AD

Σε stress test η πολιτική της Δανίας για τη δέσμευση και αποθήκευση άνθρακα

Σε stress test η πολιτική της Δανίας για τη δέσμευση και αποθήκευση άνθρακα
Η εμπειρία της Δανίας προσφέρει πολύτιμα διδάγματα για κάθε κυβέρνηση που εξετάζει τη χρηματοδότηση CCS ή τεχνολογιών αφαίρεσης άνθρακα, αναδεικνύοντας την ανάγκη τα χρονοδιαγράμματα να αντανακλούν την πραγματικότητα των έργων, η αποθήκευση να αντιμετωπίζεται ως βασική υποδομή, το ρίσκο να κατανέμεται δίκαια και η ανακάλυψη του κόστους να επιτρέπεται ακόμη κι αν τα αποτελέσματα είναι πολιτικά δύσκολα
Με την πρώτη ματιά, ο εμβληματικός διαγωνισμός της Δανίας για τη δέσμευση και αποθήκευση διοξειδίου του άνθρακα μοιάζει με αποτυχία, καθώς ένα πρόγραμμα επιδοτήσεων ύψους 4 δισ. ευρώ που στόχευε στη δημιουργία μιας ανταγωνιστικής αγοράς CCS κατέληξε με μόλις έναν βασικό υποψήφιο, ενώ εννέα από τους δέκα προεπιλεγμένους συμμετέχοντες αποχώρησαν και οι αρχικοί στόχοι δεν πρόκειται να επιτευχθούν πλήρως, προκαλώντας κύμα αρνητικών σχολίων και επικρίσεων.

Η ερμηνεία αυτή είναι κατανοητή, αλλά ελλιπής, καθώς όσα συνέβησαν στη Δανία δεν συνιστούν κατάρρευση πολιτικής, αλλά μια αναγκαία προσγείωση στην πραγματικότητα, με τον διαγωνισμό να αποκαλύπτει το χάσμα ανάμεσα στην πολιτική φιλοδοξία και τις πραγματικές συνθήκες υλοποίησης έργων σε μία από τις πιο σύνθετες τεχνολογίες απανθρακοποίησης που έχουν επιχειρηθεί ποτέ, γεγονός που παραδόξως καθιστά το εγχείρημα ένα από τα πιο πολύτιμα πειράματα πολιτικής CCS έως σήμερα.

Το πρόγραμμα CCS της Δανίας κάθε άλλο παρά περιορισμένο ήταν, καθώς η κυβέρνηση διέθεσε 28,7 δισ. δανικές κορώνες, περίπου 3,9 δισ. ευρώ, για τη στήριξη έργων ικανών να δεσμεύουν και να αποθηκεύουν 2,3 εκατ. τόνους CO₂ ετησίως την περίοδο 2029–2044, μια ιδιαίτερα τολμηρή βιομηχανική και κλιματική παρέμβαση για τα δεδομένα της χώρας.

Η πρόθεση ήταν σαφής, αφού η δέσμευση άνθρακα δεν αντιμετωπίστηκε ως πιλοτικό ή ερευνητικό πρόγραμμα, αλλά ως βασικό εργαλείο επίτευξης των εθνικών κλιματικών στόχων, με την πλήρη υλοποίηση του διαγωνισμού να οδηγεί σε μείωση εκπομπών που θα αντιστοιχούσε σε αρκετές ποσοστιαίες μονάδες των συνολικών ετήσιων εκπομπών της Δανίας, κάτι που ελάχιστες χώρες έχουν επιχειρήσει σε εθνική κλίμακα.

Το αρχικό ενδιαφέρον φάνηκε να επιβεβαιώνει τις προσδοκίες, καθώς στις αρχές του 2025 κατατέθηκαν 16 αιτήσεις και δέκα έργα προεπιλέχθηκαν, δημιουργώντας την εικόνα μιας αγοράς που βρισκόταν στα πρώτα στάδια διαμόρφωσης ανταγωνιστικών συνθηκών.

Αλλαγή σκηνικού το 2026

Ωστόσο, στις αρχές του 2026 η πραγματικότητα επενέβη και οι υποψήφιοι άρχισαν να αποχωρούν ο ένας μετά τον άλλον, με αποτέλεσμα να απομείνει μόνο η Aalborg Portland, η οποία πρότεινε έργο δέσμευσης έως 1,5 εκατ. τόνων CO₂ ετησίως, ενώ την τελευταία στιγμή εμφανίστηκε και ένας δεύτερος υποψήφιος με άγνωστες μέχρι στιγμής λεπτομέρειες, γεγονός που σημαίνει ότι ακόμη και αν ο διαγωνισμός κατακυρωθεί, είναι πιθανό να μην καλυφθεί ο αρχικός στόχος.

Η μαζική αυτή αποχώρηση δεν οφείλεται στην έλλειψη ενδιαφέροντος ή κεφαλαίων για τη CCS, αλλά σε επιλογές σχεδιασμού που υποτίμησαν την πολυπλοκότητα και το ρίσκο τέτοιων έργων στο παρόν στάδιο ωρίμανσης της αγοράς, με τα αυστηρά χρονοδιαγράμματα που συνδέθηκαν με πολιτικούς στόχους, όπως εκείνοι του 2030, να μεταφέρουν υπέρμετρο ρίσκο στους επενδυτές, αγνοώντας τον χρόνο που απαιτείται για αδειοδοτήσεις, ανάπτυξη υποδομών, αξιολόγηση αποθηκευτικών χώρων και εξασφάλιση χρηματοδότησης.

Πρόσθετο εμπόδιο αποτέλεσε η πρόσβαση σε αποθήκευση, καθώς παρά το αξιόλογο υπεράκτιο δυναμικό της χώρας, οι εμπορικά βιώσιμοι και αδειοδοτημένοι αποθηκευτικοί χώροι παραμένουν περιορισμένοι, καθιστώντας αδύνατη τη λήψη τελικής επενδυτικής απόφασης για έργα δέσμευσης χωρίς εξασφαλισμένη αποθήκευση.

Καθοριστικό ρόλο έπαιξε και η κατανομή του ρίσκου, αφού ο διαγωνισμός προέβλεπε αυστηρές ρήτρες και εγγυήσεις για καθυστερήσεις ή αλλαγές ακόμη και όταν οι κίνδυνοι αυτοί δεν ελέγχονταν από τους φορείς υλοποίησης, με μια τέτοια ακαμψία να λειτουργεί αποτρεπτικά σε μια αγορά πρώτης εφαρμογής.

Παράλληλα, το ανώτατο όριο τιμής που ενσωματώθηκε στον διαγωνισμό δημιούργησε ένα τεχνητό πλαφόν που αποθάρρυνε ρεαλιστικές προσφορές, καθώς το κόστος της CCS παραμένει αβέβαιο και εξαρτώμενο από τις τοπικές συνθήκες, με την προστασία των δημόσιων πόρων να επιτυγχάνεται εις βάρος της συμμετοχής τεχνικά βιώσιμων αλλά οριακά εμπορικών έργων.

Η παραμονή ενός βασικού έργου δεν αποτελεί ένδειξη αποτυχίας, αλλά ένδειξη του πού η τεχνολογία CCS μπορεί να αποδώσει άμεσα, καθώς το έργο της Aalborg αφορά τον κλάδο του τσιμέντου, έναν από τους πιο δύσκολους τομείς απανθρακοποίησης, όπου μεγάλο μέρος των εκπομπών είναι εγγενές στη διαδικασία παραγωγής και δεν μπορεί να εξαλειφθεί με εξηλεκτρισμό ή αποδοτικότητα, καθιστώντας τη CCS τη μοναδική αξιόπιστη λύση βαθιάς απανθρακοποίησης.

Εφόσον υλοποιηθεί, το συγκεκριμένο έργο θα μπορούσε από μόνο του να μειώσει τις εκπομπές της Δανίας κατά αρκετές ποσοστιαίες μονάδες, προσφέροντας συστημικό και όχι οριακό όφελος, ενώ ο δεύτερος, άγνωστος ακόμη, υποψήφιος ενδέχεται να ενισχύσει περαιτέρω το περιβαλλοντικό αποτύπωμα του διαγωνισμού.

Υπό αυτή την έννοια, ο διαγωνισμός πέτυχε να αναδείξει πού η τεχνολογία είναι ώριμη για κλιμάκωση και πού το οικοσύστημα δεν είναι ακόμη έτοιμο, επιβεβαιώνοντας ότι τα πρώτα εγχειρήματα μεγάλης κλίμακας σπανίως εξελίσσονται ομαλά.

Πρωτοπόρα πολιτική

Οι δανικές αρχές αξίζουν περισσότερο έπαινο παρά κριτική, καθώς ο σχεδιασμός ενός από τα πρώτα μεγάλα προγράμματα επιδότησης CCS παγκοσμίως αποτελεί πολιτική πρωτοπορία και όχι τυπική διοικητική διαδικασία, με παρόμοιες δυσκολίες να έχουν καταγραφεί σε όλα τα πρώιμα προγράμματα διεθνώς.

Η εμπειρία της Δανίας προσφέρει πολύτιμα διδάγματα για κάθε κυβέρνηση που εξετάζει τη χρηματοδότηση CCS ή τεχνολογιών αφαίρεσης άνθρακα, αναδεικνύοντας την ανάγκη τα χρονοδιαγράμματα να αντανακλούν την πραγματικότητα των έργων, η αποθήκευση να αντιμετωπίζεται ως βασική υποδομή, το ρίσκο να κατανέμεται δίκαια και η ανακάλυψη του κόστους να επιτρέπεται ακόμη κι αν τα αποτελέσματα είναι πολιτικά δύσκολα.

Το επόμενο βήμα θα καθορίσει και το τελικό αφήγημα, καθώς η Δανία μπορεί είτε να προχωρήσει στην κατακύρωση του διαγωνισμού στους εναπομείναντες υποψήφιους εξασφαλίζοντας ουσιαστική μείωση εκπομπών αυτή τη δεκαετία είτε να ακυρώσει και να επαναπροκηρύξει τον διαγωνισμό με βελτιωμένους όρους, με κάθε επιλογή να μπορεί να θεωρηθεί επιτυχής εφόσον υλοποιηθεί με διαφάνεια και συνέπεια.

Αυτό που θα υπονόμευε πραγματικά την προσπάθεια θα ήταν η αδράνεια ή η σιωπηρή εγκατάλειψη, καθώς από συστημική σκοπιά η Δανία πέτυχε κάτι σημαντικότερο από έναν υπερκαλυμμένο διαγωνισμό, δοκιμάζοντας στην πράξη την πολιτική CCS, εντοπίζοντας τα σημεία συμφόρησης και δείχνοντας στον υπόλοιπο κόσμο πού η θεωρία συναντά την πραγματικότητα και πώς μπορεί να προχωρήσει κανείς από εδώ και πέρα.

www.worldenergynews.gr
 

Ρoή Ειδήσεων

Δείτε επίσης

`