AD

Φωτοβολταϊκή βιομηχανία στην Ευρώπη: Η ιδανική δυναμικότητα εργοστασίων κυμαίνεται από 1 έως 3 GW (pv-magazine)

Φωτοβολταϊκή βιομηχανία στην Ευρώπη: Η ιδανική δυναμικότητα εργοστασίων κυμαίνεται από 1 έως 3 GW (pv-magazine)

Η διευθύνουσα σύμβουλος της Ecoprogetti, Laura Sartore, υποστηρίζει ότι οι μεσαίου μεγέθους μονάδες παραγωγής μπορούν να εξασφαλίσουν οικονομική βιωσιμότητα, ευελιξία και ανταγωνιστικό κόστος, χωρίς τις χρηματοδοτικές επιβαρύνσεις των μεγαλύτερων εργοστασίων

Η Laura Sartore, διευθύνουσα σύμβουλος της Ecoprogetti, μίλησε στο pv magazine για την εξέλιξη των εφοδιαστικών αλυσίδων στον κλάδο της ηλιακής ενέργειας, αναλύοντας τον προστατευτισμό, τη βιομηχανική πολιτική και τις οικονομίες κλίμακας.

Ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ινδία επικεντρώνονται στην ενίσχυση των εγχώριων εφοδιαστικών αλυσίδων, η Ευρώπη ενδέχεται να χρειάζεται μια διαφορετική προσέγγιση: ένα δίκτυο μεσαίου μεγέθους κατασκευαστών, ικανών να συνδυάζουν την οικονομική βιωσιμότητα με την ευελιξία της παραγωγής.

Οι παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες φωτοβολταϊκών υφίστανται βαθύ μετασχηματισμό, καθώς ενισχύονται ο προστατευτισμός και οι βιομηχανικές πολιτικές που αποσκοπούν στην υποστήριξη της εγχώριας παραγωγής.

Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα συνέντευξης της Laura Sartore, διευθύνουσας συμβούλου της Ecoprogetti, στο pv magazine. Η ιταλική εταιρεία εξειδικεύεται στον εξοπλισμό και στις γραμμές παραγωγής φωτοβολταϊκών πλαισίων.

Σύμφωνα με τη Sartore, η τάση αυτή γίνεται ολοένα πιο εμφανής στις μεγαλύτερες διεθνείς αγορές.

«Όλες οι βασικές εφοδιαστικές αλυσίδες του κόσμου, με εξαίρεση εκείνη της Κίνας, κινούνται προς κάποια μορφή προστατευτισμού και καθορισμού κατώτατων τιμών», ανέφερε, επισημαίνοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα.

Η αμερικανική αγορά δείχνει ότι η θέσπιση κατώτατων ορίων τιμών, ακόμη και όταν αυτά υπερβαίνουν τις τιμές των Κινέζων κατασκευαστών, δεν οδηγεί κατ’ ανάγκη σε επιβράδυνση της ζήτησης.

Αντιθέτως, σύμφωνα με τη Sartore, ο κλάδος συνεχίζει να αναπτύσσεται παρά την αύξηση του κόστους των εξαρτημάτων, με τη στήριξη της ανάπτυξης μιας εγχώριας εφοδιαστικής αλυσίδας.

Στην Κίνα, οι τιμές αυξάνονται επίσης σταδιακά σε ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα, μετά τις κυβερνητικές προσπάθειες περιορισμού της υπερβάλλουσας παραγωγικής δυναμικότητας.

Η τάση αυτή αναμενόταν να συνεχιστεί και το 2025. Σύμφωνα με τη Sartore, η εξέλιξη αυτή αντανακλά την αυξανόμενη έμφαση στην οικονομική βιωσιμότητα της παραγωγής, σε μια αγορά όπου η ανταγωνιστικότητα της ηλιακής τεχνολογίας έναντι άλλων ενεργειακών πηγών έχει πλέον εδραιωθεί.


Ινδία: Βιομηχανική πολιτική που καλύπτει ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα

Μεταξύ των διεθνών αγορών, η Sartore ξεχωρίζει την Ινδία ως ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα βιομηχανικής πολιτικής στον κλάδο των φωτοβολταϊκών.

Η ινδική κυβέρνηση επεκτείνει σταδιακά τα προστατευτικά μέτρα και τις απαιτήσεις εγχώριας παραγωγής πέρα από τα φωτοβολταϊκά πλαίσια, συμπεριλαμβάνοντας τις κυψέλες, τις πλακίδες πυριτίου (wafers) και τα πλινθώματα πυριτίου (ingots).

Στόχος είναι να μειωθεί η εξάρτηση από τις κινεζικές εισαγωγές και να ενισχυθεί η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα.

«Κατά τη γνώμη μου, η Ινδία διαθέτει την πιο σοβαρή βιομηχανική πολιτική. Έχει παρατηρήσει τα λάθη της Ευρώπης και εξακολουθεί να παρακολουθεί τις εξελίξεις στις Ηνωμένες Πολιτείες», δήλωσε η Sartore, υπογραμμίζοντας τη σαφή βιομηχανική στρατηγική που ακολουθεί η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Narendra Modi.

Βασικό στοιχείο αυτής της στρατηγικής είναι η ενοποίηση του κλάδου. Η παραγωγική δυναμικότητα που υπερβαίνει την εγχώρια ζήτηση δεν θεωρείται κατ’ ανάγκη πρόβλημα.

Αντιθέτως, μπορεί να ενθαρρύνει τις συγχωνεύσεις και να κατευθύνει τις επενδύσεις σε τμήματα της εφοδιαστικής αλυσίδας που παραμένουν ανεπαρκώς ανεπτυγμένα.

«Η εποχή των μικρών εργοστασίων δυναμικότητας 200-500 MW έχει παρέλθει. Πλέον βλέπουμε εγκαταστάσεις δυναμικότητας πολλών GW. Και έτσι έπρεπε να γίνει - αυτός είναι ο μόνος δρόμος για μια χώρα με την έκταση μιας ολόκληρης ηπείρου, όπως η Ινδία», ανέφερε.

Η ενοποίηση αυτή συμβάλλει στη δημιουργία μεγαλύτερων και οικονομικά ισχυρότερων κατασκευαστών, οι οποίοι μπορούν να επενδύουν όχι μόνο στην παραγωγή φωτοβολταϊκών κυψελών και πλαισίων, αλλά και στα υλικά και στα εξαρτήματα που απαιτούνται για την κατασκευή τους, όπως το γυαλί, τα υλικά εγκιβωτισμού, τα οπίσθια φύλλα προστασίας και τα κιβώτια διακλάδωσης.

Σύμφωνα με τη Sartore, η Ινδία διαθέτει πλέον την πληρέστερη εφοδιαστική αλυσίδα παραγωγής φωτοβολταϊκών εκτός Κίνας.

Ωστόσο, η εγχώρια παραγωγή πολυπυριτίου, μια τεχνικά σύνθετη βιομηχανική διαδικασία, παραμένει ανεπαρκώς ανεπτυγμένη.

«Αναμφίβολα, θα είναι πιο δύσκολο, καθώς η παραγωγή πολυπυριτίου απαιτεί, πέρα από την εξόρυξη των πρώτων υλών, εξειδικευμένη τεχνογνωσία, εγκαταστάσεις υψηλής έντασης κεφαλαίου και ανταγωνιστική πρόσβαση στην ενέργεια. Αυτές οι βιομηχανικές δυνατότητες απουσιάζουν σήμερα και πρέπει να αναπτυχθούν και να εδραιωθούν. Ωστόσο, η Ινδία έχει τη δυνατότητα να τις αναπτύξει σε μεγάλη κλίμακα», εξήγησε.

Πέρα από την τεχνογνωσία και τις επενδύσεις, μία ακόμη πρόκληση είναι οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις της παραγωγής. Η Sartore υπογράμμισε ότι η ανάπτυξη μιας εγχώριας εφοδιαστικής αλυσίδας πολυπυριτίου πρέπει να λαμβάνει υπόψη και τις εκπομπές από τις βιομηχανικές διεργασίες.

«Καθώς αναπτύσσει την παραγωγή πολυπυριτίου, η Ινδία πρέπει εξαρχής να επιδιώξει υψηλά περιβαλλοντικά πρότυπα και διαδικασίες χαμηλών εκπομπών. Δεν αρκεί να αναπαράγει απλώς την παραγωγική δυναμικότητα που έχει αναπτυχθεί στην Κίνα, χωρίς να δίνεται προτεραιότητα στις εκπομπές.

Στόχος πρέπει να είναι η δημιουργία μιας βιομηχανικής εφοδιαστικής αλυσίδας που θα είναι ανταγωνιστική τόσο ως προς την ενεργειακή αποδοτικότητα όσο και ως προς τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις», πρόσθεσε η Sartore, επισημαίνοντας ότι αυτές οι απαιτήσεις ενδέχεται να παρατείνουν τον χρόνο ανάπτυξης της εγχώριας εφοδιαστικής αλυσίδας της Ινδίας.


Ευρώπη: Δεν πρέπει να εγκαταλειφθεί το μοντέλο της μεσαίας κλίμακας παραγωγής

Ενώ η Ινδία και οι Ηνωμένες Πολιτείες επικεντρώνονται σε μεγάλα εργοστάσια και σε πλήρως ολοκληρωμένες εφοδιαστικές αλυσίδες, η Sartore υποστηρίζει ότι η Ευρώπη πρέπει να ακολουθήσει διαφορετική πορεία.

Όπως εξηγεί, το ευρωπαϊκό βιομηχανικό μοντέλο δεν μπορεί να αξιολογείται με τα ίδια κριτήρια που εφαρμόζονται στις Ηνωμένες Πολιτείες ή στην Ασία. Ο μεταποιητικός τομέας της Ευρώπης έχει διαμορφωθεί ιστορικά γύρω από μικρομεσαίες επιχειρήσεις, βιομηχανικές συστάδες και δίκτυα εξειδικευμένων κατασκευαστών.

«Στην Ευρώπη δεν διαθέτουμε τη δομή των “γιγαεργοστασίων” ή των “μεγαεργοστασίων” που συναντάμε στην Ινδία ή στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ιστορικά, ο βιομηχανικός μας ιστός αποτελείται από μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις σε όλους τους κλάδους και τους τομείς», ανέφερε.

Η Sartore επικαλείται την Ιταλία και τη Γερμανία, όπου πολυάριθμοι κλάδοι έχουν κατακτήσει ηγετική θέση διεθνώς χάρη σε δίκτυα σχετικά μικρών, αλλά ιδιαίτερα ανταγωνιστικών επιχειρήσεων.

Κατά την άποψή της, η ευρωπαϊκή βιομηχανία φωτοβολταϊκών πρέπει να αξιοποιήσει αυτό το πλεονέκτημα, αντί να επιχειρήσει να αναπαράγει παραγωγικά μοντέλα που κυριαρχούνται από λίγους μεγάλους κατασκευαστές.

«Το ευρωπαϊκό μοντέλο των πολλαπλών εργοστασίων και της δικτύωσης δεν πρέπει να εγκαταλειφθεί», σημείωσε.

Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι οι μικρές γραμμές συναρμολόγησης φωτοβολταϊκών πλαισίων μπορούν να παραμείνουν ανταγωνιστικές ανεξαρτήτως παραγωγικής δυναμικότητας. Οι κατασκευαστές πρέπει να επιτύχουν μια ελάχιστη κλίμακα παραγωγής και να επενδύσουν σε επαρκή τεχνολογία και αυτοματοποίηση, ώστε να δικαιολογούν τις κεφαλαιουχικές δαπάνες (Capex) και να διατηρούν ανταγωνιστικό κόστος.

«Μια δυναμικότητα από 800 MW έως 1 GW αποτελεί το ελάχιστο όριο που απαιτείται για να είναι βιώσιμη μια επένδυση. Διαφορετικά, το βάρος των κεφαλαιουχικών δαπανών γίνεται υπερβολικά μεγάλο, καθιστώντας αδύνατη την επίτευξη ανταγωνιστικών τιμών για τα φωτοβολταϊκά πλαίσια», εξήγησε.


Η βέλτιστη κλίμακα παραγωγής

Το μέγεθος του εργοστασίου αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για το μέλλον της ευρωπαϊκής παραγωγής φωτοβολταϊκών πλαισίων.

Σύμφωνα με τη Sartore, η παραγωγική δυναμικότητα από 1 έως 3 GW προσφέρει την καλύτερη ισορροπία μεταξύ οικονομιών κλίμακας, οικονομικής βιωσιμότητας και λειτουργικής πολυπλοκότητας.

«Μια δυναμικότητα από 1 έως 3 GW είναι διαχειρίσιμη», δήλωσε, εξηγώντας ότι εγκαταστάσεις αυτού του μεγέθους αντιστοιχούν συνήθως σε επιχειρήσεις με ετήσια έσοδα από 100 έως 200 εκατ. ευρώ και περίπου 150-300 εργαζομένους.

Οι επιχειρήσεις αυτές είναι αρκετά μεγάλες ώστε να υποστηρίζουν βιομηχανικής κλίμακας παραγωγή, παραμένοντας παράλληλα συμβατές με την υφιστάμενη βιομηχανική δομή της Ευρώπης.

Η πρόκληση δεν περιορίζεται στο αρχικό κεφάλαιο που απαιτείται για την κατασκευή ενός εργοστασίου. Μετά την έναρξη της παραγωγής, οι κατασκευαστές αντιμετωπίζουν σημαντικά λειτουργικά έξοδα, ιδίως για την προμήθεια πρώτων υλών.

Παρότι η αύξηση της παραγωγικής δυναμικότητας μειώνει αρχικά το κόστος ανά μονάδα φωτοβολταϊκού πλαισίου, υπάρχει ένα σημείο πέρα από το οποίο το οικονομικό βάρος λειτουργίας μιας μεγαλύτερης εγκατάστασης μπορεί να αντισταθμίσει αυτές τις εξοικονομήσεις.

«Στο ευρωπαϊκό περιβάλλον, η δυναμικότητα από 1 έως 3 GW επιτρέπει την αξιοποίηση των οικονομιών κλίμακας. Πέρα από τα 3 GW, προκύπτουν πρόσθετα διαχειριστικά έξοδα και χρηματοοικονομικές επιβαρύνσεις, οι οποίες επηρεάζουν αρνητικά το τελικό οικονομικό αποτέλεσμα, χωρίς να εξασφαλίζουν κατ’ ανάγκη χαμηλότερο κόστος προμήθειας πρώτων υλών», ανέφερε η Sartore.

Για ένα εργοστάσιο δυναμικότητας 5 GW, οι ανάγκες σε κεφάλαιο κίνησης μπορεί να γίνουν ιδιαίτερα υψηλές. Η προμήθεια και η διαχείριση μεγάλων ποσοτήτων πρώτων υλών απαιτούν σημαντικές πιστωτικές γραμμές, τραπεζικές εγγυήσεις και προσεκτικό χρηματοοικονομικό σχεδιασμό.

Το κόστος αυτό πρέπει να σταθμίζεται έναντι των πιθανών οικονομιών κλίμακας, καθώς η μεγαλύτερη παραγωγική δυναμικότητα δεν συνεπάγεται απαραίτητα χαμηλότερο κόστος ανά μονάδα προϊόντος. Επιπλέον, οι μεγαλύτερες εγκαταστάσεις εκτίθενται σε υψηλότερο χρηματοοικονομικό κίνδυνο όταν η ζήτηση δεν επαρκεί για την απορρόφηση της παραγωγικής τους δυναμικότητας.

«Στην Ευρώπη, χωρίς ολοκλήρωση της εφοδιαστικής αλυσίδας, αν χρειάζεται να αγοράσω πρώτες ύλες για παραγωγή 5 GW, απαιτούνται οργανωμένες τραπεζικές εξασφαλίσεις.

Το κόστος των εγγυήσεων και οι τόκοι που επιβαρύνουν τις ταμειακές ροές είναι υψηλά. Όλα αυτά αυξάνουν το κόστος αγοράς των πρώτων υλών και επιβαρύνουν την ίδια την επιχείρηση, με αποτέλεσμα το φωτοβολταϊκό πλαίσιο που παράγεται να μην είναι κατ’ ανάγκη οικονομικότερο από εκείνο ενός μικρότερου κατασκευαστή», εξήγησε.

Κατά συνέπεια, ένα μεγαλύτερο εργοστάσιο δεν έχει απαραίτητα χαμηλότερο κόστος παραγωγής από μια μεσαίου μεγέθους εγκατάσταση, ιδίως όταν συνυπολογίζονται οι χρηματοδοτικές δαπάνες και τα λειτουργικά έξοδα.

Για τους μεσαίου μεγέθους Ευρωπαίους κατασκευαστές, μια πιο μετριοπαθής παραγωγική κλίμακα μπορεί να περιορίσει τη χρηματοοικονομική έκθεση και να καταστήσει ευκολότερη τη διαχείριση των αναγκών σε κεφάλαιο κίνησης, ιδιαίτερα υπό τις συνθήκες χρηματοδότησης που επικρατούν στον ευρωπαϊκό τραπεζικό τομέα.


Ευέλικτη παραγωγή για την ευρωπαϊκή αγορά

Η παραγωγική δυναμικότητα πρέπει επίσης να ανταποκρίνεται στα χαρακτηριστικά της ζήτησης.

Σύμφωνα με τη Sartore, η ευρωπαϊκή αγορά φωτοβολταϊκών είναι πιο κατακερματισμένη από εκείνες άλλων μεγάλων διεθνών αγορών. Τα έργα είναι συνήθως μικρότερα από τις εγκαταστάσεις κλίμακας GW και οι κατασκευαστές καλούνται να εξυπηρετούν παραγγελίες διαφορετικού μεγέθους.

Τα ευρωπαϊκά φωτοβολταϊκά έργα κυμαίνονται συχνά από λίγα MW έως αρκετές δεκάδες MW, ενώ οι εγκαταστάσεις που προσεγγίζουν ή ξεπερνούν το 1 GW παραμένουν σχετικά σπάνιες.

Η Sartore υποστηρίζει ότι αυτό ενισχύει την ανάγκη ανάπτυξης ενός δικτύου κατασκευαστών που θα μπορούν να προσαρμόζουν την παραγωγή τους στις απαιτήσεις κάθε πελάτη.

«Δεν θα υπάρξουν πολλά έργα φωτοβολταϊκών σταθμών κλίμακας GW στην Ευρώπη», ανέφερε. «Η ευρωπαϊκή αγορά χαρακτηρίζεται από διαφορετικές απαιτήσεις και τοπικές συνθήκες, γεγονός που καθιστά πιθανότερη την ανάπτυξη πολλών μεσαίων και μεγάλων μονάδων παραγωγής ενέργειας, αντί της δημιουργίας μεγάλου αριθμού εγκαταστάσεων τεράστιας κλίμακας».

Επομένως, η ευελιξία της παραγωγής αναδεικνύεται σε βασικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, παράλληλα με το κόστος κατασκευής και τις δυνατότητες της εφοδιαστικής αλυσίδας.

Υπό αυτό το πρίσμα, το μέλλον της ευρωπαϊκής παραγωγής φωτοβολταϊκών μπορεί να εξαρτηθεί λιγότερο από τη δημιουργία λίγων τεράστιων εργοστασίων και περισσότερο από την ανάπτυξη ενός δικτύου μεσαίου μεγέθους κατασκευαστών, οι οποίοι θα είναι οικονομικά βιώσιμοι και ικανοί να ανταποκρίνονται στις διαφορετικές ανάγκες της αγοράς.

Σύμφωνα με τη Sartore, το μοντέλο αυτό ανταποκρίνεται καλύτερα τόσο στη βιομηχανική δομή της Ευρώπης όσο και στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ευρωπαϊκής αγοράς φωτοβολταϊκών.

www.worldenergynews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Δείτε επίσης