AD
Ενέργεια & Αγορές

Πώς οι νέες συμφωνίες της Chevron μπορούν να μεταμορφώσουν τις προοπτικές παραγωγής του Ιράκ

Πώς οι νέες συμφωνίες της Chevron μπορούν να μεταμορφώσουν τις προοπτικές παραγωγής του Ιράκ
Μετά την αυξανόμενη δυσαρέσκεια των Ιρακινών για τη δυτική στρατιωτική παρουσία μετά την ανατροπή του Saddam Hussein το 2003, Ρωσία και Κίνα ενίσχυσαν την επιρροή τους για τρεις βασικούς λόγους: τα τεράστια αποθέματα πετρελαίου με από τα χαμηλότερα κόστη άντλησης παγκοσμίως, τη στρατηγική γεωγραφική θέση της χώρας στο κέντρο της περιοχής και τη συμμετοχή της στο λεγόμενο «Σιιτικό Τόξο Ισχύος» που εκτείνεται από το Ιράν μέσω Ιράκ και Συρίας έως τον Λίβανο - Όλα αυτά τα πλεονεκτήματα για Μόσχα και Πεκίνο αποδυναμώνονται όσο επανεδραιώνεται η δυτική επιρροή

Η πολύ πρόσφατη υπογραφή δύο μεγάλων συμφωνιών στο πετρέλαιο από τον αμερικανικό ενεργειακό κολοσσό Chevron, μετά την αναγκαστική αποχώρηση ρωσικών εταιρειών από καίρια ενεργειακά έργα στο Ιράκ, συνιστά σημείο καμπής για την επαναφορά της δυτικής επιρροής στη Μέση Ανατολή, ανέφερε ανώτερη πηγή του αμερικανικού Υπουργείου Οικονομικών στο OilPrice.

«Το Ιράκ είναι η καρδιά της Μέσης Ανατολής, σημαντικός σύμμαχος του Ιράν, ζωτικής σημασίας για τα συμφέροντα Ρωσίας και Κίνας, και πλέον επιτρέπει σε μια μεγάλη αμερικανική δύναμη να εισέλθει στον πυρήνα της οικονομίας του», υπογράμμισε.

Το ερώτημα είναι τι σηματοδοτεί αυτή η εξέλιξη για τον ενεργειακό τομέα του Ιράκ και τη γεωπολιτική του πορεία.

Η πρώτη και σημαντικότερη από τις δύο συμφωνίες αφορά τη μεταβίβαση στη Chevron της διαχείρισης του γιγαντιαίου κοιτάσματος West Qurna 2, με εκτιμώμενα ανακτήσιμα αποθέματα περίπου 13 δισ. βαρελιών, μετά την αποχώρηση της ρωσικής Lukoil. Το κοίτασμα συγκαταλέγεται στα μεγαλύτερα παγκοσμίως, αντιπροσωπεύοντας σχεδόν το 10% της συνολικής παραγωγής του Ιράκ, που ανέρχεται σε περίπου 4 εκατ. βαρέλια ημερησίως, και περίπου το 0,5% της παγκόσμιας προσφοράς.

Η δεύτερη συμφωνία προβλέπει την ανάπτυξη του τεράστιου κοιτάσματος Nasiriyah, τεσσάρων ερευνητικών οικοπέδων στην επαρχία Dhi Qar και του πεδίου Balad στην επαρχία Salah Al-Din.

Η αποχώρηση των Ρώσων επιβλήθηκε έπειτα από νέο πακέτο κυρώσεων του αμερικανικού Υπουργείου Οικονομικών, με την ένταξη τόσο της Lukoil όσο και της Rosneft στη λίστα Ειδικά Καθορισμένων Υπηκόων και Αποκλεισμένων Προσώπων, μαζί με βασικά στελέχη τους.

Το πλήγμα στις δύο μεγαλύτερες ρωσικές πετρελαϊκές εταιρείες κλιμάκωσε σημαντικά την πίεση της Ουάσιγκτον, δεδομένου ότι μαζί εξήγαν περίπου 3,1 εκατ. βαρέλια ημερησίως, έσοδα που η Δύση θεωρεί κρίσιμα για τη χρηματοδότηση του πολέμου της Μόσχας στην Ουκρανία.

Ο γεωπολιτικός αντίκτυπος

Πέραν των οικονομικών συνεπειών για το Κρεμλίνο και της απώλειας φθηνών ρωσικών βαρελιών για την Κίνα, η πρωτοβουλία αυτή σηματοδοτεί βαθιά γεωπολιτική μεταβολή.

Μετά την αυξανόμενη δυσαρέσκεια των Ιρακινών για τη δυτική στρατιωτική παρουσία μετά την ανατροπή του Saddam Hussein το 2003, Ρωσία και Κίνα ενίσχυσαν την επιρροή τους για τρεις βασικούς λόγους: τα τεράστια αποθέματα πετρελαίου με από τα χαμηλότερα κόστη άντλησης παγκοσμίως, τη στρατηγική γεωγραφική θέση της χώρας στο κέντρο της περιοχής και τη συμμετοχή της στο λεγόμενο «Σιιτικό Τόξο Ισχύος» που εκτείνεται από το Ιράν μέσω Ιράκ και Συρίας έως τον Λίβανο.

Όλα αυτά τα πλεονεκτήματα για Μόσχα και Πεκίνο αποδυναμώνονται όσο επανεδραιώνεται η δυτική επιρροή.

Τι προβλέπει το Ιράκ

Μετά την υπογραφή των συμφωνιών, ανώτερη πηγή κοντά στο ιρακινό Υπουργείο Πετρελαίου ανέφερε ότι η κυβέρνηση εκτιμά πως η Chevron μπορεί να διπλασιάσει την παραγωγή του West Qurna 2 σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα. Η εκτίμηση αυτή θεωρείται ρεαλιστική, καθώς η Lukoil είχε επί μακρόν τη δυνατότητα να παράγει πολύ περισσότερα βαρέλια από όσα δήλωνε επισήμως.

Ήδη από το 2017, πηγή κοντά στο ιρανικό Υπουργείο Πετρελαίου είχε αποκαλύψει ότι η ρωσική εταιρεία μπορούσε να διατηρήσει παραγωγή τουλάχιστον 635.000 βαρελιών ημερησίως, έχοντας αγγίξει τα 650.000 βαρέλια σε παρατεταμένες περιόδους.

Ωστόσο, δεν αποκάλυψε την πραγματική δυναμικότητα, θεωρώντας ότι η αμοιβή των 1,15 δολαρίων ανά βαρέλι που λάμβανε ήταν υπερβολικά χαμηλή, ιδιαίτερα σε σύγκριση με τα 5,50 δολάρια ανά βαρέλι που καταβάλλονταν στη Gazprom Neft για την ανάπτυξη του πεδίου Badra.

Η Lukoil είχε ήδη επενδύσει τουλάχιστον 8 δισ. δολάρια στο West Qurna 2 και διεκδικούσε περίπου 6 δισ. δολάρια σε οφειλόμενες πληρωμές.

Παρά υποσχέσεις για αποπληρωμή και βελτίωση των όρων, η ένταση κλιμακώθηκε όταν το ιρακινό Υπουργείο Πετρελαίου διαπίστωσε ότι η εταιρεία δεν αύξανε την παραγωγή στα συμφωνημένα επίπεδα.

Τελικώς, με την επιβολή νέων κυρώσεων, οι ρωσικές εταιρείες αποχώρησαν, ανοίγοντας τον δρόμο για την Chevron.

Καθοριστικό ρόλο στις προοπτικές αύξησης της παραγωγής, με στόχο άνω των 6 εκατ. βαρελιών ημερησίως έως το 2029, διαδραματίζει και το έργο Common Seawater Supply Project, το οποίο υλοποιεί η γαλλική TotalEnergies στο πλαίσιο επενδυτικού προγράμματος 27 δισ. δολαρίων.

Το έργο προβλέπει άντληση θαλασσινού νερού από τον Περσικό Κόλπο και διοχέτευσή του στα πετρελαϊκά πεδία του νότιου Ιράκ για τη διατήρηση της πίεσης στα κοιτάσματα, μειώνοντας τη χρήση γλυκού νερού από τους ποταμούς Τίγρη και Ευφράτη και απελευθερώνοντας έως 250.000 κυβικά μέτρα ημερησίως για αγροτική χρήση.

Η πλήρης ολοκλήρωση του έργου θα μπορούσε να επιτρέψει στο Ιράκ να αυξήσει θεαματικά την παραγωγή του, προσεγγίζοντας τα επίπεδα που είχε προβλέψει ήδη από το 2012 η Διεθνής Υπηρεσία Ενέργειας σε εμπιστευτική στρατηγική μελέτη, με σενάρια που έφθαναν έως και τα 13 εκατ. βαρέλια ημερησίως στο πλέον αισιόδοξο ενδεχόμενο.

www.worldenergynews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Δείτε επίσης

`