Καθώς ο κόσμος παρακολουθεί σε σοκ τον πόλεμο μεταξύ Ιράν και ΗΠΑ-Ισραήλ, τα διακυβεύματα για το Πεκίνο αυξάνονται δραματικά.
Οι δολοφονίες του πρώην ανώτατου ηγέτη του Ιράν και πολλών υψηλόβαθμων αξιωματούχων, σε συνδυασμό με τη ρητή δέσμευση της Ουάσιγκτον για αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη, συνιστούν έναν γεωπολιτικό σεισμό και επίταση της επιθετικής εξωτερικής πολιτικής του Ντόναλντ Τραμπ σε μια περιοχή ιδιαίτερης σημασίας για όλους τους μεγάλους παίκτες, άρα και για την Κίνα.
Σε αντίθεση με άλλους περιφερειακούς εταίρους, το Ιράν αποτελεί κρίσιμο τμήμα της Πρωτοβουλίας «One Belt, One Road», βασικό πυλώνα της ενεργειακής ασφάλειας της Κίνας και είναι βαθιά ενσωματωμένο στο περιφερειακό σύστημα του Πεκίνου μέσω οργανισμών όπως οι BRICS.
Ωστόσο, ενώ οι βομβαρδισμοί πλήττουν την Τεχεράνη και τα ιρανικά αντίποινα φτάνουν σχεδόν σε κάθε χώρα της Μέσης Ανατολής, η στάση του Σι Τζινπίνγκ παραμένει αξιοσημείωτα ουδέτερη.
Η στάση της σιωπής μετατρέπεται πλέον σε έναν ολοένα και πιο εκκωφαντικό παράγοντα στη γεωπολιτική.
Η Βενεζουέλα έδειξε την τάση
Η προσέγγιση αυτή είχε ήδη προαναγγελθεί λίγες εβδομάδες νωρίτερα, όταν η κινεζική επιρροή δέχθηκε σοβαρό πλήγμα στις πρώτες ημέρες του νέου έτους. Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιτέθηκαν στη Βενεζουέλα μόλις λίγες ώρες αφότου ο τότε πρόεδρος Νικολάς Μαδούρο υποδέχθηκε την κινεζική διπλωματική αποστολή, η οποία βρέθηκε ξαφνικά εγκλωβισμένη σε μια πόλη που δονούνταν από εκρήξεις, ήχους ελικοπτέρων και πυροβολισμούς.
Αν και η χώρα αποτελεί μακρινό προγεφύρωμα της κινεζικής επιρροής και αντιπροσωπεύει μόλις περίπου το 5% της συνολικής κατανάλωσης πετρελαίου της Κίνας, παραμένει ένας από τους στενότερους εταίρους του Πεκίνου στη Λατινική Αμερική.
Η ωμή αυτή αμερικανική επιχείρηση, που θυμίζει τις αποφάσεις της Ουάσιγκτον την περίοδο της σχεδόν αδιαμφισβήτητης παγκόσμιας ηγεμονίας της τη δεκαετία του 1990 και τις αρχές του 2000, αντιμετωπίστηκε από το κινεζικό υπουργείο Εξωτερικών μόνο με τις τυπικές καταδικαστικές δηλώσεις.
Ούτε ο Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός ούτε το υπουργείο Οικονομικών έκαναν έστω και μια συμβολική κίνηση στήριξης προς τη Βενεζουέλα. Τα γεγονότα των αρχών Ιανουαρίου λειτούργησαν ως κρας τεστ των «κόκκινων γραμμών» της Κίνας και το αποτέλεσμα ήταν σαφές: το Πεκίνο είναι πρόθυμο να υπογράφει συμφωνίες υποδομών, να δημιουργεί ισχυρές εμπορικές σχέσεις ή να αγοράζει φθηνό πετρέλαιο, αλλά δεν προσφέρει στρατιωτική ή πολιτική προστασία ούτε εγγυήσεις απέναντι σε αμερικανικές επιθετικές ενέργειες.
Ο λόγος
Γιατί όμως η ανερχόμενη υπερδύναμη του κόσμου παρακολουθεί παθητικά ενώ οι βασικοί αντιδυτικοί εταίροι της – εκείνοι που είχαν ταχθεί ρητά υπέρ του πολυπολικού κόσμου που προωθεί το Πεκίνο – δέχονται διαδοχικά πλήγματα;
Η απάντηση της Κίνας βασίζεται σε έναν ψυχρό, ρεαλιστικό υπολογισμό, ενισχυμένο από σημαντικές οικονομικές επιτυχίες που κατέγραψε μόλις έναν χρόνο νωρίτερα.
Οι πρώτοι μήνες της δεύτερης προεδρικής θητείας του Ντόναλντ Τραμπ σημαδεύτηκαν από την αποτυχία επαναδιαπραγμάτευσης του εμπορικού ελλείμματος των Ηνωμένων Πολιτειών με την Κίνα. Μετά από μήνες κλιμάκωσης, οι δασμοί των ΗΠΑ σε ορισμένα κινεζικά προϊόντα έφτασαν στο 245%, ενώ οι κινεζικοί δασμοί διαμορφώθηκαν περίπου στο 125%. Η προοπτική ενός εκρηκτικού «διαζυγίου» μεταξύ των δύο μεγαλύτερων οικονομιών και στρατιωτικών δυνάμεων του κόσμου προκάλεσε πανικό στις αγορές και οδήγησε σε αναστολές διαπραγμάτευσης διεθνώς.
Ωστόσο, η Κίνα απάντησε περιορίζοντας την πρόσβαση στο σχεδόν μονοπωλιακό της δίκτυο επεξεργασίας σπάνιων γαιών — κρίσιμων πόρων για την προηγμένη βιομηχανία που είναι άχρηστοι χωρίς επεξεργασία. Μέσα σε λίγους μήνες ο εμπορικός πόλεμος σταθεροποιήθηκε, με τους αμερικανικούς δασμούς να διαμορφώνονται τελικά στο 30% και να μειώνονται στο 20% έως το τέλος της χρονιάς.
Η εξέλιξη αυτή ερμηνεύτηκε στο Πεκίνο ως επιβεβαίωση της σταδιακής υποχώρησης της αμερικανικής ηγεμονίας και της μετάβασης σε έναν πολυπολικό κόσμο. Η Κίνα ολοκλήρωσε το 2025 σε ισχυρή θέση, αποδεικνύοντας ότι μπορεί να επιβάλει ευνοϊκούς εμπορικούς όρους, ενώ η Ουάσιγκτον είχε αποξενώσει πολλούς συμμάχους της, από τον Καναδά και την Ευρωπαϊκή Ένωση έως την Ιαπωνία. Οι δασμοί του Τραμπ κατά της Ινδίας αποτέλεσαν επίσης κέρδος για το Πεκίνο, καθώς το Νέο Δελχί αντέδρασε σθεναρά και ο πρωθυπουργός Ναρέντρα Μόντι επισκέφθηκε την Κίνα, συναντώντας τον Σι Τζινπίνγκ για πρώτη φορά μετά από επτά χρόνια με στόχο την επανεκκίνηση των σχέσεων.
Δράση μέσω της αδράνειας
Αισθανόμενο ασφαλές μετά την οικονομική και διπλωματική ανάκαμψη που προκάλεσαν οι δασμολογικές πολιτικές του Τραμπ, το Πεκίνο δεν βλέπει λόγο να διακόψει αυτό που θεωρεί ένα ακόμη δαπανηρό λάθος της Ουάσιγκτον. Σύμφωνα με τους κινεζικούς υπολογισμούς, η ταυτόχρονη εμπλοκή των Ηνωμένων Πολιτειών στη Βενεζουέλα και σε μια βαθιά εχθρική και βαριά οπλισμένη χώρα όπως το Ιράν είναι πιθανό να παγιδεύσει την αμερικανική κυβέρνηση και τους διαδόχους της σε δύο πολυετή και εξαιρετικά δαπανηρά μέτωπα.
Παράλληλα, η επιστροφή των ΗΠΑ σε επιθετικές στρατιωτικές πολιτικές, που θυμίζουν τον Ψυχρό Πόλεμο και τις αρχές της δεκαετίας του 2000, υπονομεύει τις προσπάθειες ενίσχυσης της «ήπιας ισχύος» τους στη Λατινική Αμερική και στον λεγόμενο Παγκόσμιο Νότο. Αυτό δημιουργεί ένα σημαντικό περιθώριο επιρροής για την Κίνα και τη Ρωσία, οι οποίες είχαν υποστεί πλήγματα στη δική τους εικόνα εξαιτίας της εμπλοκής τους στη Νότια Σινική Θάλασσα και στον πόλεμο της Ουκρανίας.
Ακόμη και η άνοδος των τιμών του πετρελαίου, που επηρεάζει την κινεζική οικονομία, αποδεικνύεται ευνοϊκή για τη Ρωσία. Η τιμή του ρωσικού αργού Urals αυξήθηκε από λιγότερο από 35 δολάρια το βαρέλι τον Ιανουάριο σε περίπου 71,9 δολάρια μετά την έναρξη της σύγκρουσης, μετατρέποντας έναν πιθανό δημοσιονομικό εφιάλτη σε πλεόνασμα που μπορεί να χρηματοδοτήσει τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία για το αυξανόμενο βάρος που επωμίζεται η Ουάσιγκτον είναι ήδη εμφανή. Σύμφωνα με προκαταρκτική εκτίμηση του Πενταγώνου, που δημοσίευσε το περιοδικό The Atlantic και επικαλέστηκαν μέλη του Κογκρέσου, το επιχειρησιακό κόστος της εκστρατείας ανέρχεται περίπου στο 1 δισεκατομμύριο δολάρια ημερησίως. Μαζί με τις δαπάνες προετοιμασίας και τις απώλειες εξοπλισμού, το συνολικό κόστος έχει ήδη ξεπεράσει τα 5 δισεκατομμύρια δολάρια μέσα στις πρώτες ημέρες της επιχείρησης.
Τα ιρανικά αντίποινα δεν ήταν μόνο συμβολικά. Ένα πλήγμα με drone προκάλεσε ζημιές στο ραντάρ έγκαιρης προειδοποίησης AN/FPS-132 στην αεροπορική βάση Αλ Ουντέιντ στο Κατάρ, εγκατάσταση αξίας 1,1 δισεκατομμυρίων δολαρίων που αποτελεί βασικό στοιχείο του αμερικανικού συστήματος ανίχνευσης βαλλιστικών πυραύλων στον Περσικό Κόλπο.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το ζήτημα των αποθεμάτων αναχαιτιστικών πυραύλων. Αναλυτές από τα κέντρα Stimson και CSIS προειδοποιούν ότι προηγμένα συστήματα όπως οι THAAD και οι SM-3 δεν μπορούν να αναπληρωθούν με τον ρυθμό που απαιτεί ένας πόλεμος. Ορισμένα μάλιστα χρειάζονται χρόνια για να παραχθούν. Η κατάσταση έχει γίνει τόσο σοβαρή ώστε η Ουάσιγκτον εξετάζει τη μεταφορά συστοιχιών THAAD και Patriot από τη Νότια Κορέα στη Μέση Ανατολή, γεγονός που θα άφηνε έναν σύμμαχο εκτεθειμένο απέναντι στη Βόρεια Κορέα. Σύμφωνα με τον Economist, μόνο οι σύμμαχοι των ΗΠΑ στον Περσικό Κόλπο καταναλώνουν καθημερινά περισσότερους αναχαιτιστικούς πυραύλους απ’ όσους μπορούν να παράγουν οι αμερικανικές εταιρείες μέσα σε έναν χρόνο.
Για το Πεκίνο, όλα αυτά δεν αποτελούν απλώς παράπλευρες δυσκολίες αλλά τα συσσωρευτικά κόστη μιας στρατιωτικής υπερεπέκτασης που η Κίνα προτιμά να παρακολουθεί από απόσταση.
Για την κινεζική ηγεσία στο Ζονγκνανχάι, η εξίσωση είναι σαφής. Γιατί να ρισκάρει στρατιωτική ή οικονομική αντιπαράθεση για να σώσει το Καράκας ή την Τεχεράνη, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες εξαντλούν ήδη πόρους και διπλωματικό κεφάλαιο; Αντί να διακινδυνεύσει τα πλεονεκτήματά της, η Κίνα επιδιώκει μια μακροπρόθεσμη νίκη παρουσιάζοντας τον εαυτό της ως σταθερή εναλλακτική, την ώρα που ο βασικός γεωπολιτικός της αντίπαλος φθείρεται σε δαπανηρές επεμβάσεις.
Καθώς η σκόνη κατακάθεται στη Βενεζουέλα και στο Ιράν, γίνεται σαφές ότι ο δρόμος προς τον πολυπολικό κόσμο που οραματίζεται το Πεκίνο δεν συνοδεύεται — τουλάχιστον προς το παρόν — από εγγυήσεις για όσους επιλέγουν να τον ακολουθήσουν. Οι χώρες αυτές παραμένουν, τελικά, σύμμαχοι χωρίς συμμαχία.
www.worldenergynews.gr






