AD

Η Γερμανία σχεδιάζει στρατηγική για τη μετάβαση των διυλιστηρίων σε καύσιμα χαμηλών εκπομπών άνθρακα (Energy Market Price)

Η Γερμανία σχεδιάζει στρατηγική για τη μετάβαση των διυλιστηρίων σε καύσιμα χαμηλών εκπομπών άνθρακα (Energy Market Price)

Η γερμανική κυβέρνηση ξεκινά διάλογο με τη βιομηχανία για τον εκσυγχρονισμό 11 διυλιστηρίων και τη μετάβαση σε υδρογόνο, συνθετικά καύσιμα και βιοκαύσιμα, με στόχο τη διασφάλιση της ενεργειακής επάρκειας και της ανταγωνιστικότητας ενόψει της κλιματικής ουδετερότητας έως το 2045

Το υπουργείο Οικονομίας της Γερμανίας έχει ξεκινήσει διαβουλεύσεις με τον πετρελαϊκό κλάδο, προκειμένου να εξετάσει τρόπους προστασίας των εγχώριων διυλιστηρίων και υποστήριξής τους κατά τη μετάβασή τους μακριά από τις ορυκτές πηγές ενέργειας. Η πρωτοβουλία περιλαμβάνει συνδικάτα, συναφείς βιομηχανικούς κλάδους και ομόσπονδα κρατίδια, με στόχο να προκύψουν συγκεκριμένα αποτελέσματα έως το πρώτο τρίμηνο του 2027, τα οποία θα αποτελέσουν τη βάση για μια επικείμενη «στρατηγική για τα διυλιστήρια», σύμφωνα με το υπουργείο.

Παρά την αυξανόμενη χρήση ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σε διάφορους τομείς, τα διυλιστήρια της Γερμανίας εξακολουθούν να διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο στην παραγωγή βασικών μορίων, όπως το υδρογόνο, τα συνθετικά καύσιμα αεροπορίας και τα βιοκαύσιμα, δήλωσε η υπουργός Οικονομίας Katherina Reiche. «Θέλω η Γερμανία να παραμείνει κόμβος παραγωγής μορίων», ανέφερε σε εκδήλωση, σύμφωνα με το Tagesspiegel Background.

Η Γερμανία διαθέτει έντεκα διυλιστήρια, με συνολική δυναμικότητα επεξεργασίας περίπου 92 εκατ. τόνων αργού πετρελαίου ετησίως. Οι εγκαταστάσεις αυτές τροφοδοτούν την αγορά με βενζίνη, ντίζελ, πετρέλαιο θέρμανσης και πρώτες ύλες για βιομηχανίες, όπως η φαρμακευτική. Ωστόσο, καθώς η χώρα επιδιώκει να επιτύχει κλιματική ουδετερότητα έως το 2045, καθίσταται αναγκαία η μετάβαση σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Μόρια όπως το υδρογόνο και το μεθάνιο ενδέχεται να εξακολουθήσουν να είναι απαραίτητα σε ορισμένους βιομηχανικούς κλάδους, είτε για διεργασίες που απαιτούν υψηλές θερμοκρασίες είτε ως πρώτες ύλες στη χημική παραγωγή. Στο μέλλον, θα μπορούσαν να παράγονται με τη χρήση ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και βιώσιμων πηγών άνθρακα, αντί ορυκτών καυσίμων.

Ο Michael Kellner, εκπρόσωπος των Πρασίνων για την ενεργειακή πολιτική, δήλωσε ότι οι μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες διαθέτουν τους οικονομικούς πόρους που απαιτούνται για τις σχετικές επενδύσεις, σύμφωνα με το δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό δίκτυο ARD.

Η οικονομολόγος Claudia Kemfert υποστήριξε ότι η στρατηγική θα πρέπει να δίνει έμφαση στον μετασχηματισμό του κλάδου και όχι στη διατήρηση επιχειρηματικών μοντέλων που βασίζονται στα ορυκτά καύσιμα. Όπως σημείωσε, τα διυλιστήρια θα μπορούσαν να παράγουν βιώσιμα αεροπορικά καύσιμα, υδρογόνο και πρώτες ύλες μη ορυκτής προέλευσης, ωστόσο τα συνθετικά καύσιμα ενδέχεται να μην παραχθούν από τους σημερινούς φορείς εκμετάλλευσης των διυλιστηρίων.

Το υπουργείο Οικονομίας ανέδειξε ως βασική προτεραιότητα την ενεργειακή ασφάλεια. Οι συνεχιζόμενες γεωπολιτικές συγκρούσεις και οι επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές έχουν καταδείξει τη στρατηγική σημασία της εγχώριας παραγωγικής δυναμικότητας. «Η απώλεια αυτών των διυλιστηρίων δεν μπορεί να αντισταθμιστεί μέσω εισαγωγών», ανέφερε. Οι εταιρείες καλούνται πλέον να επενδύσουν δισεκατομμύρια ευρώ για τον εκσυγχρονισμό των εγκαταστάσεών τους, ώστε να ανταποκριθούν στη ζήτηση για υδρογονάνθρακες βιώσιμης προέλευσης αντί για ορυκτά καύσιμα.

Τα γερμανικά διυλιστήρια αντιμετωπίζουν πιέσεις από το αυξανόμενο κόστος των εκπομπών, τις ιστορικά χαμηλές τιμές των εισαγόμενων καυσίμων, την ασθενή ζήτηση και την ανεπαρκή χρηματοδότηση επενδύσεων. Σύμφωνα με την Ομοσπονδιακή Στατιστική Υπηρεσία της Γερμανίας (Destatis), η παραγωγή βενζίνης και ντίζελ στη χώρα αυξήθηκε κατά 1,8% και 9,4%, αντίστοιχα, το πρώτο εξάμηνο του 2026, ενώ οι εισαγωγές καυσίμων σημείωσαν σημαντική μείωση, όπως μετέδωσε το Tagesspiegel Background.

www.worldenergynews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Δείτε επίσης