AD
Επικαιρότητα

Alpha Bank: Το ενεργειακό κόστος τεντώνει τον πληθωρισμό – Η διπλή εικόνα της Ελλάδας

Alpha Bank: Το ενεργειακό κόστος τεντώνει τον πληθωρισμό – Η διπλή εικόνα της Ελλάδας
Από τη μία πλευρά, η υψηλή εξάρτηση από το πετρέλαιο και η σημαντική χρήση φυσικού αερίου στην ηλεκτροπαραγωγή καθιστούν τη χώρα ευάλωτη στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις - Από την άλλη, η ταχεία διείσδυση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και η μετατροπή της Ελλάδας από καθαρό εισαγωγέα σε καθαρό εξαγωγέα ηλεκτρικής ενέργειας δημιουργούν σταδιακά ένα ισχυρότερο ενεργειακό «μαξιλάρι»

Η νέα άνοδος των διεθνών τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου επαναφέρει την ενέργεια ως βασική πηγή πληθωριστικών πιέσεων στην ελληνική οικονομία, με τον μέσο πληθωρισμό να διαμορφώνεται στο 4% την περίοδο Μαρτίου-Σεπτεμβρίου, σύμφωνα με το νέο Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων του Economic Research της Alpha Bank.

Η έκθεση αναδεικνύει τη διπλή εικόνα της ελληνικής οικονομίας. Από τη μία πλευρά, η υψηλή εξάρτηση από το πετρέλαιο και η σημαντική χρήση φυσικού αερίου στην ηλεκτροπαραγωγή καθιστούν τη χώρα ευάλωτη στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις. Από την άλλη, η ταχεία διείσδυση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και η μετατροπή της Ελλάδας από καθαρό εισαγωγέα σε καθαρό εξαγωγέα ηλεκτρικής ενέργειας δημιουργούν σταδιακά ένα ισχυρότερο ενεργειακό «μαξιλάρι».

Η άνοδος των διεθνών τιμών ενέργειας, η οποία συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με τις γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή, έχει ήδη περάσει στις τιμές καταναλωτή. Ωστόσο, σύμφωνα με την Alpha Bank, οι δευτερογενείς επιπτώσεις σε άλλες κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών παραμένουν μέχρι στιγμής περιορισμένες.

Πετρέλαιο και φυσικό αέριο ανεβάζουν τις τιμές

Οι πολεμικές επιχειρήσεις μεταξύ ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν στα τέλη Φεβρουαρίου προκάλεσαν ισχυρό ανοδικό σοκ στις διεθνείς ενεργειακές αγορές. Το Brent κινήθηκε από περίπου 72 δολάρια το βαρέλι σε επίπεδα άνω των 100 δολαρίων μέσα στον Μάρτιο, ενώ το φυσικό αέριο αυξήθηκε από περίπου 32 ευρώ ανά μεγαβατώρα σε πάνω από 60 ευρώ.

Παρά τις μεταγενέστερες διακυμάνσεις, οι τιμές παρέμειναν σε σημαντικά υψηλότερα επίπεδα σε σχέση με εκείνα που επικρατούσαν πριν από την έναρξη της κρίσης.

Η επίδραση αποτυπώθηκε άμεσα στον πληθωρισμό. Κατά την περίοδο Μαρτίου-Σεπτεμβρίου, ο Εναρμονισμένος Δείκτης Τιμών Καταναλωτή στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά μέσο όρο 4% σε ετήσια βάση, έναντι 3,1% στην Ευρωζώνη και 3% κατά το πρώτο δίμηνο του έτους.

Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η μεταβολή στην ενεργειακή συνιστώσα, όπου οι τιμές αυξήθηκαν κατά 16,7%, έναντι 11,2% στην Ευρωζώνη και μείωσης 3,9% κατά το πρώτο δίμηνο του 2026.

Ιδιαίτερα έντονη ήταν η επιβάρυνση στα καύσιμα. Με βάση τα στοιχεία της Eurostat, οι τιμές των υγρών καυσίμων για οικιακή χρήση, που αφορούν κυρίως το πετρέλαιο θέρμανσης, αυξήθηκαν κατά μέσο όρο περισσότερο από 48% σε ετήσια βάση κατά το εξάμηνο Μαρτίου-Αυγούστου. Την ίδια περίοδο, η τιμή του πετρελαίου κίνησης αυξήθηκε κατά 24%.

Παρά την έντονη επίδραση της ενέργειας, η εικόνα στις υπόλοιπες κατηγορίες του πληθωρισμού δείχνει ότι η μετακύλιση του ενεργειακού κόστους δεν έχει μέχρι στιγμής λάβει γενικευμένες διαστάσεις.

Η μεγάλη εξάρτηση της Ελλάδας από το πετρέλαιο

Το βασικό πρόβλημα για την Ελλάδα είναι η ιδιαίτερα υψηλή συμμετοχή του πετρελαίου στην τελική ενεργειακή κατανάλωση. Πετρέλαιο και πετρελαιοειδή αντιστοιχούν περίπου στο 53% της τελικής κατανάλωσης ενέργειας για ενεργειακή χρήση, ποσοστό που είναι το δεύτερο υψηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μετά την Κύπρο με 56%.

Το αντίστοιχο ποσοστό στην ΕΕ ανέρχεται κατά μέσο όρο σε 37%.

Στην ελληνική ενεργειακή κατανάλωση ακολουθούν ο ηλεκτρισμός με 27%, οι ΑΠΕ και τα βιοκαύσιμα με 11% και το φυσικό αέριο με 7%.

Η υψηλή συμμετοχή του πετρελαίου σημαίνει ότι κάθε σημαντική μεταβολή στις διεθνείς τιμές μεταφέρεται σχετικά γρήγορα στο κόστος μεταφορών, θέρμανσης και παραγωγής, επηρεάζοντας τελικά το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων.

Οι ΑΠΕ αλλάζουν σταδιακά το ενεργειακό μείγμα

Παρά την εξάρτηση από τα εισαγόμενα καύσιμα, το ηλεκτρικό σύστημα της χώρας βρίσκεται σε διαδικασία ταχείας μεταμόρφωσης.

Το φυσικό αέριο εξακολουθεί να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην ηλεκτροπαραγωγή, με τη συμμετοχή του τα τελευταία χρόνια να κινείται μεταξύ 33% και 44%. Κατά το πρώτο επτάμηνο του 2026 αντιστοιχούσε στο 39% της ηλεκτροπαραγωγής.

Την ίδια στιγμή, όμως, οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας έχουν ενισχύσει σημαντικά τη θέση τους. Από το 2020 η συμμετοχή τους στην ηλεκτροπαραγωγή βρίσκεται σταθερά πάνω από το 40%, έναντι 35% το 2019, ενώ στο πρώτο επτάμηνο του 2026 έφτασε το 52%.

Αντίθετα, ο άνθρακας και τα παράγωγα αέρια έχουν υποχωρήσει δραστικά. Από 22% της ηλεκτροπαραγωγής το 2019, η συμμετοχή τους περιορίστηκε μόλις στο 5% κατά το πρώτο επτάμηνο του 2026.

Η αλλαγή αυτή έχει αρχίσει να αποτυπώνεται και στο εξωτερικό ισοζύγιο ηλεκτρικής ενέργειας. Μετά από πολλά χρόνια κατά τα οποία η Ελλάδα ήταν καθαρός εισαγωγέας ηλεκτρισμού, το ισοζύγιο πέρασε σε θετικό έδαφος το 2024, με καθαρές εξαγωγές 0,3 TWh, για πρώτη φορά μετά το 2000.

Η εξαγωγική θέση ενισχύθηκε περαιτέρω το 2025, όταν οι καθαρές εξαγωγές ανήλθαν σε 3 TWh, ενώ μόνο κατά το πρώτο επτάμηνο του 2026 έφτασαν τις 5,5 TWh.

Η μετάβαση από καθαρό εισαγωγέα σε καθαρό εξαγωγέα ηλεκτρικής ενέργειας αποτελεί σημαντική αλλαγή για την ελληνική οικονομία, καθώς συμβάλλει και στη μείωση του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου.

Η ενεργειακή αβεβαιότητα και τα μέτρα στήριξης

Η Alpha Bank επισημαίνει ότι η εξέλιξη των διεθνών τιμών ενέργειας παραμένει εξαιρετικά αβέβαιη, καθώς εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη γεωπολιτική κατάσταση στη Μέση Ανατολή και την αποκατάσταση των ενεργειακών ροών.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η αντιμετώπιση της ενεργειακής διαταραχής αποτελεί πλέον βασικό στόχο της οικονομικής πολιτικής. Μέσω του σχεδίου δράσεων AccelerateEU, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει αφενός τη στήριξη νοικοκυριών και επιχειρήσεων βραχυπρόθεσμα και αφετέρου την επιτάχυνση επενδύσεων σε καθαρή ενέργεια και ενεργειακές υποδομές.

Στην Ελλάδα, οι παρεμβάσεις κινούνται σε δύο επίπεδα. Το πρώτο αφορά την άμεση ανακούφιση από το αυξημένο ενεργειακό κόστος, μέσω μέτρων όπως οι επιδοτήσεις στο πετρέλαιο κίνησης, τα καύσιμα μέσω Fuel Pass και τα λιπάσματα για τους αγρότες, αλλά και μέσω εισοδηματικών ενισχύσεων.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται η αποζημίωση ακτοπλοϊκών εταιρειών για μειωμένες τιμές εισιτηρίων σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες, η έκτακτη ενίσχυση ανά τέκνο, η διεύρυνση της επιστροφής ενοικίου, η αύξηση της οικονομικής ενίσχυσης των συνταξιούχων και η διεύρυνση του μέγιστου αριθμού δόσεων για συσσωρευμένες οφειλές.

Το δεύτερο επίπεδο αφορά τη μείωση της ενεργειακής ευπάθειας σε βάθος χρόνου. Εδώ εντάσσονται οι επενδύσεις στην αποθήκευση ενέργειας από ΑΠΕ, η αναβάθμιση των δικτύων ηλεκτρισμού, οι διασυνδέσεις των νησιών, η ενεργειακή αναβάθμιση κατοικιών, επιχειρήσεων και δημοσίων κτιρίων, καθώς και η προώθηση τεχνολογιών καθαρής ενέργειας, όπως οι αντλίες θερμότητας, οι ηλιακοί θερμοσίφωνες και τα φωτοβολταϊκά.

Η πρόκληση για την ελληνική οικονομία είναι, συνεπώς, διπλή: να περιορίσει τις βραχυπρόθεσμες επιπτώσεις από ένα νέο ενεργειακό σοκ, ενώ ταυτόχρονα επιταχύνει τη μετάβαση σε ένα ενεργειακό σύστημα με μεγαλύτερη εγχώρια παραγωγή, περισσότερες ΑΠΕ και μικρότερη εξάρτηση από τις διεθνείς τιμές ορυκτών καυσίμων.

www.worldenergynews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Δείτε επίσης