Η εξασφάλιση πρόσβασης σε χρυσό και κρίσιμα ορυκτά από τη Βενεζουέλα θα μπορούσε να ενισχύσει την αμερικανική εφοδιαστική αλυσίδα σε μέταλλα που θεωρούνται απαραίτητα για αμυντικές τεχνολογίες και εφαρμογές, περιορίζοντας παράλληλα την εξάρτηση από την Κίνα
Μετά τη συμφωνία που ο Ντόναλντ Τραμπ χαρακτήρισε «τη μεγαλύτερη πετρελαϊκή συμφωνία στην ιστορία», μέσω της οποίας οι Ηνωμένες Πολιτείες αποκτούν τον έλεγχο της πλειονότητας των αποδεδειγμένων αποθεμάτων αργού πετρελαίου της Βενεζουέλας, ύψους περίπου 65 δισεκατομμυρίων βαρελιών, η αμερικανική κυβέρνηση εξετάζει πλέον την αξιοποίηση του σημαντικού, αλλά σε μεγάλο βαθμό ανεξερεύνητου, ορυκτού πλούτου της χώρας.
Σύμφωνα με πηγές που γνωρίζουν τον σχεδιασμό και μίλησαν στο Reuters, η κυβέρνηση Τραμπ εξετάζει τρόπους ώστε αμερικανικές εταιρείες να αποκτήσουν πρόσβαση στον τομέα του χρυσού και των κρίσιμων ορυκτών της Βενεζουέλας. Ήδη έχουν πραγματοποιηθεί οι πρώτες επαφές με επιχειρήσεις του κλάδου, προκειμένου να διερευνηθεί το ενδιαφέρον τους για επενδύσεις και δραστηριοποίηση στη χώρα.
Η εξασφάλιση πρόσβασης σε χρυσό και κρίσιμα ορυκτά από τη Βενεζουέλα θα μπορούσε να ενισχύσει την αμερικανική εφοδιαστική αλυσίδα σε μέταλλα που θεωρούνται απαραίτητα για αμυντικές τεχνολογίες και εφαρμογές, περιορίζοντας παράλληλα την εξάρτηση από την Κίνα. Παράλληλα, η μεγαλύτερη παρουσία αμερικανικών και δυτικών εταιρειών στον μεταλλευτικό τομέα της Βενεζουέλας θα μπορούσε να περιορίσει περαιτέρω την επιρροή που ασκούσαν μέχρι πρόσφατα η Κίνα και η Ρωσία στη χώρα.
«Όλοι παρακολουθούμε στενά τις εξελίξεις στον πετρελαϊκό τομέα και αναγνωρίζουμε ότι θα μπορούσε να υπάρξει μια παράλληλη πορεία και για τα κρίσιμα ορυκτά», δήλωσε στο Reuters στέλεχος εταιρείας του κλάδου των κρίσιμων ορυκτών, το οποίο συμμετείχε σε συζητήσεις με την αμερικανική κυβέρνηση για τη Βενεζουέλα.
Ωστόσο, η αξιοποίηση των ορυκτών πόρων της χώρας αναμένεται να είναι πολύ πιο περίπλοκη σε σχέση με την εκμετάλλευση των πετρελαϊκών αποθεμάτων. Ενώ η έκταση των αποθεμάτων πετρελαίου της Βενεζουέλας, τα οποία είναι τα μεγαλύτερα παγκοσμίως, είναι σε γενικές γραμμές γνωστή, η πραγματική ποσότητα χρυσού και κρίσιμων ορυκτών που βρίσκεται στο υπέδαφος της χώρας παραμένει σε μεγάλο βαθμό άγνωστη.
Η έλλειψη αξιόπιστων γεωλογικών δεδομένων θα μπορούσε να καθυστερήσει σημαντικά οποιαδήποτε νέα επενδυτική δραστηριότητα, ακόμη και αν η κυβέρνηση Τραμπ επιχειρήσει να παρουσιάσει μια συμφωνία για τα κρίσιμα ορυκτά ως σημαντική επιτυχία για την αμερικανική στρατηγική επάρκειας πρώτων υλών.
Ο μεταλλευτικός κλάδος της Βενεζουέλας βρίσκεται σε ακόμη δυσχερέστερη κατάσταση από την πετρελαϊκή βιομηχανία, ιδιαίτερα κατά τα τελευταία χρόνια της διακυβέρνησης του Νικολάς Μαδούρο. Η παραγωγή έχει παραμείνει περιορισμένη, ενώ ο κρατικός έλεγχος επί των ορυκτών πόρων ήταν ιδιαίτερα αυστηρός.
Μετά τη σύλληψη του Μαδούρο στις αρχές του έτους, η Βενεζουέλα προχώρησε σε μεταρρυθμίσεις με στόχο να ανοίξει τον μεταλλευτικό κλάδο σε διεθνείς επενδυτές. Την ίδια στιγμή, το Γραφείο Ελέγχου Ξένων Περιουσιακών Στοιχείων του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών (OFAC) έχει επιτρέψει ορισμένες συναλλαγές που αφορούν χρυσό και κρίσιμα ορυκτά από τη Βενεζουέλα, ενώ έχει ανοίξει τον δρόμο και για διαπραγματεύσεις σχετικά με πιθανές επενδύσεις.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα για τους υποψήφιους επενδυτές είναι η ακριβής αποτίμηση του ορυκτού πλούτου της χώρας. Τα γεωλογικά δεδομένα που συλλέχθηκαν κατά την περίοδο διακυβέρνησης Μαδούρο χαρακτηρίζονται από σοβαρές ελλείψεις αξιοπιστίας, γεγονός που καθιστά δύσκολο να προσδιοριστεί το πραγματικό μέγεθος των διαθέσιμων πόρων.
Παράλληλα, η Βενεζουέλα δεν διαθέτει ακόμη τις απαραίτητες υποδομές ούτε το επαρκές θεσμικό και νομικό πλαίσιο που θα επέτρεπε σε διεθνείς μεταλλευτικές επιχειρήσεις να αναπτύξουν γρήγορα δραστηριότητα στη χώρα.
Με βάση διαθέσιμα γεωλογικά στοιχεία, το υπέδαφος της Βενεζουέλας περιλαμβάνει κοιτάσματα χρυσού, βωξίτη, νικελίου, χαλκού και κολτανίου. Ωστόσο, η παραγωγή χρυσού παραμένει περιορισμένη, ενώ δεν έχει αναπτυχθεί βιομηχανική εξόρυξη μεγάλης κλίμακας για τον βωξίτη, βασική πρώτη ύλη για την παραγωγή αλουμινίου, ούτε για το κολτάνιο.
«Παρά τις επανειλημμένες δηλώσεις για τον ορυκτό πλούτο της χώρας, η Βενεζουέλα δεν κατάφερε ποτέ να δημιουργήσει την απαραίτητη θεσμική υποδομή, τη βιομηχανική βάση ή το επενδυτικό περιβάλλον που θα μετέτρεπε τους υπόγειους πόρους σε σταθερή και μεγάλης κλίμακας παραγωγή», ανέφερε η Gracelin Baskaran, διευθύντρια του προγράμματος Ασφάλειας Κρίσιμων Ορυκτών στο Center for Strategic and International Studies (CSIS), λίγες ημέρες μετά τη σύλληψη του Μαδούρο.
Σύμφωνα με την GlobalData Energy, το πραγματικό μέγεθος του ορυκτού πλούτου της Βενεζουέλας δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί. Ως εκ τούτου, θα μπορούσαν να χρειαστούν αρκετά χρόνια μέχρι τα κρίσιμα ορυκτά της χώρας να αρχίσουν να συμβάλλουν ουσιαστικά στη μείωση της αμερικανικής εξάρτησης από μέταλλα που εξορύσσονται ή υφίστανται επεξεργασία στην Κίνα και χρησιμοποιούνται στην αμυντική βιομηχανία.
Οι περιορισμένες γεωλογικές έρευνες αποτελούν ένα ακόμη σημαντικό εμπόδιο. Πριν προχωρήσουν σε επενδύσεις, οι επιχειρήσεις θα χρειαστούν σαφή και αξιόπιστα στοιχεία για το τι πραγματικά βρίσκεται στο υπέδαφος της Βενεζουέλας, πέρα από τα ήδη γνωστά πετρελαϊκά αποθέματα.
Επιπλέον, η δημιουργία μιας ολοκληρωμένης αλυσίδας εφοδιασμού για την επεξεργασία των εξορυσσόμενων πρώτων υλών θα απαιτούσε επίσης πολυετή προσπάθεια. Όπως επισημαίνει η GlobalData Energy, η ανάπτυξη ενός βιώσιμου κλάδου κρίσιμων ορυκτών προϋποθέτει γεωλογικές έρευνες, αδειοδοτήσεις, ανάπτυξη μεταλλείων, εγκαταστάσεις επεξεργασίας και δίκτυα μεταφοράς και logistics, τομείς στους οποίους η Βενεζουέλα παρουσιάζει σημαντικές ελλείψεις.
www.worldenergynews.gr






