναι περιορισμένοι και διεκδικούνται από πολλούς διαφορετικούς κλάδους. Για να καταστεί η ποσόστωση εφαρμόσιμη και οικονομικά προσιτή, θεωρεί αναγκαία μια ολοκληρωμένη στρατηγική που θα καθορίζει τόσο την εγχώρια παραγωγή όσο και τις εισαγωγές.
Πιο επικριτική εμφανίζεται η περιβαλλοντική οργάνωση Environmental Action Germany (DUH), η οποία υποστηρίζει ότι η αναμενόμενη έλλειψη πράσινων αερίων ενδέχεται να καταστήσει το μέτρο αναποτελεσματικό ως προς την επίτευξη των κλιματικών στόχων. Η διευθύνουσα σύμβουλος της οργάνωσης, Μπάρμπαρα Μετς, εκτίμησε ότι η δυνατότητα αναβολής των υποχρεώσεων και προσαρμογής στους όρους της αγοράς δείχνει πως η ίδια η κυβέρνηση δεν είναι βέβαιη ότι η ποσόστωση μπορεί να εφαρμοστεί στην πράξη.
Η DUH αμφισβητεί επίσης τον τρόπο με τον οποίο ορίζονται τα πράσινα καύσιμα που θα μπορούν να προσμετρώνται στην ποσόστωση, επισημαίνοντας ότι ακόμη και η παραγωγή βιομεθανίου μπορεί να συνοδεύεται από σημαντικές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου.
Ανησυχίες εκφράζει και η ένωση ιδιοκτητών κατοικιών BSB, η οποία θεωρεί ότι οι προτεινόμενες ρυθμίσεις ενδέχεται να μεταφέρουν το μεγαλύτερο μέρος του σχετικού κόστους στα νοικοκυριά. Ο επικεφαλής της, Χένρικ Φορκ-Βάιγκελ, προειδοποίησε ότι η επιβάρυνση των καταναλωτών θα μπορούσε να μετατρέψει το ζήτημα σε κοινωνικό πρόβλημα, ζητώντας σαφείς εγγυήσεις ώστε τα ποσά που θα καταβάλλουν οι προμηθευτές για τη μη συμμόρφωση να μην μετακυλίονται στους λογαριασμούς των πελατών τους.
Η συζήτηση στη Γερμανία αναδεικνύει έτσι το δίλημμα που συνοδεύει την ενεργειακή μετάβαση στον κτιριακό τομέα: την ανάγκη επιτάχυνσης της μείωσης των εκπομπών, χωρίς να δημιουργηθούν ελλείψεις στην αγορά πράσινων καυσίμων ή δυσανάλογες επιβαρύνσεις για τα νοικοκυριά.
www.worldenergynews.gr






