Η πρώτη συμφωνία πώλησης για το 25% της παραγωγής έκλεισε σε τιμή περίπου τριπλάσια από τις αρχικές παραδοχές του επενδυτικού σχεδίου της Metlen, γεγονός που επιβεβαιώνει την αλλαγή σκηνικού στην αγορά κρίσιμων μετάλλων, σε μια περίοδο αυξανόμενης ζήτησης για χρήσεις ημιαγωγών, δημιουργίας στρατηγικών αποθεμάτων από τις κυβερνήσεις και περιορισμένης προσφοράς εκτός Κίνας
Πολλαπλάσια EBITDA αναμένεται να έχει από το γάλλιο η Metlen από όσα αρχικά είχε υπολογίσει, με βάση την πρώτη συμφωνία που έκλεισε χθες για το 25% της παραγωγής της. Η συμφωνία, σύμφωνα με πληροφορίες, υπογράφηκε σε τιμή που υπερβαίνει τα 3.000 ευρώ ανά κιλό, δηλαδή περίπου τριπλάσια από εκείνη που είχε χρησιμοποιηθεί ως παραδοχή όταν η εταιρεία έλαβε την τελική επενδυτική απόφαση (FID) για την επένδυση πριν από περίπου ενάμιση χρόνο.
Η εξέλιξη αυτή αλλάζει ουσιαστικά τα οικονομικά δεδομένα του έργου, καθώς επιβεβαιώνει ότι η αγορά αποτιμά ήδη το ευρωπαϊκό γάλλιο σε πολύ υψηλότερα επίπεδα από εκείνα που είχαν αρχικά προβλεφθεί.
Παράλληλα, οι ισχυρές ανοδικές τάσεις που καταγράφονται διεθνώς στην τιμή του μετάλλου δημιουργούν τις προϋποθέσεις ώστε και οι επόμενες συμφωνίες που θα υπογράψει η Metlen για το υπόλοιπο 75% της παραγωγής της να κινηθούν σε αντίστοιχα ή ακόμη υψηλότερα επίπεδα.
Αναλυτές εκτιμούν πλέον ότι η δραστηριότητα του γαλλίου μπορεί να αποφέρει 100-150 εκατ. ευρώ EBITDA ετησίως όταν η μονάδα λειτουργήσει σε πλήρη ανάπτυξη από το 2028, έναντι περίπου 40 εκατ. ευρώ που προέβλεπε το αρχικό επιχειρηματικό σχέδιο.
Υπό ακόμη ευνοϊκότερες συνθήκες στην αγορά, δεν αποκλείονται σενάρια που ανεβάζουν τη συνεισφορά ακόμη και κοντά στα 200 εκατ. ευρώ EBITDA. Το σημαντικότερο πλεονέκτημα της Metlen είναι ότι το γάλλιο παράγεται ως παραπροϊόν της ήδη υφιστάμενης παραγωγής αλουμίνας, αξιοποιώντας βωξίτη από τα ιδιόκτητα μεταλλεία της, γεγονός που διατηρεί το κόστος παραγωγής εξαιρετικά χαμηλό. Έτσι, σχεδόν κάθε αύξηση της τιμής του μετάλλου μεταφέρεται άμεσα στην κερδοφορία, καθιστώντας το γάλλιο έναν από τους πλέον αποδοτικούς νέους τομείς δραστηριότητας του ομίλου.
Γιατί αναμένεται άνοδος τιμών στο γάλλιο- Η πολιτικές στρατηγικών αποθεμάτων ωθούν τις τιμές
Η αισιοδοξία για την πορεία των τιμών δεν βασίζεται μόνο στη σημερινή εικόνα της αγοράς αλλά και στις μακροπρόθεσμες τάσεις της ζήτησης. Σύμφωνα με αναλύσεις των Fastmarkets, Project Blue, CRU, Benchmark Mineral Intelligence και του International Energy Agency (IEA), το γάλλιο μετατρέπεται σε μία από τις σημαντικότερες κρίσιμες πρώτες ύλες της επόμενης δεκαετίας, καθώς αποτελεί βασικό υλικό για τους ημιαγωγούς Gallium Nitride (GaN), που χρησιμοποιούνται στα data centers τεχνητής νοημοσύνης, στις υποδομές 5G και 6G, στα συστήματα ηλεκτρικής ισχύος, στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και στις εφαρμογές της αμυντικής βιομηχανίας.
Την ίδια στιγμή, οι περιορισμοί που επέβαλε η Κίνα στις εξαγωγές από το 2023 έχουν δημιουργήσει μια νέα πραγματικότητα, με τις τιμές εκτός Κίνας να κινούνται σε επίπεδα πολλαπλάσια των προηγούμενων ετών.
Ένας ακόμη παράγοντας που αναμένεται να διατηρήσει τις τιμές σε υψηλά επίπεδα είναι η δημιουργία στρατηγικών αποθεμάτων κρίσιμων μετάλλων από τις κυβερνήσεις. Οι Ηνωμένες Πολιτείες προωθούν πρόγραμμα προμηθειών κρίσιμων ορυκτών ύψους περίπου 12 δισ. δολαρίων, ενώ αντίστοιχες πρωτοβουλίες αναπτύσσονται στην Αυστραλία, την Ιαπωνία και σταδιακά στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η είσοδος των κρατών ως μόνιμων αγοραστών σε μια αγορά που παραμένει εξαιρετικά μικρή αναμένεται να ενισχύσει περαιτέρω τον ανταγωνισμό για τις διαθέσιμες ποσότητες, δημιουργώντας έναν ακόμη διαρθρωτικό παράγοντα που στηρίζει τις υψηλές τιμές. Για τον λόγο αυτό, οι περισσότεροι διεθνείς αναλυτές συγκλίνουν ότι, ακόμη και αν υπάρξουν διακυμάνσεις, η εποχή του φθηνού γαλλίου έχει οριστικά περάσει.
Ποιοι παράγουν σήμερα γάλλιο και ποιοι θα παράγουν αύριο
Παρά την έντονη κινητικότητα στη Δύση, η Κίνα εξακολουθεί σήμερα να κυριαρχεί σχεδόν απόλυτα στην αγορά του γαλλίου. Υπολογίζεται ότι παράγει πάνω από 700 τόνους ετησίως, καλύπτοντας περίπου το 98% της παγκόσμιας παραγωγής, μέσω μεγάλων ομίλων όπως οι Chalco, China Hongqiao, East Hope, Yunnan Aluminium και Guangxi Aluminium. Εκτός Κίνας, η παραγωγή είναι σήμερα περιορισμένη και προέρχεται κυρίως από την Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα, με την Korea Zinc να αποτελεί τον σημαντικότερο παραγωγό στην κορεατική αγορά.
Η εικόνα αυτή όμως αναμένεται να αλλάξει αισθητά έως το τέλος της δεκαετίας.
Η Metlen θα αποτελέσει τον πρώτο βιομηχανικό παραγωγό γαλλίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με δυναμικότητα 50 τόνων ετησίως από το 2028, στο πλαίσιο επένδυσης ύψους περίπου 300 εκατ. ευρώ, η οποία έχει χαρακτηριστεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ως Strategic Project και χρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων.
Παράλληλα, η Alcoa αναπτύσσει στην Αυστραλία μονάδα που εκτιμάται ότι θα παράγει 60-70 τόνους ετησίως, με τη στήριξη των κυβερνήσεων ΗΠΑ, Αυστραλίας και Ιαπωνίας, ενώ η Rio Tinto προχωρά σε αντίστοιχο έργο στον Καναδά, με στόχο εμπορική παραγωγή πριν από το τέλος της δεκαετίας.
Η Nyrstar εξετάζει επίσης την ανάκτηση γαλλίου από τις μονάδες ψευδαργύρου της, ενώ η ιαπωνική Sojitz συμμετέχει στο αυστραλιανό project της Alcoa. Σύμφωνα με εκτιμήσεις που συγκεντρώνει και η Financial Times, εφόσον υλοποιηθούν όλα τα σημερινά επενδυτικά σχέδια, θα προστεθούν στη διεθνή αγορά περισσότεροι από 300 τόνοι νέας παραγωγικής δυναμικότητας ετησίως.
Έτσι, παρότι η Κίνα θα εξακολουθήσει να είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός παγκοσμίως, η Metlen, η Alcoa και η Rio Tinto αναμένεται να εξελιχθούν στους τρεις βασικούς δυτικούς πυλώνες παραγωγής, δημιουργώντας για πρώτη φορά μια αξιόπιστη εναλλακτική αλυσίδα εφοδιασμού για την Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική.
www.worldenergynews.gr






