Η Κίνα κατέγραψε τη μεγαλύτερη αύξηση, ενισχύοντας τα αποθέματά της κατά περισσότερους από 350 τόνους. Η κίνηση αυτή εντάσσεται στη μακροχρόνια στρατηγική του Πεκίνου για διαφοροποίηση από το δολάριο και περιορισμό της έκθεσης στα δυτικά χρηματοπιστωτικά συστήματα, ενισχύοντας τον ρόλο του χρυσού ως πολιτικά ουδέτερου πυλώνα στα παγκόσμια αποθέματα
Καθώς οι τιμές του χρυσού έχουν εκτιναχθεί πάνω από 230% από το 2020, οι κεντρικές τράπεζες ανά τον κόσμο προχώρησαν σε ένα από τα μεγαλύτερα κύματα αγορών χρυσού στη σύγχρονη ιστορία.
Για πολλές χώρες, το πολύτιμο μέταλλο έπαψε να αποτελεί απλώς αντιστάθμισμα κινδύνου και μετατράπηκε σε στρατηγικό αποθεματικό στοιχείο, εν μέσω αυξανόμενων γεωπολιτικών εντάσεων, νομισματικής αστάθειας και εντεινόμενων προσπαθειών διαφοροποίησης από το αμερικανικό δολάριο.
Ωστόσο, δεν ακολούθησαν όλα τα κράτη την ίδια στρατηγική. Ορισμένα ενίσχυσαν επιθετικά τα αποθέματά τους, ενώ άλλα περιόρισαν τη συμμετοχή τους. Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάζει το Visual Capitalist μέσω ανάλυσης του Niccolo Conte, καταγράφονται οι χώρες με τις μεγαλύτερες καθαρές προσθήκες αλλά και εκείνες με τις σημαντικότερες μειώσεις αποθεμάτων χρυσού την τελευταία πενταετία.
Όπως διαβάζουμε στο Visual Capitalist, η Κίνα και η Ανατολική Ευρώπη ηγούνται των αγορών. Οι 15 μεγαλύτεροι αγοραστές προσέθεσαν συνολικά σχεδόν 2.000 καθαρούς τόνους χρυσού στα αποθέματά τους, υπογραμμίζοντας μια ευρύτερη μεταστροφή στρατηγικής στον επίσημο τομέα.
Η Κίνα κατέγραψε τη μεγαλύτερη αύξηση, ενισχύοντας τα αποθέματά της κατά περισσότερους από 350 τόνους. Η κίνηση αυτή εντάσσεται στη μακροχρόνια στρατηγική του Πεκίνου για διαφοροποίηση από το δολάριο και περιορισμό της έκθεσης στα δυτικά χρηματοπιστωτικά συστήματα, ενισχύοντας τον ρόλο του χρυσού ως πολιτικά ουδέτερου πυλώνα στα παγκόσμια αποθέματα.
Η Πολωνία ακολούθησε στενά, αυξάνοντας τα αποθέματά της κατά περισσότερους από 300 τόνους στο πλαίσιο μακροπρόθεσμης στρατηγικής ενίσχυσης της νομισματικής της ασφάλειας. Στην κορυφή των αγοραστών βρέθηκαν επίσης η Τουρκία και η Ινδία, χώρες που αντιμετωπίζουν επίμονες πληθωριστικές πιέσεις και συναλλαγματική αστάθεια, γεγονός που καθιστά τον χρυσό ελκυστικό εργαλείο αντιστάθμισης κινδύνου.


Πέρα από τους μεγαλύτερους αγοραστές, και άλλες αναδυόμενες αγορές ενίσχυσαν σημαντικά τα αποθέματά τους. Η Βραζιλία προσέθεσε πάνω από 100 τόνους, ενώ το Αζερμπαϊτζάν αύξησε τα αποθέματά του μέσω του κρατικού επενδυτικού ταμείου State Oil Fund of the Republic of Azerbaijan. Παράλληλα, η Ιαπωνία, η Ταϊλάνδη, η Ουγγαρία και η Σιγκαπούρη προχώρησαν επίσης σε αγορές, επιβεβαιώνοντας το ευρύτερο διεθνές ενδιαφέρον για τον χρυσό ως σταθεροποιητικό παράγοντα σε περιόδους οικονομικής αβεβαιότητας.
Στον αντίποδα, ορισμένες κεντρικές τράπεζες περιόρισαν τα αποθέματά τους, αναδεικνύοντας διαφορετικές προτεραιότητες διαχείρισης. Οι Φιλιππίνες κατέγραψαν τη μεγαλύτερη μείωση, περιορίζοντας τα αποθέματά τους κατά περισσότερους από 65 τόνους. Το Καζακστάν και η Σρι Λάνκα σημείωσαν επίσης σημαντικές μειώσεις, συχνά λόγω πιέσεων ρευστότητας ή αναδιάρθρωσης αποθεματικών σε περιόδους οικονομικής πίεσης.
Αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ των οποίων η Γερμανία και η Φινλανδία, προχώρησαν σε πιο περιορισμένες μειώσεις, ενώ η Ελβετία κατέγραψε οριακή μεταβολή, επιβεβαιώνοντας τη διαχρονικά σταθερή προσέγγισή της στη διαχείριση χρυσού.
www.worldenergynews.gr






