Η σύγκρουση έχει ουσιαστικά μπλοκάρει τις εξαγωγές από τη Μέση Ανατολή, η οποία αντιστοιχεί περίπου στο 7% της παγκόσμιας προσφοράς αλουμινίου, ενώ στρατιωτικά πλήγματα έχουν πλήξει περίπου το 3% της παγκόσμιας παραγωγικής ικανότητας, με ορισμένες μονάδες να απαιτούν μήνες ή ακόμη και χρόνια για πλήρη αποκατάσταση
Η παγκόσμια αγορά αλουμινίου έχει δεχθεί ισχυρό πλήγμα, χωρίς ωστόσο να καταρρεύσει, εξαιτίας της συνεχιζόμενης σύγκρουσης γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, σύμφωνα με νέα έκθεση του κλάδου, καθώς οι διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα, οι ζημιές σε παραγωγικές εγκαταστάσεις και η άνοδος του ενεργειακού κόστους έχουν ωθήσει τις τιμές κοντά σε ιστορικά υψηλά, με τη μεταβλητότητα να αναμένεται να συνεχιστεί βραχυπρόθεσμα.
Η σύγκρουση έχει ουσιαστικά μπλοκάρει τις εξαγωγές από τη Μέση Ανατολή, η οποία αντιστοιχεί περίπου στο 7% της παγκόσμιας προσφοράς αλουμινίου, ενώ στρατιωτικά πλήγματα έχουν πλήξει περίπου το 3% της παγκόσμιας παραγωγικής ικανότητας, με ορισμένες μονάδες να απαιτούν μήνες ή ακόμη και χρόνια για πλήρη αποκατάσταση.
Ως αποτέλεσμα, οι τιμές του αλουμινίου εκτινάχθηκαν στο δεύτερο υψηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί ποτέ, προσεγγίζοντας τα επίπεδα της περιόδου του πολέμου Ρωσίας-Ουκρανίας το 2022, με τους αναλυτές να προβλέπουν ότι θα παραμείνουν αυξημένες καθ’ όλη τη διάρκεια του 2026, με μέσο όρο γύρω στα 3.400 δολάρια ανά τόνο.
Η αναστάτωση αναμένεται να οδηγήσει την παγκόσμια αγορά σε έλλειμμα προσφοράς το 2026 και πιθανώς και το 2027, καθώς, παρά την πιθανή επανεκκίνηση ορισμένων μονάδων μέσα σε λίγους μήνες, βασικές εγκαταστάσεις, όπως μεγάλες μονάδες τήξης σε Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και Ιράν, ενδέχεται να χρειαστούν έως και έναν χρόνο ή περισσότερο για να επανέλθουν σε πλήρη λειτουργία.
Την ίδια στιγμή, τα παγκόσμια αποθέματα παραμένουν εξαιρετικά περιορισμένα, καλύπτοντας μόλις λίγες ημέρες ζήτησης, γεγονός που στηρίζει περαιτέρω τις υψηλές τιμές.
Η παραγωγή αλουμινίου είναι ιδιαίτερα ενεργοβόρα, καταναλώνοντας περίπου το 4% της παγκόσμιας ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ η άνοδος στις τιμές φυσικού αερίου και άνθρακα, που επίσης συνδέεται με τη σύγκρουση, αυξάνει το κόστος παραγωγής, το οποίο μετακυλίεται στους αγοραστές.
Η διπλή αυτή πίεση από τη διαταραχή της προσφοράς και το αυξημένο κόστος εισροών δημιουργεί πρόσθετους ανοδικούς κινδύνους για τις τιμές του αλουμινίου στο άμεσο διάστημα.
Παρά τις τρέχουσες προκλήσεις, η αγορά εκτιμάται ότι θα σταθεροποιηθεί σταδιακά, με τους αναλυτές να προβλέπουν επιστροφή σε συνθήκες πλεονάσματος από το 2028 και μετά, καθώς νέα έργα, κυρίως σε Ινδία και Ινδονησία, θα τεθούν σε λειτουργία και η διαταραγμένη παραγωγική ικανότητα θα αποκατασταθεί.
Η ζήτηση αναμένεται να αυξάνεται σταθερά με ρυθμό περίπου 2,2% ετησίως έως το 2040, κυρίως λόγω τομέων όπως οι ηλεκτρικές υποδομές, οι μεταφορές και οι κατασκευές, ενώ η ανακύκλωση προβλέπεται να διαδραματίσει ενισχυμένο ρόλο, με τη δευτερογενή παραγωγή να αυξάνεται ταχύτερα από την πρωτογενή.
Μεγάλες εταιρείες παραγωγής, όπως η Rio Tinto, αναμένεται να ωφεληθούν από τις υψηλότερες τιμές, με την κερδοφορία τους να ενισχύεται σημαντικά για κάθε περαιτέρω άνοδο.
Ωστόσο, οι κίνδυνοι παραμένουν, καθώς μια παρατεταμένη σύγκρουση ή περαιτέρω αύξηση των ενεργειακών τιμών θα μπορούσε να οδηγήσει σε ακόμη υψηλότερες τιμές αλουμινίου, παρατείνοντας τη στενότητα της αγοράς και επιβαρύνοντας την παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα.






