Σε υψηλά πολλών ετών οι αποδόσεις των ευρωπαϊκών ομολόγων – Η αύξηση του κόστους χρηματοδότησης περιορίζει τα δημοσιονομικά περιθώρια των κυβερνήσεων και δημιουργεί πρόσθετα εμπόδια στις επενδύσεις σε ΑΠΕ, δίκτυα και ενεργειακές υποδομές.
Αντιμέτωπη με έναν νέο χρηματοδοτικό κίνδυνο βρίσκεται η πράσινη μετάβαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς η εκτίναξη του κόστους κρατικού δανεισμού και η αυξανόμενη αβεβαιότητα στις αγορές ομολόγων απειλούν να περιορίσουν τις επενδύσεις που απαιτούνται για την επίτευξη των ευρωπαϊκών ενεργειακών και κλιματικών στόχων.
Οι πιέσεις στις αγορές κρατικού χρέους εντείνονται, με τη Γαλλία να βρίσκεται στο επίκεντρο των αναταράξεων και τις επιπτώσεις να επεκτείνονται σε άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες.
Την ίδια στιγμή, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα επισημαίνει ότι η αβεβαιότητα και οι δυσκολίες πρόσβασης σε χρηματοδότηση αποτελούν βασικούς ανασταλτικούς παράγοντες για τις επενδύσεις που σχετίζονται με την ενεργειακή μετάβαση.
Reuters: Σε υψηλό 24ετίας το κόστος δανεισμού της Γαλλίας
Στις 22 Οκτωβρίου, η απόδοση του δεκαετούς γαλλικού ομολόγου ξεπέρασε το 5%, φθάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 24 ετών, σύμφωνα με το Reuters.
Η διαφορά απόδοσης έναντι του αντίστοιχου γερμανικού ομολόγου πλησίασε τις 180 μονάδες βάσης, επίπεδο που είχε να καταγραφεί από την κρίση χρέους της Ευρωζώνης το 2011.
Οι ανησυχίες για τη δημοσιονομική κατάσταση της Γαλλίας, σε συνδυασμό με την πολιτική αβεβαιότητα και τις κοινωνικές αναταραχές, ενίσχυσαν τις πιέσεις στην αγορά ομολόγων.
Ωστόσο, η αναταραχή δεν περιορίζεται στη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης.
Σύμφωνα με το Reuters, το κόστος δανεισμού του Βελγίου ανήλθε έως το 4,54%, στο υψηλότερο επίπεδο από τις αρχές του 2012, ενώ οι αποδόσεις των ιταλικών ομολόγων κινήθηκαν κοντά στο 4,62%.
Οι εξελίξεις επαναφέρουν στο προσκήνιο τον κίνδυνο αύξησης των δημοσιονομικών πιέσεων στις υπερχρεωμένες ευρωπαϊκές οικονομίες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα.
ESM: Κοντά στο 4% οι αποδόσεις των δεκαετών ομολόγων της Ευρωζώνης
Την επιδείνωση των συνθηκών χρηματοδότησης επιβεβαιώνει και ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας.
Σε ανάλυση που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου, ο ESM επισημαίνει ότι οι μέσες αποδόσεις των δεκαετών κρατικών ομολόγων της Ευρωζώνης πλησίασαν το 4% τον Σεπτέμβριο του 2026, φθάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων περισσότερων από δέκα ετών.
Μέσα στην προηγούμενη διετία, οι αποδόσεις αυξήθηκαν κατά περίπου 100 μονάδες βάσης, αντανακλώντας κυρίως διεθνείς παράγοντες και τις μεταβαλλόμενες προσδοκίες για τη νομισματική πολιτική.
Σύμφωνα με τον Μηχανισμό, οι επιπτώσεις στους κρατικούς προϋπολογισμούς θα γίνουν σταδιακά αισθητές, καθώς τα υφιστάμενα ομόλογα θα αναχρηματοδοτούνται με υψηλότερα επιτόκια.
Η μέση εναπομένουσα διάρκεια του δημόσιου χρέους στην Ευρωζώνη προσεγγίζει τα εννέα χρόνια, γεγονός που περιορίζει τον άμεσο κίνδυνο, χωρίς όμως να εξαλείφει τις μεσοπρόθεσμες πιέσεις.
Πρόσθετη επιβάρυνση στο δημόσιο χρέος έως το 2035
Οι προβολές του ESM αποτυπώνουν το μέγεθος του προβλήματος.
Με βάση τις τρέχουσες δημοσιονομικές πολιτικές και τις προσδοκίες για τα επιτόκια, το δημόσιο χρέος της Ευρωζώνης θα μπορούσε να φθάσει στο 109% του ΑΕΠ έως το 2035.
Το ποσοστό αυτό είναι κατά 7,2 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο από εκείνο που θα προέκυπτε εάν διατηρούνταν οι παραδοχές για τα επιτόκια που ίσχυαν το 2024.
Για την αντιστάθμιση των επιπτώσεων, οι κυβερνήσεις θα χρειάζονταν, σύμφωνα με την ανάλυση, δημοσιονομική προσαρμογή της τάξης του 0,8% του ΑΕΠ κατά μέσο όρο στα σχέδια του 2028, ώστε να διασφαλιστεί η συμμόρφωση με το ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο έως το 2035.
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί πρόσθετες δυσκολίες στη χρηματοδότηση δημόσιων επενδύσεων, σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη καλείται να αυξήσει σημαντικά τις δαπάνες για ενεργειακές υποδομές, ηλεκτρικά δίκτυα και απανθρακοποίηση.
ΕΚΤ: Η αβεβαιότητα καθυστερεί τις πράσινες επενδύσεις
Τον κίνδυνο επιβράδυνσης της πράσινης μετάβασης λόγω των δυσμενών χρηματοδοτικών συνθηκών ανέδειξε και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
Σε παρέμβαση στις 19 Οκτωβρίου, η ΕΚΤ προσδιόρισε δύο βασικά εμπόδια στην υλοποίηση των επενδύσεων για το κλίμα και την ενεργειακή μετάβαση: την αβεβαιότητα και την πρόσβαση σε χρηματοδότηση.
Όπως επισημαίνει, οι επενδύσεις σε ενεργειακές υποδομές, στον εξηλεκτρισμό και στον μετασχηματισμό της βιομηχανίας απαιτούν σημαντικά αρχικά κεφάλαια και μακροχρόνιο σχεδιασμό.
Η αστάθεια του πολιτικού, οικονομικού και κανονιστικού περιβάλλοντος αυξάνει τον κίνδυνο για τους επενδυτές, οδηγώντας σε αναβολή επενδυτικών αποφάσεων.
Παράλληλα, η αυξημένη αβεβαιότητα καθιστά τις τράπεζες πιο επιφυλακτικές, με αποτέλεσμα να περιορίζεται η διάθεση ανάληψης κινδύνου και να αυστηροποιούνται οι όροι χορήγησης δανείων.
Δημιουργείται έτσι ένας διπλός περιορισμός: οι επιχειρήσεις καθυστερούν τις επενδύσεις τους, ενώ η πρόσβαση στη χρηματοδότηση γίνεται δυσκολότερη.
Στα 660 δισ. ευρώ ετησίως οι ανάγκες της ενεργειακής μετάβασης
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία εάν ληφθεί υπόψη το μέγεθος των κεφαλαίων που απαιτούνται για την ευρωπαϊκή ενεργειακή μετάβαση.
Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οι επενδύσεις στον ενεργειακό τομέα πρέπει να φθάσουν περίπου τα 660 δισ. ευρώ ετησίως την περίοδο 2026–2030, προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι για καθαρή, προσιτή και ασφαλή ενέργεια.
Για την περίοδο 2031–2040, οι ετήσιες ανάγκες εκτιμάται ότι θα αυξηθούν στα 695 δισ. ευρώ.
Τα ποσά αυτά υπερβαίνουν κατά πολύ τις επενδύσεις της περιόδου 2011–2021, όταν ο ετήσιος μέσος όρος διαμορφωνόταν περίπου στα 240 δισ. ευρώ.
Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι οι δημόσιοι πόροι δεν επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών και ότι η κινητοποίηση ιδιωτικών κεφαλαίων αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την υλοποίηση των έργων.
Ωστόσο, το υψηλότερο κόστος δανεισμού μπορεί να δυσχεράνει τόσο τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων όσο και τη δυνατότητα των κυβερνήσεων να στηρίξουν τις απαιτούμενες επενδύσεις.
Γιατί οι ΑΠΕ είναι ιδιαίτερα ευάλωτες
Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας συγκαταλέγονται στους τομείς που επηρεάζονται περισσότερο από την αύξηση του κόστους κεφαλαίου.
Τα φωτοβολταϊκά και τα αιολικά πάρκα απαιτούν σημαντικές αρχικές επενδύσεις, ενώ το μεγαλύτερο μέρος του κόστους τους πραγματοποιείται πριν από την έναρξη παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.
Κατά συνέπεια, η οικονομική βιωσιμότητα των έργων εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τους όρους χρηματοδότησης και το επιτόκιο δανεισμού.
Όταν το κόστος κεφαλαίου αυξάνεται, περιορίζεται η αναμενόμενη απόδοση των επενδύσεων και ενδέχεται να απαιτούνται υψηλότερες τιμές πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας για τη διασφάλιση της κερδοφορίας τους.
Αντίστοιχες πιέσεις μπορούν να εμφανιστούν στα έργα αποθήκευσης ενέργειας, στις ηλεκτρικές διασυνδέσεις και στις νέες τεχνολογίες χαμηλών εκπομπών άνθρακα.
Η Wood Mackenzie έχει επισημάνει ότι οι τεχνολογίες καθαρής ενέργειας με υψηλές κεφαλαιακές απαιτήσεις είναι ιδιαίτερα ευάλωτες σε περιβάλλον αυξημένων επιτοκίων.
Το δίλημμα της Ευρώπης
Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με μια σύνθετη πρόκληση.
Από τη μία πλευρά, η ενεργειακή ασφάλεια, η ανάγκη περιορισμού της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα και οι κλιματικοί στόχοι επιβάλλουν την επιτάχυνση των επενδύσεων στην καθαρή ενέργεια.
Από την άλλη, η αύξηση του κόστους δανεισμού και οι πιέσεις στους κρατικούς προϋπολογισμούς περιορίζουν τη δυνατότητα χρηματοδότησης αυτής της μετάβασης.
Οι εξελίξεις στις αγορές ομολόγων δεν συνεπάγονται αυτομάτως αναστολή των πράσινων επενδύσεων, αυξάνουν όμως τον κίνδυνο καθυστερήσεων, ιδιαίτερα σε έργα που εξαρτώνται από δανειακά κεφάλαια και κρατική στήριξη.
Η διασφάλιση σταθερού επενδυτικού περιβάλλοντος, η μείωση του χρηματοδοτικού κινδύνου και η αποτελεσματικότερη κινητοποίηση ιδιωτικών κεφαλαίων αναδεικνύονται έτσι σε κρίσιμες προϋποθέσεις για τη συνέχιση της ευρωπαϊκής πράσινης μετάβασης.
www.bankignews.gr
Οι πιέσεις στις αγορές κρατικού χρέους εντείνονται, με τη Γαλλία να βρίσκεται στο επίκεντρο των αναταράξεων και τις επιπτώσεις να επεκτείνονται σε άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες.
Την ίδια στιγμή, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα επισημαίνει ότι η αβεβαιότητα και οι δυσκολίες πρόσβασης σε χρηματοδότηση αποτελούν βασικούς ανασταλτικούς παράγοντες για τις επενδύσεις που σχετίζονται με την ενεργειακή μετάβαση.
Reuters: Σε υψηλό 24ετίας το κόστος δανεισμού της Γαλλίας
Στις 22 Οκτωβρίου, η απόδοση του δεκαετούς γαλλικού ομολόγου ξεπέρασε το 5%, φθάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 24 ετών, σύμφωνα με το Reuters.
Η διαφορά απόδοσης έναντι του αντίστοιχου γερμανικού ομολόγου πλησίασε τις 180 μονάδες βάσης, επίπεδο που είχε να καταγραφεί από την κρίση χρέους της Ευρωζώνης το 2011.
Οι ανησυχίες για τη δημοσιονομική κατάσταση της Γαλλίας, σε συνδυασμό με την πολιτική αβεβαιότητα και τις κοινωνικές αναταραχές, ενίσχυσαν τις πιέσεις στην αγορά ομολόγων.
Ωστόσο, η αναταραχή δεν περιορίζεται στη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης.
Σύμφωνα με το Reuters, το κόστος δανεισμού του Βελγίου ανήλθε έως το 4,54%, στο υψηλότερο επίπεδο από τις αρχές του 2012, ενώ οι αποδόσεις των ιταλικών ομολόγων κινήθηκαν κοντά στο 4,62%.
Οι εξελίξεις επαναφέρουν στο προσκήνιο τον κίνδυνο αύξησης των δημοσιονομικών πιέσεων στις υπερχρεωμένες ευρωπαϊκές οικονομίες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα.
ESM: Κοντά στο 4% οι αποδόσεις των δεκαετών ομολόγων της Ευρωζώνης
Την επιδείνωση των συνθηκών χρηματοδότησης επιβεβαιώνει και ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας.
Σε ανάλυση που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου, ο ESM επισημαίνει ότι οι μέσες αποδόσεις των δεκαετών κρατικών ομολόγων της Ευρωζώνης πλησίασαν το 4% τον Σεπτέμβριο του 2026, φθάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων περισσότερων από δέκα ετών.
Μέσα στην προηγούμενη διετία, οι αποδόσεις αυξήθηκαν κατά περίπου 100 μονάδες βάσης, αντανακλώντας κυρίως διεθνείς παράγοντες και τις μεταβαλλόμενες προσδοκίες για τη νομισματική πολιτική.
Σύμφωνα με τον Μηχανισμό, οι επιπτώσεις στους κρατικούς προϋπολογισμούς θα γίνουν σταδιακά αισθητές, καθώς τα υφιστάμενα ομόλογα θα αναχρηματοδοτούνται με υψηλότερα επιτόκια.
Η μέση εναπομένουσα διάρκεια του δημόσιου χρέους στην Ευρωζώνη προσεγγίζει τα εννέα χρόνια, γεγονός που περιορίζει τον άμεσο κίνδυνο, χωρίς όμως να εξαλείφει τις μεσοπρόθεσμες πιέσεις.
Πρόσθετη επιβάρυνση στο δημόσιο χρέος έως το 2035
Οι προβολές του ESM αποτυπώνουν το μέγεθος του προβλήματος.
Με βάση τις τρέχουσες δημοσιονομικές πολιτικές και τις προσδοκίες για τα επιτόκια, το δημόσιο χρέος της Ευρωζώνης θα μπορούσε να φθάσει στο 109% του ΑΕΠ έως το 2035.
Το ποσοστό αυτό είναι κατά 7,2 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο από εκείνο που θα προέκυπτε εάν διατηρούνταν οι παραδοχές για τα επιτόκια που ίσχυαν το 2024.
Για την αντιστάθμιση των επιπτώσεων, οι κυβερνήσεις θα χρειάζονταν, σύμφωνα με την ανάλυση, δημοσιονομική προσαρμογή της τάξης του 0,8% του ΑΕΠ κατά μέσο όρο στα σχέδια του 2028, ώστε να διασφαλιστεί η συμμόρφωση με το ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο έως το 2035.
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί πρόσθετες δυσκολίες στη χρηματοδότηση δημόσιων επενδύσεων, σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη καλείται να αυξήσει σημαντικά τις δαπάνες για ενεργειακές υποδομές, ηλεκτρικά δίκτυα και απανθρακοποίηση.
ΕΚΤ: Η αβεβαιότητα καθυστερεί τις πράσινες επενδύσεις
Τον κίνδυνο επιβράδυνσης της πράσινης μετάβασης λόγω των δυσμενών χρηματοδοτικών συνθηκών ανέδειξε και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
Σε παρέμβαση στις 19 Οκτωβρίου, η ΕΚΤ προσδιόρισε δύο βασικά εμπόδια στην υλοποίηση των επενδύσεων για το κλίμα και την ενεργειακή μετάβαση: την αβεβαιότητα και την πρόσβαση σε χρηματοδότηση.
Όπως επισημαίνει, οι επενδύσεις σε ενεργειακές υποδομές, στον εξηλεκτρισμό και στον μετασχηματισμό της βιομηχανίας απαιτούν σημαντικά αρχικά κεφάλαια και μακροχρόνιο σχεδιασμό.
Η αστάθεια του πολιτικού, οικονομικού και κανονιστικού περιβάλλοντος αυξάνει τον κίνδυνο για τους επενδυτές, οδηγώντας σε αναβολή επενδυτικών αποφάσεων.
Παράλληλα, η αυξημένη αβεβαιότητα καθιστά τις τράπεζες πιο επιφυλακτικές, με αποτέλεσμα να περιορίζεται η διάθεση ανάληψης κινδύνου και να αυστηροποιούνται οι όροι χορήγησης δανείων.
Δημιουργείται έτσι ένας διπλός περιορισμός: οι επιχειρήσεις καθυστερούν τις επενδύσεις τους, ενώ η πρόσβαση στη χρηματοδότηση γίνεται δυσκολότερη.
Στα 660 δισ. ευρώ ετησίως οι ανάγκες της ενεργειακής μετάβασης
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία εάν ληφθεί υπόψη το μέγεθος των κεφαλαίων που απαιτούνται για την ευρωπαϊκή ενεργειακή μετάβαση.
Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οι επενδύσεις στον ενεργειακό τομέα πρέπει να φθάσουν περίπου τα 660 δισ. ευρώ ετησίως την περίοδο 2026–2030, προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι για καθαρή, προσιτή και ασφαλή ενέργεια.
Για την περίοδο 2031–2040, οι ετήσιες ανάγκες εκτιμάται ότι θα αυξηθούν στα 695 δισ. ευρώ.
Τα ποσά αυτά υπερβαίνουν κατά πολύ τις επενδύσεις της περιόδου 2011–2021, όταν ο ετήσιος μέσος όρος διαμορφωνόταν περίπου στα 240 δισ. ευρώ.
Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι οι δημόσιοι πόροι δεν επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών και ότι η κινητοποίηση ιδιωτικών κεφαλαίων αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την υλοποίηση των έργων.
Ωστόσο, το υψηλότερο κόστος δανεισμού μπορεί να δυσχεράνει τόσο τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων όσο και τη δυνατότητα των κυβερνήσεων να στηρίξουν τις απαιτούμενες επενδύσεις.
Γιατί οι ΑΠΕ είναι ιδιαίτερα ευάλωτες
Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας συγκαταλέγονται στους τομείς που επηρεάζονται περισσότερο από την αύξηση του κόστους κεφαλαίου.
Τα φωτοβολταϊκά και τα αιολικά πάρκα απαιτούν σημαντικές αρχικές επενδύσεις, ενώ το μεγαλύτερο μέρος του κόστους τους πραγματοποιείται πριν από την έναρξη παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.
Κατά συνέπεια, η οικονομική βιωσιμότητα των έργων εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τους όρους χρηματοδότησης και το επιτόκιο δανεισμού.
Όταν το κόστος κεφαλαίου αυξάνεται, περιορίζεται η αναμενόμενη απόδοση των επενδύσεων και ενδέχεται να απαιτούνται υψηλότερες τιμές πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας για τη διασφάλιση της κερδοφορίας τους.
Αντίστοιχες πιέσεις μπορούν να εμφανιστούν στα έργα αποθήκευσης ενέργειας, στις ηλεκτρικές διασυνδέσεις και στις νέες τεχνολογίες χαμηλών εκπομπών άνθρακα.
Η Wood Mackenzie έχει επισημάνει ότι οι τεχνολογίες καθαρής ενέργειας με υψηλές κεφαλαιακές απαιτήσεις είναι ιδιαίτερα ευάλωτες σε περιβάλλον αυξημένων επιτοκίων.
Το δίλημμα της Ευρώπης
Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με μια σύνθετη πρόκληση.
Από τη μία πλευρά, η ενεργειακή ασφάλεια, η ανάγκη περιορισμού της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα και οι κλιματικοί στόχοι επιβάλλουν την επιτάχυνση των επενδύσεων στην καθαρή ενέργεια.
Από την άλλη, η αύξηση του κόστους δανεισμού και οι πιέσεις στους κρατικούς προϋπολογισμούς περιορίζουν τη δυνατότητα χρηματοδότησης αυτής της μετάβασης.
Οι εξελίξεις στις αγορές ομολόγων δεν συνεπάγονται αυτομάτως αναστολή των πράσινων επενδύσεων, αυξάνουν όμως τον κίνδυνο καθυστερήσεων, ιδιαίτερα σε έργα που εξαρτώνται από δανειακά κεφάλαια και κρατική στήριξη.
Η διασφάλιση σταθερού επενδυτικού περιβάλλοντος, η μείωση του χρηματοδοτικού κινδύνου και η αποτελεσματικότερη κινητοποίηση ιδιωτικών κεφαλαίων αναδεικνύονται έτσι σε κρίσιμες προϋποθέσεις για τη συνέχιση της ευρωπαϊκής πράσινης μετάβασης.
www.bankignews.gr






