Ενέργεια

ΕΣΕΚ: Ακριβή η πράσινη μετάβαση - 9,2 δις. ευρώ το χρόνο το κόστος τη διετία 2024-2025

ΕΣΕΚ: Ακριβή η πράσινη μετάβαση - 9,2 δις. ευρώ το χρόνο το κόστος τη διετία 2024-2025

Ρεπορτάζ της Χρύσας Λιάγγου στην Καθημερινή 20/8

Πολλαπλές προκλήσεις θέτουν οι στόχοι για την ενεργειακή μετάβαση της ελληνικής οικονομίας προς την κλιματική ουδετερότητα , όπως αποτυπώνονται στην δεύτερη έκδοση του αναθεωρημένου Εθνικού Σχεδίου για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ), οι οποίοι θα κριθούν εν πολλοίς από τις δημοσιονομικές δυνατότητες στήριξης επενδύσεων και καταναλωτικών δαπανών ύψους 164,9 δις. ευρώ που απαιτούνται έως το 2030.

Μόνο τα νοικοκυριά θα χρειαστεί να δαπανήσουν 9,2 δις. ευρώ κατ’ έτος τη διετία 2024-2025 και 11,6 δις. κατ έτος την πενταετία 2025-2030 για την ενεργειακή αναβάθμιση κατοικιών , ενεργειακά αποδοτικό οικιακό εξοπλισμό και αγορά ηλεκτρικών αυτοκινήτων.

Η μέση ετήσια καταναλωτική δαπάνη που απαιτείται για την ¨πράσινη» μετάβαση των νοικοκυριών χαμηλής εισοδηματικής τάξης εκτιμάται στα 4 δις. ευρώ για την περίοδο 2025-2030 γι αυτό και οι συντάκτες του ΕΣΕΚ επισημαίνουν ως ιδιαίτερα σημαντική την ανάληψη δράσεων για την επιδότηση και διευκόλυνση στη χρηματοδότηση νοικοκυριών μεσαίας και χαμηλής εισοδηματικής κατηγορίας, για να μην οδηγηθούν σε «ενεργειακή φτώχεια».

Η μεγαλύτερη πρόκληση στο δρόμο για την ενεργειακή μετάβαση και την κλιματική ουδετερότητα για τη χώρα είναι ο τομέας της ενεργειακής εξοικονόμησης. Το ΕΣΕΚ που έθεσε στη διάθεση των φορέων για διαβούλευση το ΥΠΕΝ και παρουσιάζει σήμερα η ¨Κ¨ θέτει ως στόχο την μείωση των αερίων του θερμοκηπίου κατά 55% το 2030 σε σχέση με το 1990 και μηδενισμό το 2050 και επιδιώκει παράλληλα να διατηρήσει σταθερή μέχρι το 2030 την τελική ενεργειακή κατανάλωση στα 15,4 περίπου εκατ, μετρικούς τόνους ισοδύναμου πετρελαίου, δηλαδή λίγο πιο κάτω από τα επίπεδα του 2021, που σημαίνει βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας από 5-7% συγκριτικά με το σενάριο αναφοράς του 2020.

Ζήτηση

Η ζήτηση ωστόσο εκτιμάται ότι θα αυξάνεται χάρις στην ηλεκτροκίνηση με μεγαλύτερο ρυθμό από τις ιστορικές τάσεις, τη διασύνδεση των νησιών και των εξηλεκτρισμό των θερμικών χρήσεων κυρίως μέσω των αντλιών θερμότητας. Μετά το 2030 αναμένεται έως και διπλασιασμός της ζήτησης λόγω της εκτεταμένης χρήσης της για την παραγωγή υδρογόνου. Ως εκ τούτου, για να επιτευχθεί ο στόχος της ενεργειακής κατανάλωσης στα ίδια επίπεδα, θα πρέπει να επιτευχθεί σημαντική εξοικονόμηση ενέργειας.

Το βάρος πέφτει στον τομέα των κτιρίων τα οποία θα πρέπει να μειώσουν την κατανάλωσή τους κατά 15% περίπου σε σχέση με το 2021 για να αντισταθμίσουν την αναμενόμενη αύξηση της κατανάλωσης στους τομείς βιομηχανίας και ενέργειας. Το ετήσιο ποσοστό κτιρίων κατοικίας που πρέπει να αναβαθμιστεί ενεργειακά, σύμφωνα με τους στόχους στο υπό αναθεώρηση ΕΣΕΚ θα αυξηθεί σε 1,4% το 2030 από 0,8% σήμερα οδηγώντας στην ενεργειακή ανακαίνιση του 19% των κτιρίων κατοικίας το 2030. Ο ρυθμός των κτιρίων τριτογενή τομέα θα αυξάνεται ετησίως ώστε να διπλασιαστεί σε 0,8% το 2030 συγκριτικά με σήμερα βελτιώνοντας την ενεργειακή απόδοση του 53% των συνολικών κτιρίων.

Προτεραιότητα

Βασική πολιτική προτεραιότητα για την επίτευξη αυτού του στόχου αποτελεί η προώθηση των αντλιών θερμότητας ως αποδοτικών συστημάτων ψύξης –θέρμανσης. Το 17% των κτιρίων κατοικίας αναμένεται να καλύπτει τις θερμικές του ανάγκες με αντλίες θερμότητας το 2030, ποσοστό που θα φτάσει το 91% το 2050. Αντίστοιχα η χρήση αντλιών θερμότητας σε κτίρια του τριτογενή τομέα αναμένεται να πλησιάσει το 69% το 2030 και το 90% το 2050. Το μερίδιο των ΑΠΕ σε θέρμανση ψύξη εκτιμάται ότι θα ανέλθει σε 46% και 100% αντίστοιχα το 2030 και 2050. Για την επίτευξη των στόχων εξοικονόμησης κτιρίων, οι συντάκτες του ΕΣΕΚ επισημαίνουν ότι απαιτείται να συνεχιστούν τα προγράμματα εξοικονόμησης και στήριξης για αγορά προηγμένων συσκευών με διευρυμένα μάλιστα κριτήρια για την επέκτασή του σε μεγαλύτερο αριθμό δικαιούχων και να καταρτιστούν εξειδικευμένα προγράμματα στήριξης για τη διείσδυση των αντλιών θερμότητας .

Τα προγράμματα ενεργειακής αναβάθμισης κατοικιών και κτιρίων θα πρέπει να αυξηθούν δύο ή και τρεις φορές συγκριτικά με τα παρελθόντα προγράμματα. Επιδοτήσεις θα απαιτηθούν σε μικρότερη κλίμακα και σε άλλους τομείς, όπως οι μικρές επιχειρήσεις και οι καινοτόμες πράσινες επενδύσεις. Τη μεγαλύτερη στήριξη ωστόσο θα χρειαστούν τα νοικοκυριά, στα οποία, σύμφωνα με το ΕΣΕΚ αντιστοιχεί το 52% των επιπλέον επενδύσεων και δαπανών της περιόδου 2025-2030 . «Καθίσταται ιδιαίτερα σημαντική τα επόμενα χρόνια η ανάληψη δράσεων για την επιδότηση και τη διευκόλυνση πρόσβασης στη χρηματοδότηση των νοικοκυριών χαμηλής και μεσαίας εισοδηματικής κατηγορίας» αναφέρεται χαρακτηριστικά στο κείμενο του ΕΣΕΚ.

Η ενεργειακή μετάβαση, θέτει και δημοσιονομικές προκλήσεις καθώς οι στόχοι για περιορισμό των υγρών καυσίμων θα επιφέρουν μείωση των δημοσίων εσόδων, τα οποία σύμφωνα με τους συντάκτες του ΕΣΕΚ θα αντικατασταθούν με νέους φόρους. Σύμφωνα με τους στόχους του ΕΣΕΚ το 2030 οι ΑΠΕ θα συμμετέχουν με ποσοστό 29% στον τομέα των μεταφορών, ενώ σημαντική θα είναι και η συμμετοχή των προηγμένων βιοκαυσίμων.

Το ΕΣΕΚ προσβλέπει στην ανάπτυξη των ΑΠΕ σε όλους τους τομείς. Ο στόχος που τίθεται για τις ΑΠΕ ως μερίδιο στο σύνολο της ακαθάριστης ενεργειακής κατανάλωσης για το 2030 είναι 44%, έναντι 35% του προηγούμενο ΕΣΕΚ. Στην ηλεκτροπαραγωγή ο στόχος είναι η συμμετοχή των ΑΠΕ να φτάσει το 2030 στο 79% από 61% στο προηγούμενο ΕΣΕΚ και 80% στο αρχικό σχέδιο που παρουσιάστηκε τον Ιανουάριο.

Συμμετοχή ΑΠΕ

Η συνολική ισχύς ΑΠΕ στο σύστημα προβλέπεται να φτάσει το 2030 τα 23,5 GW από 11,5 GW σήμερα. Τα χερσαία αιολικά αυξάνονται από τα 7 GW στο σχέδιο του Ιανουαρίου στα 7,6 GW ενώ τα υπεράκτια αιολικά μειώνονται από τα 2,7 GW στα 1,9 GW. Τα θαλάσσια αιολικά αναμένονται να αναπτυχθούν προς το τέλος της παρούσας δεκαετίας και να φθάσουν σε επενδύσεις σημαντικού ύψους μετά το 2030.H ισχύς των φωτοβολταϊκών μειώνεται στα 13,4 GW από τα 14,1 GW στο σχέδιο του Ιανουαρίου και της αποθήκευσης από στα 5,3 GW από τα 8,1 GW εκ των οποίων τα 3,1 GW μπαταρίες και τα 2,2 GW ανλισιοταμίευση.

Η ισχύς των μονάδων φυσικού αερίου αυξάνεται από τα 7 GW στο σχέδιο του Ιανουαρίου στα 7,7 GW ενώ η λιγνιτική ισχύς μηδενίζεται από το 2028 που θα τεθεί εκτός λειτουργίας και η νέα μονάδα της Πτολεμαίδας. Η συνολική παραγωγή και κατανάλωση πράσινου υδρογόνου προβλέπεται να ανέλθει στις 4,4 TWh/έτος και η εγκατεστημένη δυναμικότητα ηλεκτρόλυσης στα 1,7 GW μέχρι το 2030. Η εγκατεστημένη ισχύς των υδροηλεκτρικών έργων αναμένεται να ανέλθει σε 700 MW έως το 2030. O στόλος ηλεκτροκίνητων οχημάτων σε κυκλοφορία αναμένεται να αυξηθεί από περίπου 25.000 οχήματα σήμερα σε περίπου 85.000 οχήματα το 2025 και σε πάνω από 750.000 οχήματα το 2030. Η δέσμευση CO2 από βιομηχανικές διεργασίες και ηλεκτροπαραγωγή εκτιμάται σε 0,9 εκατ. τόνοι CO2/έτος το 2035 και 5,4 εκατ. τόνοι CO2/έτος το 2050.

www.worldenergynews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Δείτε επίσης