AD
Ενέργεια & Αγορές

Το σχέδιο της Ουάσιγκτον για να χάσει το Ιράν το πλεονέκτημα των Στενών του Ορμούζ

Το σχέδιο της Ουάσιγκτον για να χάσει το Ιράν το πλεονέκτημα των Στενών του Ορμούζ

Επιταχύνεται η ανάπτυξη αγωγών, τερματικών εξαγωγών και χερσαίων εμπορικών διαδρόμων, με αύξηση της δυναμικότητας των αγωγών της Σ.Αραβίας και των ΗΑΕ, νέες διαδρομές εξαγωγής του ιρακινού πετρελαίου μέσω Τουρκίας και Συρίας και υλοποίηση  του Οικονομικού Διαδρόμου Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης (IMEC) ενώ παράλληλα η Ουάσιγκτον αυξάνει την παραγωγή σε ολόκληρη την αμερικανική ήπειρο

 Tο Ιράν βασιζόταν στα Στενά του Ορμούζ ως το αποτελεσματικότερο γεωπολιτικό του όπλο. Πρόκειται για ένα κρίσιμο ενεργειακό σημείο διέλευσης, από το οποίο μεταφέρεται έως και το ένα τρίτο του παγκόσμιου πετρελαίου και περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG).

Σύμφωνα με ανάλυση του Simon Watkins στο Oil Price, η Ουάσιγκτον δεν αντιμετωπίζει πλέον το Ορμούζ ως μια περιοδική εστία κρίσεων, αλλά ως μια στρατηγική αδυναμία που επιδιώκει να περιορίσει μέσω νέων αγωγών, χερσαίων εμπορικών διαδρόμων και εναλλακτικών ενεργειακών οδών.

Ο άμεσος αποκλεισμός του θαλάσσιου περάσματος από την Τεχεράνη, με την έναρξη της κοινής αμερικανοϊσραηλινής στρατιωτικής επιχείρησης κατά του Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου, οδήγησε στη διακοπή της ναυσιπλοΐας μέσω των Στενών και προκάλεσε άνοδο των τιμών του πετρελαίου άνω του 70%.

Η προοπτική να παραμείνει ο αποκλεισμός σε ισχύ έως τις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ της 3ης Νοεμβρίου αποτέλεσε,τον καθοριστικό παράγοντα που ώθησε τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ να επιδιώξει μια ειρηνευτική συμφωνία, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα. Ο λόγος είναι ότι υπάρχει άμεση σχέση μεταξύ της τιμής του πετρελαίου, της τιμής της βενζίνης, της οικονομικής ανάπτυξης των ΗΠΑ και της εκλογικής επιτυχίας των εν ενεργεία προέδρων και των κομμάτων τους.

Σύμφωνα με αρκετές ανώτερες πηγές στον τομέα της ενεργειακής ασφάλειας από το Λονδίνο, τις Βρυξέλλες και την Ουάσιγκτον, τις οποίες επικαλείται το OilPrice.com, βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη κινήσεις για την αναδιαμόρφωση του ενεργειακού χάρτη της περιοχής, ώστε η απειλή του Ιράν στα Στενά του Ορμούζ να καταστεί ολοένα και λιγότερο αποτελεσματική τα επόμενα χρόνια.

Ο Τραμπ υποστηρίζει πλήρως τις μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες λύσεις που θα επιτρέψουν την παράκαμψη των Στενών του Ορμούζ, τα οποία στην πράξη ελέγχονται από το Ιράν, ιδιαίτερα επειδή τα άμεσα μέτρα αποδείχθηκαν περιορισμένης αποτελεσματικότητας μετά την επιβολή του αποκλεισμού.

Ο λεγόμενος «Νότιος Διάδρομος», που ακολουθούσε τις ακτές του Ομάν και υποστηρίχθηκε ενεργά από τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους στον Κόλπο, συνέβαλε περισσότερο στη μείωση του πανικού στις αγορές παρά στην ουσιαστική αποκατάσταση της κυκλοφορίας των πετρελαιοφόρων. Κατά την κορύφωση της κρίσης, επέτρεπε τη διέλευση περίπου δώδεκα πλοίων κάθε Σαββατοκύριακο, αριθμός που στα τέλη Ιουνίου αυξήθηκε σε περίπου 119 πλοία. Ωστόσο, παρέμενε πολύ χαμηλότερος από τις περίπου 700 εβδομαδιαίες διελεύσεις που αποτελούσαν τον ιστορικό μέσο όρο της συγκεκριμένης θαλάσσιας οδού.

Παράλληλα, χρησιμοποιήθηκαν χερσαίες μεταφορές πετρελαίου με βυτιοφόρα μέσω Ιράκ και Συρίας. Στην περίπτωση του Ιράκ, κατά τη διάρκεια της κορύφωσης του αποκλεισμού, μετακινούνταν καθημερινά περίπου 500 φορτηγά προς τη Συρία, μεταφέροντας το καθένα περίπου 250 βαρέλια αργού πετρελαίου. Συνολικά, αυτό αντιστοιχούσε σε περίπου 125.000 βαρέλια ημερησίως, έναντι των 3,3–3,4 εκατομμυρίων βαρελιών ημερησίως που εξάγονταν μέσω των Στενών του Ορμούζ πριν από τον αποκλεισμό.

Πέρα από αυτές τις προσωρινές λύσεις, αξιοποιήθηκαν και σημαντικότερες υποδομές. Μία από αυτές ήταν η προσωρινή αύξηση της δυναμικότητας του αγωγού Ανατολής–Δύσης της Σαουδικής Αραβίας, μήκους 1.200 χιλιομέτρων, ο οποίος μεταφέρει αργό πετρέλαιο από τα ανατολικά κοιτάσματα προς το λιμάνι Γιανμπού στην Ερυθρά Θάλασσα. Η δυναμικότητά του αυξήθηκε προσωρινά στα 7 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, αν και οι δυνατότητες εξαγωγής περιορίζονται από τις εγκαταστάσεις του λιμανιού και τα εγχώρια διυλιστήρια, με αποτέλεσμα η πραγματική εξαγωγική ικανότητα να μην υπερβαίνει περίπου τα 4,5 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως.

Παράλληλα, αυξήθηκε στο μέγιστο επίπεδο των 1,8 εκατομμυρίων βαρελιών ημερησίως και η δυναμικότητα του αγωγού Habshan–Fujairah των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, μήκους 360 χιλιομέτρων, ο οποίος συνδέει τα πετρελαϊκά κοιτάσματα του Άμπου Ντάμπι με το λιμάνι της Φουτζάιρα στον Κόλπο του Ομάν.

Αποδέσμευση αποθεμάτων

Ταυτόχρονα, πρόσθετη στήριξη προήλθε από την αύξηση της παραγωγής πετρελαίου στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε άλλες χώρες, από τις μαζικές αποδεσμεύσεις ποσοτήτων από τα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου των κρατών-μελών του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA), καθώς και από το ήδη υπάρχον πολυετές πλεόνασμα προσφοράς πετρελαίου, το οποίο λειτούργησε ως κρίσιμο «μαξιλάρι ασφαλείας» απέναντι στις ευρύτερες οικονομικές επιπτώσεις του αποκλεισμού των Στενών του Ορμούζ.

Ωστόσο, όταν ξέσπασε η κρίση, η αμερικανική πετρελαϊκή βιομηχανία λειτουργούσε ήδη σε ιστορικά υψηλά επίπεδα παραγωγής, αντλώντας περίπου 13,6 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως. Παρά τις εκκλήσεις του προέδρου Τραμπ για περαιτέρω αύξηση της παραγωγής, οι μεγάλες ανεξάρτητες εταιρείες και οι πετρελαϊκοί κολοσσοί διατήρησαν τα επενδυτικά τους σχέδια όπως είχαν διαμορφωθεί πριν από τον πόλεμο, επισημαίνοντας ότι ήδη λειτουργούν σχεδόν στο μέγιστο των δυνατοτήτων τους.

Για τον λόγο αυτό, η Ουάσιγκτον επιδιώκει να αυξήσει τις ροές πετρελαίου από χώρες που θεωρεί ότι ανήκουν στη σφαίρα επιρροής της στην αμερικανική ήπειρο, κυρίως από τη Βενεζουέλα, την Αργεντινή και τη Βραζιλία. Οι χώρες αυτές προορίζονται να αποτελέσουν μέρος της μακροπρόθεσμης στρατηγικής περιορισμού της εξάρτησης από τα Στενά του Ορμούζ.

Η Βενεζουέλα βρίσκεται στην κορυφή της λίστας των ΗΠΑ για την αναζωογόνηση του ιδιαίτερα μεγάλου αλλά υποαξιοποιημένου πετρελαϊκού της τομέα. Η Αργεντινή και η Βραζιλία ακολουθούν, έχοντας ήδη αυξήσει σημαντικά την παραγωγή τους. Συνολικά, η αμερικανική ήπειρος αντιπροσωπεύει περίπου το 32% της παγκόσμιας παραγωγής αργού πετρελαίου.

Ο βοηθός υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ για Οικονομικές, Ενεργειακές και Επιχειρηματικές Υποθέσεις, Caleb Orr, δήλωσε πρόσφατα ότι και ο Ισημερινός καθώς και το Ελ Σαλβαδόρ συγκαταλέγονται στις κυβερνήσεις με τις οποίες η Ουάσιγκτον συνεργάζεται «χέρι με χέρι» σε θέματα ασφάλειας. Όπως υποστήριξε, η ασφάλεια αποτελεί τη βασική προϋπόθεση κάθε επιτυχημένης οικονομικής σχέσης και το θεμέλιο της νέας στρατηγικής των ΗΠΑ στην αμερικανική ήπειρο.

Ωστόσο, αυτή αποτελεί μόνο μία πτυχή της συνολικής στρατηγικής που επεξεργάζονται οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους για την παράκαμψη των Στενών του Ορμούζ.

Τι προβλέπει το σχέδιο

Η πρώτη φάση του σχεδίου αποσκοπεί στην παράκαμψη έως και του 50% της φυσιολογικής ροής των 20–21 εκατομμυρίων βαρελιών ημερησίως που διέρχονται από τα Στενά, αξιοποιώντας υπάρχουσες χερσαίες υποδομές και νέα έργα που προωθούνται με ταχείς ρυθμούς.

Στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, για παράδειγμα, κατασκευάζεται ήδη ένας δεύτερος παράλληλος αγωγός προς τη Φουτζάιρα, ο οποίος αναμένεται να διπλασιάσει τη δυνατότητα παράκαμψης σε περισσότερα από 3 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, με στόχο να ολοκληρωθεί ήδη από το 2027.

Αντίστοιχα, οι Ηνωμένες Πολιτείες υποστηρίζουν την αξιοποίηση του αγωγού Κιρκούκ–Τζεϊχάν, ώστε μεγαλύτερες ποσότητες πετρελαίου από το βόρειο Ιράκ να εξάγονται μέσω της μεσογειακής ακτής της Τουρκίας. Η δυναμικότητα του αγωγού έχει πρόσφατα επανενεργοποιηθεί για 170.000–250.000 βαρέλια ημερησίως.

Η πρόοδος έχει προσωρινά ανασταλεί λόγω της αδυναμίας επίτευξης συμφωνίας μεταξύ Βαγδάτης και Άγκυρας. Ωστόσο, σύμφωνα με πηγή που συνεργάζεται στενά με τους μηχανισμούς ενεργειακής ασφάλειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η γεωπολιτική σημασία του έργου είναι τόσο μεγάλη ώστε το αδιέξοδο δύσκολα θα διαρκέσει για πολύ.

Παράλληλα εξετάζονται και άλλοι αγωγοί μέσω του Ιράκ προς τη Συρία, την Ιορδανία ή ακόμη και το Ομάν.

Μόλις την περασμένη εβδομάδα, ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράκ Fuad Hussein συναντήθηκε στη Δαμασκό με τον πρόεδρο της Συρίας Ahmad Al-Sharaa, προκειμένου να προωθήσουν τη συνεργασία στον τομέα των ενεργειακών υποδομών. Κεντρικό θέμα αποτέλεσε η αποκατάσταση του αγωγού μήκους 800 χιλιομέτρων που συνδέει το Κιρκούκ με το συριακό λιμάνι Μπάνιας, ο οποίος είχε σχεδιαστεί για μεταφορική ικανότητα περίπου 300.000 βαρελιών ημερησίως.

Τον προηγούμενο μήνα, ο πρωθυπουργός του Ιράκ Ali Al-Zaidi και ο ειδικός απεσταλμένος του Αμερικανού προέδρου Tom Barrack προώθησαν μνημόνιο συνεργασίας με την αμερικανική επενδυτική εταιρεία TI Capital, η οποία θα χρηματοδοτήσει και θα αναλάβει τη διαχείριση της ανακατασκευής του αγωγού.

Παράλληλα, οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους επιταχύνουν και την υλοποίηση του μεγάλου αγωγού Βασόρα–Χαντίθα, έργου ύψους περίπου 5 δισεκατομμυρίων δολαρίων και μήκους 700 χιλιομέτρων.

Ο αγωγός αυτός θα συνδέει τα μεγάλα πετρελαϊκά κοιτάσματα του νότιου Ιράκ με τη Χαντίθα και θα έχει δυνατότητα μεταφοράς 2,25–2,5 εκατομμυρίων βαρελιών ημερησίως.

Με την ολοκλήρωσή του, το Ιράκ θα μπορεί να διοχετεύει τα τεράστια νότια αποθέματά του προς τον βορρά και στη συνέχεια προς την Ευρώπη ή τη Συρία, παρακάμπτοντας πλήρως τα Στενά του Ορμούζ.

Ίσως το σημαντικότερο στρατηγικό στοιχείο της προσπάθειας που ηγούνται οι Ηνωμένες Πολιτείες για τη μείωση της εξάρτησης από τα Στενά του Ορμούζ είναι ο Οικονομικός Διάδρομος Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης (India–Middle East–Europe Economic Corridor – IMEC).

Το έργο είχε αρχικά ανακοινωθεί στη Σύνοδο Κορυφής της G20 το 2023, όμως η πρόοδός του επιβραδύνθηκε εξαιτίας των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή. Σύμφωνα με το άρθρο, ο αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ έδωσε νέα ώθηση στο σχέδιο, με αποτέλεσμα οι εργασίες να επιταχυνθούν σημαντικά.

Οι σχεδιαστές του εκτιμούν ότι, όταν ολοκληρωθεί, ο IMEC θα μπορεί να εκτρέπει περίπου το 60% της διακίνησης εμπορευματοκιβωτίων (containers) που σήμερα διέρχεται από περιοχές οι οποίες εξαρτώνται από τα Στενά του Ορμούζ.

Η αρχιτεκτονική του έργου βασίζεται σε δύο αλληλοσυνδεόμενους διαδρόμους:

Έναν ανατολικό θαλάσσιο διάδρομο, που θα συνδέει τα δυτικά λιμάνια της Ινδίας με την Αραβική Χερσόνησο.
Έναν βόρειο χερσαίο σιδηροδρομικό διάδρομο, ο οποίος θα διέρχεται από τη Σαουδική Αραβία και την Ιορδανία, θα καταλήγει στο ισραηλινό λιμάνι της Χάιφα και από εκεί τα φορτία θα μεταφέρονται με μικρών αποστάσεων θαλάσσιες μεταφορές προς την Ευρώπη.

Ιδιαίτερη σημασία έχει, σύμφωνα με το δημοσίευμα, ότι ο ανασχεδιασμός του έργου το 2026 προβλέπει πως ο ανατολικός θαλάσσιος κλάδος θα έχει ως βασικό σημείο εισόδου το Ομάν αντί των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων.

Αυτό σημαίνει ότι τα πλοία από την Ινδία θα μπορούν να εκφορτώνουν τα εμπορεύματά τους εκτός των Στενών του Ορμούζ, τα οποία στη συνέχεια θα μεταφέρονται μέσω του σιδηροδρομικού δικτύου της Αραβικής Χερσονήσου προς τη Μεσόγειο και την Ευρώπη.

Παράλληλα, εξετάζεται η δημιουργία πρόσθετων κόμβων του λεγόμενου «IMEC Plus» μέσω της Αιγύπτου και της Συρίας, ώστε να δημιουργηθεί ένα ακόμη ευρύτερο πλέγμα χερσαίων εναλλακτικών διαδρομών.

Ταυτόχρονα, νέα νομικά και θεσμικά εργαλεία —μεταξύ αυτών η υπό διαμόρφωση Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου Ινδίας–Ευρωπαϊκής Ένωσης και ο αμερικανικός νόμος Eastern Mediterranean Gateway Act— χαρακτηρίζουν επίσημα την Ελλάδα ως την κύρια πύλη εισόδου των εμπορευμάτων στην Ευρώπη, σύμφωνα με πηγή της Ευρωπαϊκής Ένωσης που επικαλείται το άρθρο.

Με αυτόν τον τρόπο, ο IMEC παρουσιάζεται ως βασικός πυλώνας της ευρύτερης στρατηγικής για την παράκαμψη των Στενών του Ορμούζ και τη μόνιμη αποδυνάμωση της δυνατότητας του Ιράν να χρησιμοποιεί το συγκεκριμένο θαλάσσιο πέρασμα ως γεωπολιτικό όπλο.

www.worldenergynews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Δείτε επίσης