AD
Ενέργεια & Αγορές

Η παγκόσμια ζήτηση ενέργειας θα αυξηθεί 60% έως το 2060 (Oil Price)

Η παγκόσμια ζήτηση ενέργειας θα αυξηθεί 60% έως το 2060 (Oil Price)
Παρότι οι κυβερνήσεις των αναπτυσσόμενων χωρών ενισχύουν σημαντικά τις επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η κάλυψη των αυξανόμενων αναγκών τους θα απαιτήσει έναν συνδυασμό διαφορετικών ενεργειακών τεχνολογιών
Οι αναδυόμενες οικονομίες αναμένεται να προκαλέσουν εκρηκτική αύξηση της παγκόσμιας ζήτησης ενέργειας τις επόμενες δεκαετίες, καθώς χώρες όπως η Βραζιλία, η Ινδία, η Νιγηρία και η Ινδονησία επιταχύνουν τις επενδύσεις στην παραγωγή και τις εισαγωγές ενέργειας προκειμένου να στηρίξουν την ταχεία οικονομική τους ανάπτυξη.
 
Παρότι οι κυβερνήσεις των αναπτυσσόμενων χωρών ενισχύουν σημαντικά τις επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η κάλυψη των αυξανόμενων αναγκών τους θα απαιτήσει έναν συνδυασμό διαφορετικών ενεργειακών τεχνολογιών. Αυτό σημαίνει ότι το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο αναμένεται να διατηρήσουν σημαντικό ρόλο για αρκετά χρόνια ακόμη, σύμφωνα με νέα έκθεση της S&P Global.
 
Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε την περασμένη εβδομάδα, εκτιμά ότι η ζήτηση ενέργειας στις αναδυόμενες οικονομίες θα μπορούσε να αυξήσει τη συνολική παγκόσμια κατανάλωση κατά περισσότερο από 60% έως το 2060. Η αύξηση αυτή αντιστοιχεί, σύμφωνα με το Marketplace, περίπου στην προσθήκη μιας ακόμη Κίνας στην παγκόσμια ενεργειακή κατανάλωση.
 
Η Κίνα οδηγεί την πράσινη μετάβαση του αναπτυσσόμενου κόσμου
 
Κομβικό ρόλο στη νέα ενεργειακή πραγματικότητα διαδραματίζει η Κίνα, η οποία έχει εξελιχθεί με μεγάλη διαφορά στον μεγαλύτερο παραγωγό παγκοσμίως εξοπλισμού καθαρής ενέργειας. Η μαζική παραγωγή φθηνών φωτοβολταϊκών και άλλων τεχνολογιών καθαρής ενέργειας έχει επιτρέψει σε πολλές αναπτυσσόμενες χώρες να επιταχύνουν την εγκατάσταση νέας ισχύος.
 
Η εξέλιξη αυτή έχει ενισχυθεί από την αστάθεια στις αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου, που συνδέεται μεταξύ άλλων με τις εξελίξεις γύρω από τα Στενά του Ορμούζ.
 
Οι αναδυόμενες οικονομίες εξελίσσονται έτσι σε έναν από τους βασικούς μοχλούς της παγκόσμιας ανάπτυξης των ανανεώσιμων πηγών. Τα τελευταία χρόνια, χώρες όπως η Βραζιλία, η Χιλή, το Ελ Σαλβαδόρ, το Μαρόκο, η Κένυα και η Ναμίμπια έχουν σημειώσει ταχύτερη πρόοδο από τις Ηνωμένες Πολιτείες στην ενεργειακή τους μετάβαση.
 
Στο τέλος του 2025, το 63% των αναδυόμενων αγορών στην Αφρική, την Ασία και τη Λατινική Αμερική παρήγαγε μεγαλύτερο μέρος της ηλεκτρικής του ενέργειας από ηλιακή ενέργεια σε σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
 
Ανανεώσιμες, άνθρακας, πετρέλαιο και φυσικό αέριο στο ίδιο ενεργειακό μείγμα
 
Η ταχεία ανάπτυξη των ΑΠΕ, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι τα ορυκτά καύσιμα θα εξαφανιστούν από το ενεργειακό μείγμα των αναπτυσσόμενων χωρών.
 
«Αυτή η αύξηση της ζήτησης θα καλυφθεί από ένα πλήθος διαφορετικών μορφών ενέργειας», δήλωσε ο αντιπρόεδρος της S&P Global, Νταν Γέρτζιν. Όπως εξήγησε, οι ανανεώσιμες πηγές θα αποτελέσουν σημαντικό μέρος της νέας παραγωγής, αλλά παράλληλα μπορεί να αυξηθεί η χρήση άνθρακα, ενώ το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο αναμένεται να παραμείνουν μέρος του ενεργειακού μείγματος για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από όσο εκτιμάται σήμερα.
 
Η εξέλιξη αυτή καθιστά ακόμη δυσκολότερη την επίτευξη των διεθνών κλιματικών στόχων. Οι αναπτυσσόμενες χώρες έχουν αντιδράσει στην απαίτηση να παρακάμψουν την ανάπτυξη των ορυκτών καυσίμων και να μεταβούν απευθείας σε ηλεκτρικά συστήματα που θα βασίζονται αποκλειστικά στις ανανεώσιμες πηγές.
 
Το επιχείρημά τους συνδέεται και με την ιστορική ευθύνη των ανεπτυγμένων οικονομιών, οι οποίες βασίστηκαν επί δεκαετίες στα ορυκτά καύσιμα για την οικονομική τους ανάπτυξη και έχουν δεσμευτεί να στηρίξουν οικονομικά την απανθρακοποίηση των φτωχότερων χωρών. Ωστόσο, η διεθνής χρηματοδότηση για το κλίμα έχει μέχρι σήμερα αντιμετωπίσει σημαντικές καθυστερήσεις και ανεκπλήρωτες δεσμεύσεις.
 
Η ενεργειακή φτώχεια παραμένει βασική πρόκληση
 
Η σημαντική πτώση του κόστους των τεχνολογιών ΑΠΕ, που έχει σε μεγάλο βαθμό τροφοδοτηθεί από την κινεζική παραγωγή, έχει καταστήσει την καθαρή ενέργεια πιο προσιτή. Ωστόσο, η μετάβαση εξακολουθεί να απαιτεί τεράστιες επενδύσεις σε δίκτυα, παραγωγή και υποδομές στις χώρες που δεν διαθέτουν ήδη ανεπτυγμένο ενεργειακό σύστημα.
 
«Οι αναδυόμενες οικονομίες δεν μπορούν να περιμένουν μέχρι οι ανανεώσιμες πηγές να γίνουν φθηνότερες για να αναπτύξουν τα ενεργειακά τους συστήματα», δήλωσε η αναπληρώτρια εκτελεστική διευθύντρια του Energy for Growth Hub, Κέιτι Όθ.
 
Η ίδια επισημαίνει ότι η αύξηση της ενεργειακής ζήτησης στις αναπτυσσόμενες χώρες δεν αποτελεί μόνο περιβαλλοντική πρόκληση, αλλά συνδέεται άμεσα με την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη. Η άνοδος των εισοδημάτων, η δημιουργία θέσεων εργασίας και η πρόσβαση σε ηλεκτρική ενέργεια αποτελούν βασικούς παράγοντες πίσω από την αυξανόμενη κατανάλωση.
 
Χαρακτηριστικό της έκτασης της ενεργειακής φτώχειας είναι, σύμφωνα με την Όθ, το γεγονός ότι ο μέσος κάτοικος της Λιβερίας καταναλώνει σε έναν ολόκληρο χρόνο λιγότερη ηλεκτρική ενέργεια από αυτή που καταναλώνει ένα αμερικανικό ψυγείο.
 
Η εικόνα περιπλέκεται ακόμη περισσότερο από την εκρηκτική αύξηση της ενεργειακής κατανάλωσης στις ανεπτυγμένες οικονομίες λόγω της ανάπτυξης της Τεχνητής Νοημοσύνης, η οποία αυξάνει τις ανάγκες των data centers και, κατ’ επέκταση, το ενεργειακό και περιβαλλοντικό αποτύπωμα των ψηφιακών υποδομών.
 
www.worldenergynews.gr 

Ρoή Ειδήσεων

Δείτε επίσης