AD
Επικαιρότητα

Πώς τα «κόκκινα» δάνεια γίνονται η μεγάλη επενδυτική ευκαιρία για τα funds έως το 2081 - ΕφΣυν

Πώς τα «κόκκινα» δάνεια γίνονται η μεγάλη επενδυτική ευκαιρία για τα funds έως το 2081 - ΕφΣυν
Οι εταιρείες διαχείρισης απολαμβάνουν ένα σταθερό μοντέλο εσόδων
Το σχέδιο «Ηρακλής» αποτέλεσε το βασικό εργαλείο για την εξυγίανση των ελληνικών τραπεζών, επιτρέποντας την απομάκρυνση δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ μη εξυπηρετούμενων δανείων από τους ισολογισμούς τους. Η διαδικασία, που ξεκίνησε το 2020, συνέβαλε καθοριστικά στη μείωση του δείκτη των «κόκκινων» δανείων και στην επιστροφή των τραπεζών σε συνθήκες κανονικής λειτουργίας. Ωστόσο, έξι χρόνια μετά, όπως γράφει αναλυτικότατο ρεπορτάζ της ΕφΣυν και του Νώντα Χαλδούπη, στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκεται το επιχειρηματικό μοντέλο που διαμορφώθηκε γύρω από τις τιτλοποιήσεις, με βασικούς πρωταγωνιστές τα διεθνή funds και τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων (servicers).
 
Μέσω του προγράμματος, δάνεια ονομαστικής αξίας άνω των 57 δισ. ευρώ τιτλοποιήθηκαν και μετατράπηκαν σε ομολογιακούς τίτλους διαφορετικής διαβάθμισης. Οι τίτλοι υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας (senior) παρέμειναν στις τράπεζες, καλυπτόμενοι από κρατική εγγύηση, ενώ οι τίτλοι ενδιάμεσης και χαμηλής διαβάθμισης (mezzanine και junior) διατέθηκαν σε επενδυτικά κεφάλαια και εξειδικευμένους διαχειριστές απαιτήσεων, οι οποίοι ανέλαβαν το ρίσκο της ανάκτησης των οφειλών.
 
Το μοντέλο αυτό επέτρεψε στις τράπεζες να βελτιώσουν σημαντικά τους ισολογισμούς τους, γεγονός που συνέβαλε τόσο στην ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας της χώρας όσο και στην αποκατάσταση της δυνατότητάς τους να χρηματοδοτούν την οικονομία. Σύμφωνα με στοιχεία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια στην Ελλάδα μειώθηκαν από περίπου 81 δισ. ευρώ ή 40,6% του συνόλου των χορηγήσεων το 2019, σε περίπου 6 δισ. ευρώ ή 3% στα τέλη του 2024.
 
Παρά τη σημαντική πρόοδο, τα δάνεια δεν εξαφανίστηκαν από την οικονομία. Πλέον βρίσκονται υπό τη διαχείριση των servicers, ενώ η ιδιοκτησία μεγάλου μέρους των χαμηλής διαβάθμισης τίτλων έχει περάσει σε διεθνή επενδυτικά κεφάλαια, όπως οι Intrum, doValue, Davidson Kempner, Bain Capital Credit, Fortress Investment Group, Bracebridge Capital και άλλοι επενδυτές που συμμετείχαν στις τιτλοποιήσεις των συστημικών τραπεζών.
 
Το ενδιαφέρον των funds βασίζεται στο γεγονός ότι τα συγκεκριμένα χαρτοφυλάκια αποκτήθηκαν σε ιδιαίτερα χαμηλές αποτιμήσεις σε σχέση με την ονομαστική αξία των δανείων. Έτσι, ακόμη και σε περιπτώσεις μεγάλων «κουρεμάτων» προς τους δανειολήπτες, οι επενδυτές μπορούν να επιτυγχάνουν σημαντικές αποδόσεις, καθώς το αρχικό κόστος απόκτησης των απαιτήσεων ήταν εξαιρετικά περιορισμένο.
 
Την ίδια στιγμή, οι εταιρείες διαχείρισης απολαμβάνουν ένα σταθερό μοντέλο εσόδων. Οι συμβάσεις προβλέπουν βασικές αμοιβές διαχείρισης επί του συνολικού χαρτοφυλακίου, αλλά και πρόσθετες προμήθειες όταν επιτυγχάνονται εισπράξεις μέσω ρυθμίσεων, εξοφλήσεων ή ρευστοποιήσεων περιουσιακών στοιχείων. Πρόκειται για ένα πλαίσιο που έχει μετατρέψει τον κλάδο των servicers σε έναν από τους πλέον κερδοφόρους της ελληνικής αγοράς.
 
Ωστόσο, το θεσμικό πλαίσιο έχει δεχθεί κριτική ακόμη και από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Στην πρόσφατη έκθεσή του, το Ταμείο επισημαίνει ότι οι οικονομικές κυρώσεις για τους servicers σε περίπτωση υστέρησης έναντι των στόχων είναι περιορισμένες, καθώς οι αμοιβές τους δεν περικόπτονται αλλά απλώς μετατίθενται χρονικά. Κατά την άποψη του ΔΝΤ, το ισχύον σύστημα δεν δημιουργεί επαρκή κίνητρα για την ταχεία διευθέτηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και θα έπρεπε να προβλέπει αυστηρότερες και αναλογικότερες κυρώσεις όταν οι στόχοι δεν επιτυγχάνονται.
 
Επιπλέον, ερωτήματα έχουν διατυπωθεί και για τη δομή ορισμένων συναλλαγών, καθώς αρκετές από τις εταιρείες που απέκτησαν τα χαμηλής διαβάθμισης ομόλογα συμμετείχαν ταυτόχρονα, μαζί με τις ίδιες τις τράπεζες, στη δημιουργία των εταιρειών διαχείρισης δανείων στην Ελλάδα. Αν και η συγκεκριμένη δομή εγκρίθηκε από τις ευρωπαϊκές αρχές, έχει αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης ως προς την ανεξαρτησία των εμπλεκόμενων μερών.
 
Η διάρκεια του προγράμματος αναδεικνύει και το μέγεθος του οικονομικού αντικειμένου. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΔΝΤ, οι λήξεις των τιτλοποιήσεων εκτείνονται από 24 έως και 56 χρόνια, με τα τελευταία ομόλογα να λήγουν το 2081. Αυτό σημαίνει ότι η διαχείριση των «κόκκινων» δανείων θα συνεχίσει να αποτελεί μια αγορά με σημαντικές ταμειακές ροές για τις εταιρείες διαχείρισης και τα επενδυτικά κεφάλαια για πολλές ακόμη δεκαετίες, ακόμη και αν το τραπεζικό σύστημα έχει πλέον αφήσει πίσω του την περίοδο της κρίσης.

Το μεγάλο επιχειρηματικό παιχνίδι

Ολες οι συστημικές τράπεζες έχουν στα χαρτοφυλάκιά τους senior τίτλους που έχει εγγυηθεί το Δημόσιο. Οπως φαίνεται στον πίνακα (στοιχεία του Οργανισμού Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους), η Eurobank έχει τίτλους με ανεξόφλητο εγγυημένο υπόλοιπο 2,93 δισ., η Alpha Bank 5 δισ., η Πειραιώς 5,26 δισ., η Εθνική 2,49 δισ. και η Attica Bank (CrediaBank) περίπου 1 δισ. ευρώ.
 
Συνολικά, το ανεξόφλητο υπόλοιπο των senior τίτλων ανερχόταν στο τέλος του α’ τριμήνου 2026 στα 16,7 δισ. ευρώ, με μικρή μείωση από το προηγούμενο τρίμηνο (17,1 δισ.), η οποία αντανακλά τις γνωστές καθυστερήσεις στις διευθετήσεις των δανείων.
 
Λιγότερο γνωστοί είναι οι κάτοχοι των mezzanine και junior τμημάτων των τιτλοποιήσεων. Οι επενδυτές που τοποθετήθηκαν ανά συστημική τράπεζα και πακέτο τιτλοποίησης είναι οι εξής:
 
● Τράπεζα Πειραιώς: Στις δύο τιτλοποιήσεις με την ονομασία Sunrise, η σουηδική Intrum, με την οποία η τράπεζα συνέπραξε για τη δημιουργία της εταιρείας διαχείρισης δανείων Intrum Hellas, πήρε το 49% και το 44%, αντίστοιχα, ενώ μικρά πακέτα έλαβε το επενδυτικό fund Serengeti Asset Management. Στις τιτλοποιήσεις Vega και Phoenix, επίσης η Intrum απέκτησε και πάλι το πλειοψηφικό πακέτο των τίτλων χαμηλότερης διαβάθμισης.
 
● Eurobank: Για το Project Cairo επελέγη η ιταλική doValue S.p.A., που απέκτησε το 20% των mezzanine και το 50,1% των junior ομολογιών της τιτλοποίησης των 7,5 δισ. ευρώ. Στο Project Mexico η Waterwheel Capital Management συμμετείχε στην απόκτηση του πλειοψηφικού πακέτου (95%) των τίτλων ενδιάμεσης και χαμηλής εξοφλητικής προτεραιότητας. Η Eurobank συνέπραξε με την doValue S.p.A. για να δημιουργηθεί η ελληνική εταιρεία διαχείρισης doValue.
 
● Alpha Bank: Η τράπεζα διέθεσε την πλειοψηφία των τίτλων mezzanine και junior των τιτλοποιήσεων Galaxy και Cosmos στο γνωστό αμερικανικό fund Davidson Kempner Capital Management, που έγινε εταίρος της τράπεζας στην εταιρεία διαχείρισης Cepal με συμμετοχή 80%.
 
● Η Εθνική Τράπεζα διέθεσε το 95% των τίτλων του Project Frontier Ι σε κοινοπραξία αποτελούμενη από τις Bain Capital Credit, Fortress Investment Group και doValue Greece. Στο Project Frontier II το αμερικανικό fund Bracebridge Capital επιλέχθηκε ως ο επενδυτής για την απόκτηση του 95% των τίτλων ενδιάμεσης και χαμηλής εξοφλητικής προτεραιότητας.
 
www.worldenergynews.gr 

Ρoή Ειδήσεων

Δείτε επίσης