Με θετικότερα δεδομένα από πέρυσι εισέρχεται η ελληνική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας στο καλοκαίρι, σύμφωνα με τον υφυπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκο Τσάφο, ο οποίος εμφανίστηκε συγκρατημένα αισιόδοξος για την πορεία των τιμών, παρά τις γεωπολιτικές αναταράξεις και τις ανησυχίες που προκάλεσε η κρίση στη Μέση Ανατολή.
Όπως ανέφερε, η Ελλάδα διαθέτει σήμερα μια σειρά από πλεονεκτήματα που μειώνουν τον κίνδυνο έντονων ανατιμήσεων στην ηλεκτρική ενέργεια. Πρώτος παράγοντας είναι η ισχυρή εξαγωγική θέση της χώρας στην περιφερειακή αγορά. Η Ελλάδα εξάγει πλέον ηλεκτρική ενέργεια σχεδόν σε μόνιμη βάση, με αποτέλεσμα να διαμορφώνει χαμηλότερες τιμές σε σχέση με γειτονικές χώρες και να αποσυνδέεται σε σημαντικό βαθμό από τις πιέσεις που καταγράφονται στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο υφυπουργός, η χώρα εξήγαγε ρεύμα προς τη Βουλγαρία στο 96% των ωρών του Μαΐου, ενώ οι ελληνικές τιμές παρέμειναν χαμηλότερες από τις βουλγαρικές σε όλη τη διάρκεια του μήνα.
Δεύτερος λόγος είναι τα ιδιαίτερα υψηλά αποθέματα νερού στα υδροηλεκτρικά έργα, τα οποία προσφέρουν σημαντικές εφεδρείες ενόψει της αυξημένης καλοκαιρινής ζήτησης. Παράλληλα, η ανάπτυξη της αποθήκευσης ενέργειας μέσω μπαταριών αρχίζει να επηρεάζει ουσιαστικά τη λειτουργία της αγοράς. Ήδη λειτουργούν συστήματα αποθήκευσης που αποδίδουν περίπου 150 MW, ενώ νέα έργα αναμένεται να ενισχύσουν περαιτέρω την ευελιξία του συστήματος και να περιορίσουν την εξάρτηση από ακριβότερες μονάδες φυσικού αερίου κατά τις βραδινές ώρες.
Ο κ. Τσάφος σημείωσε επίσης ότι η αύξηση της εγκατεστημένης ισχύος από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας υπερκαλύπτει την αύξηση της ζήτησης, διατηρώντας καθοδικές πιέσεις στις χονδρεμπορικές τιμές. Ενδεικτικά ανέφερε ότι η μέση τιμή ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα διαμορφώθηκε τον Μάιο στα 89 ευρώ ανά μεγαβατώρα, έναντι 102 ευρώ στη Βουλγαρία, 110 ευρώ στη Ρουμανία και 107 ευρώ στην Ουγγαρία. Παράλληλα, υπενθύμισε ότι η Ελλάδα έχει περάσει από την εποχή των μεγάλων εισαγωγών ηλεκτρισμού σε μια περίοδο όπου συγκαταλέγεται πλέον μεταξύ των μεγαλύτερων εξαγωγέων ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη.
Πυρηνική ενέργεια: Η Ελλάδα ξεκινά να χτίζει γνώση και θεσμική ετοιμότητα
Παράλληλα με τις άμεσες προκλήσεις της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, ο Νίκος Τσάφος έστειλε μήνυμα ότι η Ελλάδα οφείλει να εξετάσει από σήμερα όλες τις πιθανές επιλογές για το ενεργειακό της μέλλον, συμπεριλαμβανομένης της πυρηνικής ενέργειας. Ξεκαθάρισε ότι η χώρα δεν βρίσκεται στο στάδιο λήψης αποφάσεων για κατασκευή πυρηνικών μονάδων, αλλά σε μια φάση στρατηγικής διερεύνησης, με στόχο να αποκτήσει την τεχνογνωσία, τους θεσμούς και το ανθρώπινο δυναμικό που θα της επιτρέψουν να αξιολογήσει υπεύθυνα την επιλογή αυτή στο μέλλον.
Όπως ανέφερε, το ΥΠΕΝ σχεδιάζει να προσαρμόσει στην ελληνική πραγματικότητα το μοντέλο του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας (IAEA), ξεκινώντας από τη θεμελιώδη αξιολόγηση του κατά πόσο η πυρηνική ενέργεια μπορεί να έχει θέση στο ελληνικό ενεργειακό σύστημα. Ο υφυπουργός υπογράμμισε ότι η βασική απάντηση της χώρας στην ενεργειακή μετάβαση παραμένει η αποθήκευση ενέργειας και οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις, ωστόσο παραμένει ανοικτό το ερώτημα πώς θα εξασφαλιστεί μακροπρόθεσμα ένα αξιόπιστο και χαμηλού κόστους σύστημα ηλεκτροπαραγωγής σε ένα περιβάλλον υψηλής διείσδυσης των ΑΠΕ.
Αναφερόμενος στις διεθνείς εξελίξεις, σημείωσε ότι το ενδιαφέρον για την πυρηνική ενέργεια επανέρχεται δυναμικά σε πολλές χώρες, τόσο μέσω συμβατικών αντιδραστήρων όσο και μέσω νέων τεχνολογιών, όπως οι μικροί αρθρωτοί αντιδραστήρες (SMRs). Αναγνώρισε ωστόσο ότι πρόκειται για μια τεχνολογία με υψηλή πολυπλοκότητα, σημαντικά κόστη και συχνές καθυστερήσεις στην υλοποίηση έργων. Για τον λόγο αυτό, όπως είπε, η Ελλάδα δεν πρέπει να σπεύσει σε αποφάσεις, αλλά ούτε και να περιμένει να ωριμάσουν πλήρως οι συνθήκες για να αρχίσει τότε να αποκτά τεχνογνωσία.
Κεντρικός άξονας της στρατηγικής που περιέγραψε είναι η δημιουργία εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού, η ενίσχυση των ερευνητικών φορέων, η ανάπτυξη θεσμικού πλαισίου και η καλλιέργεια κοινωνικής και πολιτικής συναίνεσης. Όπως υπογράμμισε, η δημιουργία ενός πυρηνικού προγράμματος δεν αποτελεί έργο μίας κυβερνητικής θητείας αλλά μια εθνική προσπάθεια διάρκειας δεκαετιών, που μπορεί να απαιτήσει 15 έως 20 χρόνια προετοιμασίας πριν από την ενδεχόμενη λειτουργία μιας πρώτης μονάδας. Το ζητούμενο σήμερα, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν είναι να αποφασίσει η χώρα αν θα αποκτήσει πυρηνικούς σταθμούς, αλλά να εξασφαλίσει ότι όταν κληθεί να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα θα διαθέτει τις γνώσεις, τους θεσμούς και τα εργαλεία για να το κάνει με τεκμηριωμένο τρόπο.
Ο υφυπουργός ξεκαθάρισε επίσης ότι δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή συζήτηση για επιβολή έκτακτου φόρου στα διυλιστήρια. Όπως ανέφερε, η ενεργειακή ασφάλεια αποτελεί προτεραιότητα και η πολιτεία ζητά από τις επιχειρήσεις να εξασφαλίζουν την ομαλή τροφοδοσία της αγοράς με καύσιμα. «Δεν μπορείς από τη μία να ζητάς να εξασφαλίζουν επάρκεια και από την άλλη να λες ότι θα τιμωρηθούν γι’ αυτό», ανέφερε χαρακτηριστικά.






