Η κυβέρνηση Τραμπ ενέκρινε τον Μάρτιο περιορισμένη άδεια εξαγωγής χρυσού από τη Βενεζουέλα, μέσω του Υπουργείο Οικονομικών των Ηνωμένων Πολιτειών, επιτρέποντας στη Minerven να εξάγει, να μεταφέρει και να πωλεί χρυσό στις ΗΠΑ υπό συγκεκριμένους όρους
Από την επέμβαση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα στις 3 Ιανουαρίου, η οποία ουσιαστικά έβαλε τέλος στη 13ετή διακυβέρνηση του προέδρου Νικολάς Μαδούρο, η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ έχει διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην πολιτική σκηνή της χώρας.
Η Ουάσινγκτον έχει καταστήσει σαφές ότι κάθε νέος πολιτικός ηγέτης, με την προσωρινή πρόεδρο Ντέλσι Ροντρίγκες να βρίσκεται σήμερα στο τιμόνι, οφείλει να συνεργάζεται με τις ΗΠΑ.
Παράλληλα, η αμερικανική πλευρά έχει διεκδικήσει σημαντικά μερίδια από τα τεράστια αποθέματα αργού πετρελαίου της χώρας, ενώ το ενδιαφέρον της επεκτείνεται και στον χρυσό, με την κυβέρνηση Τραμπ να εισάγει πολύτιμο μέταλλο αξίας εκατομμυρίων δολαρίων από τη νοτιοαμερικανική χώρα.
Ο πρόεδρος Τραμπ έχει ενισχύσει τον έλεγχο των ΗΠΑ στον πετρελαϊκό τομέα της Βενεζουέλας από τον Ιανουάριο, ενθαρρύνοντας αμερικανικές εταιρείες πετρελαίου και φυσικού αερίου να επενδύσουν στον ενεργειακό τομέα.
Αν και η Βενεζουέλα εκτιμάται ότι διαθέτει τα μεγαλύτερα αποθέματα αργού πετρελαίου παγκοσμίως, χρόνια υποεπενδύσεων έχουν οδηγήσει σε σημαντική μείωση της παραγωγής. Για την ανάκαμψη απαιτούνται υψηλά επίπεδα ξένων επενδύσεων ώστε να ανοικοδομηθεί εκ νέου η ενεργειακή βιομηχανία.
Ο Τραμπ έχει δηλώσει ότι οι πετρελαϊκοί πόροι της Βενεζουέλας «εκλάπησαν» από τις ΗΠΑ, αναφερόμενος στην απαλλοτρίωση περιουσιακών στοιχείων αμερικανικών επιχειρήσεων το 2007, υποστηρίζοντας εμμέσως ότι η Ουάσινγκτον έχει δικαίωμα κυριαρχίας στον ενεργειακό τομέα της χώρας.
Ωστόσο, το διεθνές δίκαιο κατοχυρώνει την πλήρη κυριαρχία των κρατών επί των φυσικών τους πόρων, οι οποίοι δεν μπορούν να αξιοποιηθούν από ξένες δυνάμεις χωρίς συναίνεση. Παρ’ όλα αυτά, η προσωρινή πρόεδρος Ροντρίγκες έχει μέχρι στιγμής ανταποκριθεί στα αιτήματα των ΗΠΑ, επιτρέποντας την παράδοση πετρελαίου και το άνοιγμα των τομέων ενέργειας και εξόρυξης σε ξένες επενδύσεις.
Στις αρχές Μαρτίου, δημοσιεύματα αποκάλυψαν ότι οι ΗΠΑ σχεδίαζαν μια συμφωνία πολλών εκατομμυρίων δολαρίων για τον χρυσό της Βενεζουέλας, με τον παγκόσμιο εμπορικό οίκο Trafigura να προγραμματίζει την αγορά 650 έως 1.000 κιλών ράβδων doré – ημιεπεξεργασμένου χρυσού καθαρότητας περίπου 98% – από την κρατική μεταλλευτική εταιρεία Minerven, με στόχο τη διύλισή τους στις ΗΠΑ.
Στο focus τα κοιτάσματα
Στο focus τα κοιτάσματα
Κατά τη διάρκεια διήμερης επίσκεψής του στη Βενεζουέλα τον Μάρτιο, ο υπουργός Εσωτερικών των ΗΠΑ, Νταγκ Μπέργκαμ συζήτησε με την πρόεδρο Ροντρίγκες τις προοπτικές του μεταλλευτικού τομέα, παρουσία εκπροσώπων περίπου 20 αμερικανικών εταιρειών ορυκτών.
Ο Μπέργκαμ υπογράμμισε την ανάγκη παροχής εγγυήσεων ασφαλείας προς τις εταιρείες που ενδιαφέρονται να επενδύσουν στον πλούσιο σε ορυκτά νότο της χώρας, όπου εξακολουθούν να δραστηριοποιούνται αντάρτικες ομάδες και εγκληματικά δίκτυα.
Η κυβέρνηση Τραμπ ενέκρινε τον Μάρτιο περιορισμένη άδεια εξαγωγής χρυσού από τη Βενεζουέλα, μέσω του Υπουργείο Οικονομικών των Ηνωμένων Πολιτειών, επιτρέποντας στη Minerven να εξάγει, να μεταφέρει και να πωλεί χρυσό στις ΗΠΑ υπό συγκεκριμένους όρους.
Η άδεια, ωστόσο, απαγορεύει τη διάθεση του χρυσού σε χώρες όπως η Κούβα, η Βόρεια Κορέα, το Ιράν και η Ρωσία.
Στις 25 Μαρτίου, ο Μπέργκαμ δήλωσε ότι οι ΗΠΑ επανέφεραν πρόσφατα χρυσό αξίας 100 εκατομμυρίων δολαρίων από τη Βενεζουέλα, σημειώνοντας ότι δεν είχε πραγματοποιηθεί αποστολή πολύτιμων μετάλλων μεταξύ των δύο χωρών για περισσότερα από 20 χρόνια. Όπως ανέφερε, ο χρυσός θα χρησιμοποιηθεί από αμερικανικά διυλιστήρια για εμπορικούς και καταναλωτικούς σκοπούς.
Πρόκειται για το τρίτο συμβόλαιο εξόρυξης υπό την εποπτεία της κυβέρνησης Τραμπ μετά την επέμβαση του Ιανουαρίου και σηματοδοτεί σημαντική μετατόπιση από την προηγούμενη πολιτική κυρώσεων κατά της Βενεζουέλας. Στο παρελθόν, η Minerven και άλλες κρατικές επιχειρήσεις είχαν βρεθεί αντιμέτωπες με αυστηρούς περιορισμούς στο εμπόριο, τόσο επί προεδρίας Ούγκο Τσάβες όσο και επί Μαδούρο.
Η νέα προσέγγιση εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια σταθεροποίησης και ανασυγκρότησης της οικονομίας της χώρας υπό αμερικανική επιρροή.
Η κυβέρνηση Τραμπ έχει δείξει έντονο ενδιαφέρον για τους φυσικούς πόρους της Βενεζουέλας, συμπεριλαμβανομένων των μεγάλων αποθεμάτων άνθρακα που περιέχουν κρίσιμα ορυκτά, καθώς και των σπάνιων γαιών όπως το κολτάνιο και το θόριο. Ο Μπέργκαμ χαρακτήρισε τον μεταλλευτικό τομέα της χώρας ως μια «τεράστια ευκαιρία», σημειώνοντας ότι πρόκειται για έναν κλάδο που έχει καταρρεύσει πλήρως και σήμερα κυριαρχείται από ανεξάρτητους μεταλλωρύχους υπό τον έλεγχο εγκληματικών ομάδων, με σοβαρές περιβαλλοντικές επιπτώσεις.
Παρά το γεγονός ότι η αγορά χρυσού θα μπορούσε να ενισχύσει την οικονομία της Βενεζουέλας μετά από χρόνια στασιμότητας, εγείρονται σοβαρές ανησυχίες για τις υφιστάμενες εξορυκτικές δραστηριότητες.
Το 2016, ο τότε πρόεδρος Μαδούρο υπέγραψε διάταγμα για τη δημιουργία του Τόξου Εξόρυξης Ορινόκο, μιας έκτασης 112.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων πλούσιας σε χρυσό και άλλα ορυκτά. Έκτοτε, η περιοχή έχει μετατραπεί σε εστία εγκληματικότητας, διαφθοράς και λαθρεμπορίου, ενώ οι εξορύξεις έχουν προκαλέσει σοβαρές περιβαλλοντικές καταστροφές, επεκτεινόμενες ακόμη και σε προστατευόμενες περιοχές των πολιτειών Μπολίβαρ και Αμαζόνας.
Εκθέσεις του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών για την περιοχή προειδοποιούν για σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένης της δουλείας και της εμπορίας ανθρώπων, ενώ κάνουν λόγο για «αιματοβαμμένο χρυσό». Επιπλέον, επισημαίνεται ότι η άδεια 51 που χορηγήθηκε από το Office of Foreign Assets Control στη Minerven ενδέχεται να διαιωνίζει την οικολογική καταστροφή και να συμβάλλει στο ξέπλυμα παράνομου πλούτου. Υπό αυτές τις συνθήκες, η ανάπτυξη ενός νόμιμου και βιώσιμου μεταλλευτικού τομέα στη Βενεζουέλα αναμένεται να αποτελέσει μια ιδιαίτερα δύσκολη και σύνθετη πρόκληση.






