Μάχες ..σε όλα τα μέτωπα αναμένονται τη Δευτέρα στο Συμβούλιο Υπουργών Ενέργειας που πραγματοποιείται με στόχο την αναζήτηση συναινέσεων μεταξύ των κρατών μελών σε σημαντικά θέματα για την πορεία της ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας.
Η ατζέντα του υπουργικού συμβουλίου περιλαμβάνει κρίσιμα θέματα όπως οι διασυνδέσεις και η λειτουργία της αγοράς ενέργειας, την ασφάλεια εφοδιασμού και τη μείωση του ενεργειακού κόστους, θέματα που αποτελούν εστίες έντονων αντιπαραθέσεων μεταξύ των κρατών μελών.
Στο Συμβούλιο Υπουργών Ενέργειας στις 16 Μαρτίου τα θέματα που θα εξεταστούν είναι: η τιμολόγηση ενέργειας με την οριακή τιμή συστήματος (και η εξάρτηση της τιμής της ενέργειας από το φυσικό αέριο), ο ρόλος του ETS (Χρηματιστήριο δικαιωμάτων και αν πρέπει αν γίνουν παρεμβάσεις στη λειτουργία του), οι διασυνδέσεις και η λειτουργία της διασυνδεδεμένης αγοράς.
Στα θέματα αυτά αναφέρουν πηγές του ΥΠΕΝ, αν και υπάρχει συμφωνία μεταξύ των κρατών μελών για τη σημασία τους, είναι έντονες οι διαφωνίες μεταξύ τους, για το τί πρέπει να κάνει η Κομισιόν και οι εκτίμηση για το επόμενο Συμβούλιο υπουργών Ενέργειας είναι ότι θα γίνουν έντονες ζυμώσεις χωρίς άμεσα αποτελέσματα.
Διασυνδέσεις
Οι υπουργοί Ενέργειας της ΕΕ θα πραγματοποιήσουν πολιτική συζήτηση για το πακέτο ευρωπαϊκών ηλεκτρικών δικτύων (European grids package), δηλαδή τις προτάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την αναθεώρηση του υφιστάμενου κανονισμού σχετικά με τις διευρωπαϊκές ενεργειακές υποδομές (TEN-E) καθώς και για τη νέα οδηγία αδειοδότησης δικτύων, που παρουσιάστηκαν στις 10 Δεκεμβρίου 2025.
Στόχος του πακέτου είναι η βελτίωση της διασυνοριακής διασύνδεσης των ενεργειακών δικτύων, η ενίσχυση της ηλεκτροποίησης και η επιτάχυνση των διαδικασιών αδειοδότησης για τα δίκτυα, ενώ παράλληλα επιδιώκεται η ενίσχυση της ανθεκτικότητας και της ασφάλειας των διασυνοριακών ενεργειακών υποδομών.
Σημειώνεται, ότι οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις μεταξύ χωρών αποτελούν προτεραιότητα της στρατηγικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς ενέργειας και την ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας. Μέσω των διασυνδέσεων, τα εθνικά συστήματα ηλεκτρικής ενέργειας μπορούν να ανταλλάσσουν ηλεκτρική ισχύ, επιτρέποντας τη μεταφορά ενέργειας από περιοχές με πλεόνασμα παραγωγής σε περιοχές με υψηλότερη ζήτηση. Αυτό συμβάλλει στη βελτίωση της αξιοπιστίας των δικτύων, στη μείωση του κινδύνου ελλείψεων και στη συνολική αποδοτικότερη λειτουργία της ευρωπαϊκής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας.
Οι διασυνδέσεις αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία στο πλαίσιο της ενεργειακής μετάβασης, καθώς η αυξημένη διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας —ιδίως της αιολικής και της ηλιακής— δημιουργεί μεγαλύτερη μεταβλητότητα στην παραγωγή. Ένα πιο διασυνδεδεμένο ευρωπαϊκό δίκτυο επιτρέπει την καλύτερη αξιοποίηση αυτής της παραγωγής, αφού η πλεονάζουσα ενέργεια από μία χώρα μπορεί να μεταφερθεί σε άλλες αγορές όπου υπάρχει ανάγκη.
Ωστόσο, η ενίσχυση της διασυνδεσιμότητας δεν αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο από όλα τα κράτη-μέλη. Ορισμένες χώρες που διαθέτουν χαμηλότερες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, συχνά λόγω υψηλής παραγωγής από υδροηλεκτρικά ή πυρηνικά εργοστάσια, εκφράζουν επιφυλάξεις για τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει η αυξημένη διασύνδεση στις εγχώριες αγορές τους. Η βασική τους ανησυχία είναι ότι η μεγαλύτερη δυνατότητα εξαγωγών θα οδηγήσει σε αυξημένη ζήτηση για την φθηνή εγχώρια παραγωγή τους από γειτονικές χώρες με υψηλότερες τιμές.
Σε μια πλήρως διασυνδεδεμένη αγορά, οι τιμές τείνουν να συγκλίνουν. Αυτό σημαίνει ότι η φθηνή ενέργεια μπορεί να κατευθυνθεί προς αγορές όπου η τιμή είναι υψηλότερη, με αποτέλεσμα να αυξάνεται η τιμή και στην εγχώρια αγορά της χώρας που εξάγει. Για τις κυβερνήσεις αυτών των χωρών, το ενδεχόμενο αυτό δημιουργεί πολιτικές και κοινωνικές ανησυχίες, καθώς μπορεί να οδηγήσει σε υψηλότερους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας για τους εγχώριους καταναλωτές.
Έτσι, ενώ οι διασυνδέσεις θεωρούνται κρίσιμες για την ολοκλήρωση της ευρωπαϊκής ενεργειακής αγοράς και για την αποτελεσματική ενσωμάτωση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η συζήτηση για την επέκτασή τους αναδεικνύει το δύσκολο ισοζύγιο ανάμεσα στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση της αγοράς και στην προστασία των εθνικών ενεργειακών συμφερόντων.
Σχέδιο δράσης για προσιτή ενέργεια: ένας χρόνος μετά
Το Συμβούλιο θα εξετάσει την πρόοδο που έχει επιτευχθεί στο σχέδιο δράσης για προσιτή ενέργεια, το οποίο παρουσίασε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πριν από έναν χρόνο με στόχο τη μείωση του ενεργειακού κόστους.
Κατά τη διάρκεια της ανταλλαγής απόψεων, οι υπουργοί Ενέργειας θα έχουν την ευκαιρία να παρουσιάσουν τα αποτελεσματικά μέτρα που έχουν ληφθεί για την εφαρμογή του σχεδίου, καθώς και να εξετάσουν τρόπους για περαιτέρω μείωση του κόστους ενέργειας βραχυπρόθεσμα.
Στο πλαίσιο αυτό αναμένεται να συζητηθεί και η μεταρρύθμιση της ευρωπαϊκής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας που θεωρείται σήμερα ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα της ενεργειακής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ενεργειακή μετάβαση, η αύξηση των ανανεώσιμων πηγών και οι γεωπολιτικές κρίσεις που επηρεάζουν τις τιμές καυσίμων σημαίνουν ότι η Ευρώπη θα συνεχίσει να αντιμετωπίζει διλήμματα για το πώς πρέπει να λειτουργεί η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.
Στην ουσία, η αντιπαράθεση αφορά την ισορροπία ανάμεσα σε τρεις βασικούς στόχους: τις χαμηλές τιμές για καταναλωτές και βιομηχανία, τη σταθερότητα και τις επενδύσεις στην αγορά ενέργειας και την επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης με την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών.
Το ισχύον ευρωπαϊκό μοντέλο βασίζεται στην οριακή τιμολόγηση (marginal pricing), όπου η τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας καθορίζεται από την τελευταία μονάδα παραγωγής που χρειάζεται για να καλυφθεί η ζήτηση, η οποία συχνά είναι μονάδα φυσικού αερίου. Έτσι, η άνοδος των τιμών του αερίου μπορεί να επηρεάσει ολόκληρη την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.
Ορισμένες χώρες ζητούν αλλαγές ώστε να περιοριστεί αυτή η σύνδεση, υποστηρίζοντας ότι οι χαμηλού κόστους τεχνολογίες, όπως οι ΑΠΕ, δεν αντανακλώνται επαρκώς στους λογαριασμούς των καταναλωτών. Άλλοι φορείς, ωστόσο, θεωρούν ότι το σημερινό σύστημα εξασφαλίζει αποδοτική λειτουργία της αγοράς και παρέχει τα σωστά επενδυτικά σήματα για νέες ενεργειακές υποδομές. Ως συμβιβασμός, η ΕΕ ενισχύει τη χρήση μακροχρόνιων συμβολαίων σταθερής τιμής για τη μείωση της μεταβλητότητας των τιμών.
Η άποψη του ελληνικού ΥΠΕΝ είναι, ότι αν και πράγματι η αύξηση της συμμετοχής των ΑΠΕ στο ενεργειακό μίγμα δημιουργεί νέα δεδομένα και ερωτήματα για το πώς πρέπει να τιμολογείται η ενέργειας, δεν έχει βρεθεί ακόμη ικανοποιητική αντιπρόταση στη σημερινή τιμολόγηση με οριακή τιμή συστήματος.
Ενεργειακή ασφάλεια: διδάγματα από Ουκρανία και Μολδαβία
Οι υπουργοί θα κληθούν επίσης να ανταλλάξουν απόψεις σχετικά με την ενίσχυση της αμοιβαίας ενεργειακής ασφάλειας μέσω μεγαλύτερης ολοκλήρωσης, αξιοποιώντας τα διδάγματα που προκύπτουν από τη συνεργασία με την Ουκρανία και τη Μολδαβία.
Στη συζήτηση θα συμμετάσχουν ο υπουργός Ενέργειας της Μολδαβίας, Dorin Junghietu, καθώς και ο πρώτος αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υπουργός Ενέργειας της Ουκρανίας, Denys Shmyhal.
Επενδύσεις σε καθαρή ενέργεια
Κατά τη διάρκεια του γεύματος εργασίας, οι υπουργοί θα συζητήσουν τρόπους για την επιτάχυνση των επενδύσεων σε καθαρή ενέργεια με στόχο την ενίσχυση της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας.
Στη συζήτηση θα συμμετάσχουν ο προσωρινός διευθυντής του ACER (Οργανισμός Συνεργασίας Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας), Volker Zuleger, καθώς και η γενική διευθύντρια της Διεύθυνσης Έργων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (EIB), Laura Piovesan.
Χρονοδιάγραμμα και οι παρεμβάσεις στο ETS
Στο πλαίσιο της προσπάθειας για μείωση τους ενεργειακού κόστους, στο επίκεντρο της συζήτησης είναι το χρονοδιάγραμμα ή και οι παρεμβάσεις στο ETS.
Το Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών της ΕΕ (EU ETS), αποτελεί τον βασικό μηχανισμό της ευρωπαϊκής πολιτικής για τη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Η συζήτηση δεν αφορά το αν πρέπει να υπάρχει το σύστημα, αλλά κυρίως το πώς πρέπει να λειτουργεί στο μέλλον, πόσο αυστηρό θα είναι και ποιος θα επωμιστεί το κόστος της ενεργειακής μετάβασης.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη προχωρήσει σε σημαντική αναθεώρηση του ETS στο πλαίσιο του πακέτου “Fit for 55”, που στοχεύει στη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά 55% έως το 2030. Οι αλλαγές προβλέπουν τη σταδιακή μείωση του συνολικού αριθμού των διαθέσιμων δικαιωμάτων εκπομπών, γεγονός που αναμένεται να αυξήσει την τιμή του CO₂ και να ενισχύσει τα κίνητρα για επενδύσεις σε καθαρές τεχνολογίες. Παράλληλα, προβλέπεται η σταδιακή κατάργηση των δωρεάν δικαιωμάτων για τη βιομηχανία και η επέκταση του συστήματος σε νέους τομείς, όπως τα κτίρια και οι οδικές μεταφορές.
Οι αλλαγές αυτές έχουν προκαλέσει διαφορετικές αντιδράσεις μεταξύ των κρατών-μελών. Ορισμένες κυβερνήσεις εκφράζουν ανησυχίες ότι το ETS αυξάνει σημαντικά το κόστος της ενέργειας και μπορεί να επηρεάσει την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας. Η Ιταλία, για παράδειγμα, έχει υποστηρίξει ότι η λειτουργία του ETS οδηγεί σε υψηλότερες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας και έχει προτείνει τροποποιήσεις ώστε να περιοριστεί η επίδραση της τιμής του άνθρακα στο ενεργειακό κόστος. Παράλληλα, μια ομάδα κρατών-μελών έχει ζητήσει να εξεταστεί το ενδεχόμενο καθυστέρησης της εφαρμογής της επέκτασης του ETS σε κτίρια και μεταφορές, φοβούμενη ότι θα οδηγήσει σε αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων και της θέρμανσης για τα νοικοκυριά.
Παρά τις ανησυχίες ορισμένων κυβερνήσεων, αρκετά κράτη-μέλη, θεσμικά όργανα της ΕΕ και φορείς της αγοράς υποστηρίζουν ότι το ETS πρέπει να παραμείνει ισχυρό και σταθερό, καθώς αποτελεί το πιο αποτελεσματικό εργαλείο για τη μείωση των εκπομπών στην Ευρώπη. Υποστηρίζουν επίσης ότι οι συχνές αλλαγές στους κανόνες θα μπορούσαν να δημιουργήσουν επενδυτική αβεβαιότητα και να καθυστερήσουν τις επενδύσεις σε καθαρές τεχνολογίες και ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
www.worldenergynews.gr






