Η στρατηγική της Κομισιόν βασίζεται στην υπόθεση ότι προσφορά, ζήτηση και υποδομές θα αναπτυχθούν ομαλά, όμως η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη, καθώς οι υποδομές καθυστερούν λόγω αδειοδοτήσεων, επενδυτικών περιορισμών και κατασκευαστικών χρονοδιαγραμμάτων, ενώ η ζήτηση δεν αυξάνεται γραμμικά και το ίδιο το σύστημα δημιουργεί τριβές όπως συμφόρηση, περιορισμούς παραγωγής και μεταβλητότητα
Το μήνυμα της Ursula von der Leyen για την ηλεκτροδότηση της ευρωπαϊκής οικονομίας εμφανίζεται στρατηγικά συνεκτικό, πολιτικά ελκυστικό και εκ πρώτης όψεως αναπόφευκτο, καθώς υπόσχεται απανθρακοποίηση της βιομηχανίας και των μεταφορών, μείωση της εξάρτησης από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα και ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της Ευρώπης σε ένα ολοένα πιο κατακερματισμένο γεωπολιτικό περιβάλλον.
Πίσω όμως από αυτή τη σαφή κατεύθυνση κρύβεται μια πιο δύσκολη πραγματικότητα, καθώς οι Βρυξέλλες δεν επιχειρούν μόνο μια ενεργειακή μετάβαση αλλά ταυτόχρονα μετασχηματίζουν τη βιομηχανική βάση, τα συστήματα μεταφορών, τις υποδομές και τη γεωπολιτική στάση της ηπείρου, υπό συνθήκες αυξανόμενης οικονομικής, υλικής και στρατηγικής πίεσης, με το πρόβλημα να μην εντοπίζεται στην ίδια τη στρατηγική αλλά στο γεγονός ότι το σύστημα που απαιτείται για να τη στηρίξει έχει ήδη φτάσει στα όριά του και το πραγματικό κόστος αρχίζει μόλις τώρα να γίνεται ορατό.
Που βρίσκεται η πρόκληση
Η βασική πρόκληση για τις Βρυξέλλες δεν είναι η φιλοδοξία αλλά η αλληλουχία των βημάτων, καθώς η Ευρώπη επιταχύνει την ηλεκτροδότηση της ζήτησης σε βιομηχανία, μεταφορές και θέρμανση, ενώ ταυτόχρονα επιχειρεί να επεκτείνει την παραγωγή ανανεώσιμης ενέργειας με πρωτοφανή ταχύτητα, την ώρα που η απαραίτητη υποδομή που θα συνδέσει τα δύο υστερεί επικίνδυνα, αποκαλύπτοντας τα φυσικά όρια των ηλεκτρικών δικτύων που ήδη έχουν εξαντληθεί σε πολλές περιοχές.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Ολλανδία, η οποία προβαλλόταν ως πρότυπο ενεργειακής μετάβασης με υψηλή ανάπτυξη υπεράκτιων αιολικών πάρκων, εκτεταμένη χρήση ηλιακής ενέργειας και επιθετικές πολιτικές απανθρακοποίησης, αλλά στην πράξη μετατρέπεται σε προειδοποιητικό παράδειγμα.
Το ολλανδικό ηλεκτρικό δίκτυο αδυνατεί πλέον να ακολουθήσει τον ρυθμό των αλλαγών, με τη συμφόρηση να έχει λάβει δομικά χαρακτηριστικά και χιλιάδες επιχειρήσεις να βρίσκονται σε λίστες αναμονής για σύνδεση ή αναβάθμιση ισχύος, ενώ σε ορισμένες περιοχές αναστέλλονται επενδύσεις, περιορίζεται η βιομηχανική ανάπτυξη και ακόμη και οικιστικά έργα μπλοκάρονται λόγω έλλειψης ηλεκτρικής επάρκειας.
Το παράδοξο είναι έντονο, καθώς σε περιόδους υψηλής παραγωγής από άνεμο και ήλιο η χώρα παράγει περισσότερη ενέργεια από όση μπορεί να καταναλώσει, ενώ σε άλλες περιπτώσεις δεν μπορεί να καλύψει τη ζήτηση, γεγονός που αναδεικνύει ένα σύστημα που ταυτόχρονα βιώνει πλεόνασμα και έλλειψη, όχι ως προσωρινή ανισορροπία αλλά ως αποτέλεσμα παραγωγής που ξεπερνά τις δυνατότητες των υποδομών.
Η στρατηγική της Κομισιόν βασίζεται στην υπόθεση ότι προσφορά, ζήτηση και υποδομές θα αναπτυχθούν ομαλά, όμως η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη, καθώς οι υποδομές καθυστερούν λόγω αδειοδοτήσεων, επενδυτικών περιορισμών και κατασκευαστικών χρονοδιαγραμμάτων, ενώ η ζήτηση δεν αυξάνεται γραμμικά και το ίδιο το σύστημα δημιουργεί τριβές όπως συμφόρηση, περιορισμούς παραγωγής και μεταβλητότητα.
Σε ολόκληρη την Ευρώπη, διαχειριστές δικτύων προειδοποιούν για αυξανόμενες ουρές σύνδεσης και επιβραδυνόμενες επενδύσεις, ενώ το κόστος της συμφόρησης αυξάνεται, την ώρα που οι πολιτικές συνεχίζουν να δίνουν προτεραιότητα στην επιτάχυνση των ανανεώσιμων πηγών και των στόχων ηλεκτροδότησης, με την υπόθεση ότι οι υποδομές θα ακολουθήσουν, κάτι που δεν επιβεβαιώνεται.
Η ανάπτυξη ηλεκτρικών δικτύων δεν μπορεί να συμβαδίσει με τον ρυθμό των πολιτικών φιλοδοξιών, καθώς η κατασκευή γραμμών υψηλής τάσης απαιτεί χρόνια ή και δεκαετίες, ενώ τα δίκτυα διανομής χρειάζονται εκτεταμένες αναβαθμίσεις για να υποστηρίξουν αποκεντρωμένη παραγωγή και αυξημένη ζήτηση, με επιπλέον εμπόδια από τοπικές αντιδράσεις, περιβαλλοντικούς κανόνες και προβλήματα εφοδιαστικής αλυσίδας.
Το μέγεθος των απαιτούμενων επενδύσεων υποτιμάται σημαντικά, με στόχο τα 660 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως να απαιτεί μια ανακατανομή κεφαλαίων αντίστοιχη με περιόδους πολεμικής οικονομίας, ενώ μόνο για τα ηλεκτρικά δίκτυα εκτιμάται ανάγκη 1,2 τρισεκατομμυρίων ευρώ έως το 2040, γεγονός που καθιστά αναγκαία νέα χρηματοδοτικά μοντέλα, συνεργασίες δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και ευρωπαϊκά εργαλεία χρηματοδότησης.
Η πρόκληση της ηλεκτροδότησης συνδέεται επίσης με ένα επιδεινούμενο γεωπολιτικό περιβάλλον, καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται ταυτόχρονα να αυξήσει τις αμυντικές δαπάνες, να στηρίξει την Ουκρανία και να αντιμετωπίσει αστάθεια στις ενεργειακές αγορές.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει ήδη οδηγήσει σε δομική αύξηση των αμυντικών δαπανών, ενώ οι εντάσεις στη Μέση Ανατολή και ειδικά στο Ορμούζ επαναφέρουν κινδύνους για την ενεργειακή ασφάλεια, καθώς περίπου το 20% των παγκόσμιων ροών πετρελαίου και LNG διέρχεται από την περιοχή.
Έτσι διαμορφώνεται μια στρατηγική αντίφαση, όπου η Ευρώπη επενδύει στην ηλεκτροδότηση για να μειώσει την ενεργειακή εξάρτηση, ενώ ταυτόχρονα αυξάνει τις δαπάνες για άμυνα και συνεχίζει να επιβαρύνεται από το κόστος των ορυκτών καυσίμων, δημιουργώντας μια δημοσιονομική σύγκρουση στο επίκεντρο του ευρωπαϊκού εγχειρήματος.
Το βασικό ερώτημα που ανακύπτει είναι ποιος θα χρηματοδοτήσει αυτή τη μετάβαση, καθώς τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη αντιμετωπίζουν ήδη υψηλό δημόσιο χρέος μετά την πανδημία και την ενεργειακή κρίση, ενώ οι κοινωνικές πιέσεις αυξάνονται και οι αμυντικές ανάγκες διευρύνονται.
Παρότι το ιδιωτικό κεφάλαιο προβάλλεται ως λύση, δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη δημόσια στρατηγική, καθώς επενδύει μόνο όταν οι αποδόσεις είναι προβλέψιμες, κάτι που δεν ισχύει πάντα για δίκτυα, βιομηχανική ηλεκτροδότηση και ευελιξία συστημάτων χωρίς ισχυρές δημόσιες εγγυήσεις.
Η Ευρώπη καλείται να υιοθετήσει ένα διαφορετικό χρηματοδοτικό μοντέλο, μετατρέποντας την ηλεκτροδότηση σε στρατηγική επένδυση με σαφείς προτεραιότητες και συντονισμό, αναβαθμίζοντας τις ενεργειακές υποδομές στο ίδιο επίπεδο σημασίας με την άμυνα, κατευθύνοντας περισσότερους πόρους από μηχανισμούς τιμολόγησης άνθρακα και ενισχύοντας τον ρόλο θεσμών όπως η ΕΤΕπ.
Παρά τα παραπάνω, η ανάγκη επιλογών παραμένει αναπόφευκτη, καθώς η Ευρώπη δεν μπορεί να χρηματοδοτήσει ταυτόχρονα όλες τις υποδομές, να ηλεκτροδοτήσει όλους τους κλάδους και να καλύψει όλες τις γεωπολιτικές της δεσμεύσεις, με την ολλανδική εμπειρία να δείχνει ότι όταν αυτές οι επιλογές αγνοούνται, οι περιορισμοί των υποδομών αρχίζουν να καθορίζουν τα οικονομικά αποτελέσματα.
Σε σημείο καμπής η Ευρώπη
Εάν αυτό το φαινόμενο επεκταθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο, υπάρχει κίνδυνος μετατόπισης επενδύσεων εκτός Ευρώπης, ιδιαίτερα σε ενεργοβόρους κλάδους όπως η χημική βιομηχανία, ο χάλυβας και τα δεδομένα, υπονομεύοντας τη βιομηχανική βάση της ηπείρου.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν είναι η αποτυχία της ηλεκτροδότησης αλλά η άνιση εξέλιξή της, με υπερβολική παραγωγή χωρίς υποδομές, αυξημένη ζήτηση χωρίς συνδεσιμότητα και υψηλές φιλοδοξίες χωρίς σωστή χρονική ακολουθία.
Η Ευρώπη πλησιάζει ήδη αυτό το σημείο καμπής, καθώς τα φυσικά όρια των δικτύων, οι χρηματοδοτικές ανάγκες και οι γεωπολιτικές πιέσεις συγκρούονται με τις πολιτικές επιδιώξεις.
Η ηλεκτρική ενέργεια θα καθορίσει το μέλλον της Ευρώπης, όμως η υλοποίηση αυτού του μέλλοντος απαιτεί υποδομές που χρειάζονται δεκαετίες, κεφάλαια τρισεκατομμυρίων και πολιτικές αποφάσεις πολύ πιο δύσκολες από όσες υποδηλώνει η τρέχουσα ρητορική, με την ευθυγράμμιση φιλοδοξίας και πραγματικότητας να παραμένει μέχρι στιγμής ζητούμενο.






