Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Self and Identity, εστιάζει σε έναν ιδιαίτερο ψυχολογικό μηχανισμό που ονομάζεται μεταγνωστική αμφιβολία. Πρόκειται για την αμφιβολία που δεν αφορά τον ίδιο τον στόχο, αλλά την εμπιστοσύνη που έχουμε στις σκέψεις μας γύρω από αυτόν - Ψυχολόγος & Συστημική Ψυχοθεραπεύτρια 6943527322 - Αν νιώθεις άγχος, πίεση ή ανάγκη για αλλαγή, δεν χρειάζεται να το περάσεις μόνος
Η αμφιβολία θεωρείται συνήθως σημάδι αδυναμίας ή ένδειξη ότι κάτι δεν πάει καλά. Ιδιαίτερα όταν αφορά μεγάλους στόχους ζωής —όπως την καριέρα, τις σχέσεις ή την προσωπική μας εξέλιξη— συχνά τη βιώνουμε ως εμπόδιο. Ωστόσο, νέα έρευνα από το Ohio State University δείχνει ότι η αμφιβολία δεν είναι πάντα αρνητική. Υπό προϋποθέσεις, μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός ενίσχυσης της δέσμευσής μας.
Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Self and Identity, εστιάζει σε έναν ιδιαίτερο ψυχολογικό μηχανισμό που ονομάζεται μεταγνωστική αμφιβολία. Πρόκειται για την αμφιβολία που δεν αφορά τον ίδιο τον στόχο, αλλά την εμπιστοσύνη που έχουμε στις σκέψεις μας γύρω από αυτόν.
Οι ερευνητές μελέτησαν τι συμβαίνει όταν άνθρωποι βρίσκονται σε αυτό που η ψυχολογία ονομάζει κρίση δράσης (action crisis): μια εσωτερική σύγκρουση κατά την οποία κάποιος αναρωτιέται αν πρέπει να συνεχίσει ή να εγκαταλείψει έναν σημαντικό στόχο ταυτότητας — έναν στόχο δηλαδή που συνδέεται άμεσα με το ποιος θέλει να γίνει στη ζωή του.
Στην πρώτη πειραματική μελέτη, 267 συμμετέχοντες αξιολόγησαν αρχικά πόσο αμφιβάλλουν για την επίτευξη του σημαντικότερου προσωπικού τους στόχου. Στη συνέχεια, συμμετείχαν σε μια φαινομενικά άσχετη άσκηση γραφής: οι μισοί έγραψαν για μια εμπειρία όπου ένιωθαν σίγουροι για τη σκέψη τους, ενώ οι υπόλοιποι για μια εμπειρία όπου αμφέβαλλαν για την ορθότητα των σκέψεών τους.
Τα αποτελέσματα ήταν αντίθετα από ό,τι θα περίμενε κανείς. Όσοι ήδη αμφέβαλλαν για τον στόχο τους και ενισχύθηκε η εμπιστοσύνη τους στις σκέψεις τους, εμφάνισαν χαμηλότερη δέσμευση. Αντίθετα, όσοι οδηγήθηκαν να αμφισβητήσουν τις ίδιες τους τις σκέψεις —δηλαδή να βιώσουν μεταγνωστική αμφιβολία— δήλωσαν μεγαλύτερη δέσμευση στον στόχο τους.
H δεύτερη μελέτη
Η δεύτερη μελέτη επιβεβαίωσε τα ευρήματα με διαφορετική μεθοδολογία: οι συμμετέχοντες συμπλήρωσαν τα ερωτηματολόγια χρησιμοποιώντας το μη κυρίαρχο χέρι τους. Η ασταθής γραφή λειτούργησε ασυνείδητα ως ένδειξη ότι οι σκέψεις τους ίσως δεν είναι απόλυτα αξιόπιστες, μειώνοντας έτσι την επιρροή των αρνητικών αμφιβολιών.
Το βασικό συμπέρασμα της έρευνας είναι σαφές: όταν μειώνεται η βεβαιότητα στις αρνητικές σκέψεις, μειώνεται και η δύναμή τους. Αυτό μπορεί να μετατρέψει την αμφιταλάντευση σε ανανεωμένο κίνητρο.
Οι εφαρμογές αυτού του ευρήματος είναι ιδιαίτερα σημαντικές για την ψυχοθεραπεία, την εκπαίδευση και τη συμβουλευτική. Ωστόσο, οι ερευνητές τονίζουν ότι η τεχνική αυτή πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή, ώστε να μη μετατραπεί σε υπερβολική αυτοπεποίθηση ή σε υπονόμευση της υγιούς αυτοκριτικής.
Ίσως τελικά η πιο χρήσιμη ερώτηση να μην είναι «γιατί αμφιβάλλω;», αλλά «πόσο σίγουρος είμαι ότι οι αμφιβολίες μου λένε όλη την αλήθεια;».
www.worldenergynews.gr
Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Self and Identity, εστιάζει σε έναν ιδιαίτερο ψυχολογικό μηχανισμό που ονομάζεται μεταγνωστική αμφιβολία. Πρόκειται για την αμφιβολία που δεν αφορά τον ίδιο τον στόχο, αλλά την εμπιστοσύνη που έχουμε στις σκέψεις μας γύρω από αυτόν.
Οι ερευνητές μελέτησαν τι συμβαίνει όταν άνθρωποι βρίσκονται σε αυτό που η ψυχολογία ονομάζει κρίση δράσης (action crisis): μια εσωτερική σύγκρουση κατά την οποία κάποιος αναρωτιέται αν πρέπει να συνεχίσει ή να εγκαταλείψει έναν σημαντικό στόχο ταυτότητας — έναν στόχο δηλαδή που συνδέεται άμεσα με το ποιος θέλει να γίνει στη ζωή του.
Στην πρώτη πειραματική μελέτη, 267 συμμετέχοντες αξιολόγησαν αρχικά πόσο αμφιβάλλουν για την επίτευξη του σημαντικότερου προσωπικού τους στόχου. Στη συνέχεια, συμμετείχαν σε μια φαινομενικά άσχετη άσκηση γραφής: οι μισοί έγραψαν για μια εμπειρία όπου ένιωθαν σίγουροι για τη σκέψη τους, ενώ οι υπόλοιποι για μια εμπειρία όπου αμφέβαλλαν για την ορθότητα των σκέψεών τους.
Τα αποτελέσματα ήταν αντίθετα από ό,τι θα περίμενε κανείς. Όσοι ήδη αμφέβαλλαν για τον στόχο τους και ενισχύθηκε η εμπιστοσύνη τους στις σκέψεις τους, εμφάνισαν χαμηλότερη δέσμευση. Αντίθετα, όσοι οδηγήθηκαν να αμφισβητήσουν τις ίδιες τους τις σκέψεις —δηλαδή να βιώσουν μεταγνωστική αμφιβολία— δήλωσαν μεγαλύτερη δέσμευση στον στόχο τους.
H δεύτερη μελέτη
Η δεύτερη μελέτη επιβεβαίωσε τα ευρήματα με διαφορετική μεθοδολογία: οι συμμετέχοντες συμπλήρωσαν τα ερωτηματολόγια χρησιμοποιώντας το μη κυρίαρχο χέρι τους. Η ασταθής γραφή λειτούργησε ασυνείδητα ως ένδειξη ότι οι σκέψεις τους ίσως δεν είναι απόλυτα αξιόπιστες, μειώνοντας έτσι την επιρροή των αρνητικών αμφιβολιών.
Το βασικό συμπέρασμα της έρευνας είναι σαφές: όταν μειώνεται η βεβαιότητα στις αρνητικές σκέψεις, μειώνεται και η δύναμή τους. Αυτό μπορεί να μετατρέψει την αμφιταλάντευση σε ανανεωμένο κίνητρο.
Οι εφαρμογές αυτού του ευρήματος είναι ιδιαίτερα σημαντικές για την ψυχοθεραπεία, την εκπαίδευση και τη συμβουλευτική. Ωστόσο, οι ερευνητές τονίζουν ότι η τεχνική αυτή πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή, ώστε να μη μετατραπεί σε υπερβολική αυτοπεποίθηση ή σε υπονόμευση της υγιούς αυτοκριτικής.
Ίσως τελικά η πιο χρήσιμη ερώτηση να μην είναι «γιατί αμφιβάλλω;», αλλά «πόσο σίγουρος είμαι ότι οι αμφιβολίες μου λένε όλη την αλήθεια;».
www.worldenergynews.gr






