AD
Βιομηχανία & Απανθρακοποίηση

Απογοήτευση της βιομηχανίας από την πρόταση της Κομισιόν για τα ETS - Στο Ευρωκοινοβούλιο η μάχη για την ανατροπή της

Απογοήτευση της βιομηχανίας από την πρόταση της Κομισιόν για τα ETS - Στο Ευρωκοινοβούλιο η μάχη για την ανατροπή της
Οι εκπρόσωποι της βαριάς βιομηχανίας πάντως εκτιμούν ότι οι παρεμβάσεις δεν αντιμετωπίζουν επαρκώς το υψηλό ενεργειακό κόστος και τους κινδύνους απώλειας παραγωγικής βάσης. Χαρακτηριστική είναι η στάση της Ομοσπονδίας Γερμανικών Βιομηχανιών (BDI), η οποία θεωρεί ότι οι μεταρρυθμίσεις δεν δημιουργούν τις κατάλληλες συνθήκες για έναν βιώσιμο μετασχηματισμό της ευρωπαϊκής βιομηχανίας
Σχετικά Άρθρα

Εξαιρετικά απογοητευμένη εμφανίζεται η βαριά βιομηχανία της Ευρώπης από την πρόταση της Κομισιόν για την αναθεώρηση του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ETS) η οποία παρουσιάστηκε την περασμένη Παρασκευή.

Θεωρεί ότι παρά τις σημαντικές παραχωρήσεις που περιλαμβάνει η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εξακολουθεί να μην διαμορφώνεται ένα επαρκές πλαίσιο για τη διασφάλιση της ανταγωνιστικότητας των ειδικά των ενεργοβόρων κλάδων.

Στο  Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο η μάχη για τις αποφάσεις

Πλέον το ενδιαφέρον μεταφέρεται πλέον στις διαπραγματεύσεις που ξεκινούν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της ΕΕ, όπου οι βιομηχανικοί φορείς σχεδιάζουν να εντείνουν τις παρεμβάσεις τους διεκδικώντας πρόσθετες αλλαγές. Στην αντίπερα όχθη περιβαλλοντικές οργανώσεις και κράτη-μέλη πιέζουν για αυστηρότερη πολιτική ώστε να μην αποδυναμωθούν οι κλιματικοί στόχοι της Ένωσης.

Η πρόταση της Κομισιόν επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη διατήρησης της βιομηχανικής παραγωγής στην Ευρώπη και στην επίτευξη του στόχου μείωσης των εκπομπών κατά 90% έως το 2040. Για τον λόγο αυτό προτείνει χαλάρωση ορισμένων βασικών παραμέτρων του ETS, δίνοντας περισσότερο χρόνο στις επιχειρήσεις να ολοκληρώσουν επενδύσεις απανθρακοποίησης χωρίς να βρεθούν αντιμέτωπες με υπερβολικά υψηλό κόστος αγοράς δικαιωμάτων εκπομπών.

Κεντρική αλλαγή αποτελεί η επιβράδυνση του Linear Reduction Factor (LRF), δηλαδή του ετήσιου ρυθμού μείωσης του συνολικού αριθμού διαθέσιμων δικαιωμάτων εκπομπών. Η Επιτροπή προτείνει ο συντελεστής να διαμορφωθεί στο 4,4% το 2028, να περιοριστεί στο 3,7% για την περίοδο 2031-2035 και στη συνέχεια να μειωθεί περαιτέρω στο 1,7% μετά το 2036. Η εξέλιξη αυτή σημαίνει ότι περισσότερα δικαιώματα θα παραμείνουν στην αγορά και το ανώτατο όριο εκπομπών θα μηδενιστεί αρκετά χρόνια αργότερα από ό,τι προέβλεπε ο ισχύων σχεδιασμός.

Παράλληλα, τροποποιείται ο μηχανισμός Market Stability Reserve (MSR), ώστε να αποσύρονται λιγότερα δικαιώματα από την αγορά και να αποφεύγονται έντονες αυξήσεις στις τιμές του άνθρακα. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η μεγαλύτερη διαθεσιμότητα δικαιωμάτων θα περιορίσει τον κίνδυνο ελλείψεων και θα προσφέρει μεγαλύτερη προβλεψιμότητα στις επιχειρήσεις που καλούνται να σχεδιάσουν επενδύσεις δισεκατομμυρίων ευρώ για τον εκσυγχρονισμό των εγκαταστάσεών τους.

To CBAM

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η απόφαση να επιβραδυνθεί η κατάργηση των δωρεάν δικαιωμάτων εκπομπών για τους κλάδους που καλύπτονται από τον Μηχανισμό Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα (CBAM). Αντί να ολοκληρωθεί το 2034, η διαδικασία μετατίθεται έως το 2038, ενώ προβλέπεται επαναφορά του 15% των δωρεάν δικαιωμάτων από το 2028. Η Επιτροπή επιδιώκει με αυτόν τον τρόπο να περιορίσει τον κίνδυνο διαρροής παραγωγής εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης και να προσφέρει περισσότερο χρόνο στις επιχειρήσεις να προσαρμοστούν.

Παρόλα αυτά ενεργοβόροι βιομηχανικοί κλάδοι όπως η παραγωγή αλουμινίου εκτιμούν ότι ο ρυθμός μείωσης των δωρεάν δικαιωμάτων είναι πολύ μεγαλύτερος των συζητήσεων που είχαν γίνει με την Κομισιόν. Συγκεκριμένα αναμενόταν τα δωρεάν δικαιώματα στην αλουμίνα να μειωθούν κατά περίπου 6% και φαίνεται ότι η πρόταση της Επιτροπής οδηγεί σε περικοπές της τάξης του 40%.

Στο επενδυτικό σκέλος, η πρόταση συνοδεύεται από νέα χρηματοδοτικά εργαλεία. Από το 2027 προβλέπεται η λειτουργία του Investment Booster, το οποίο θα χρηματοδοτηθεί από 400 εκατ. δικαιώματα εκπομπών και εκτιμάται ότι θα κινητοποιήσει περίπου 30 δισ. ευρώ για έργα απανθρακοποίησης. Από το 2031 το εργαλείο αυτό θα αντικατασταθεί από την Τράπεζα Βιομηχανικής Απανθρακοποίησης, με συνολικό προϋπολογισμό που μπορεί να φθάσει τα 100 δισ. ευρώ, προκειμένου να επιταχυνθούν οι επενδύσεις χαμηλών εκπομπών σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή βιομηχανία.

Επιπλέον, η Κομισιόν συνδέει πλέον τις δωρεάν κατανομές δικαιωμάτων με συγκεκριμένες επενδύσεις. Από το 2031 το 80% των δωρεάν δικαιωμάτων θα χορηγείται μόνο εφόσον οι επιχειρήσεις καταθέτουν αξιόπιστα σχέδια απανθρακοποίησης, ενώ το υπόλοιπο 20% θα αποδεσμεύεται αφού αποδεικνύεται ότι οι επενδύσεις οδήγησαν σε πραγματική μείωση των εκπομπών.

Παράλληλα, τουλάχιστον το 50% των εσόδων που εισπράττουν τα κράτη-μέλη από τις δημοπρασίες δικαιωμάτων θα πρέπει υποχρεωτικά να κατευθύνεται σε επενδύσεις απανθρακοποίησης, αλλάζοντας σημαντικά τον τρόπο αξιοποίησης των σχετικών πόρων. Το γεγονός αυτό αναμένεται ότι θα προκαλέσει πολιτικές αντιδράσεις.

BDI: Οι μεταρρυθμίσεις δεν δημιουργούν τις κατάλληλες συνθήκες για έναν βιώσιμο μετασχηματισμό της ευρωπαϊκής βιομηχανίας

Οι εκπρόσωποι της βαριάς βιομηχανίας πάντως εκτιμούν ότι οι παρεμβάσεις δεν αντιμετωπίζουν επαρκώς το υψηλό ενεργειακό κόστος και τους κινδύνους απώλειας παραγωγικής βάσης. Χαρακτηριστική είναι η στάση της Ομοσπονδίας Γερμανικών Βιομηχανιών (BDI), η οποία θεωρεί ότι οι μεταρρυθμίσεις δεν δημιουργούν τις κατάλληλες συνθήκες για έναν βιώσιμο μετασχηματισμό της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, ενώ αρκετές επιχειρήσεις που είχαν επενδύσει έγκαιρα στην πράσινη μετάβαση εκτιμούν ότι η επιβράδυνση των στόχων περιορίζει τα κίνητρα για όσους κινήθηκαν πρώτοι.

Στον αντίποδα, περιβαλλοντικές οργανώσεις αλλά και κράτη-μέλη όπως η Ισπανία, η Δανία και η Σουηδία υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή υποχωρεί απέναντι στις πιέσεις της βιομηχανίας, αποδυναμώνοντας το σημαντικότερο εργαλείο της ευρωπαϊκής πολιτικής για το κλίμα.

Η τελική έκβαση της μεταρρύθμισης θα κριθεί πλέον στις διαπραγματεύσεις που ξεκινούν μεταξύ Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου. Εκεί αναμένεται να δοθεί η πραγματική πολιτική μάχη, καθώς τόσο η βιομηχανία όσο και οι περιβαλλοντικές οργανώσεις θα επιχειρήσουν να επηρεάσουν το τελικό κείμενο προς αντίθετες κατευθύνσεις. Στόχος των ευρωπαϊκών θεσμών είναι η ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων στις αρχές του 2027.

www.worldenergynews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Δείτε επίσης