Οι Βρυξέλλες φαίνεται να επιταχύνουν την προετοιμασία νέων εργαλείων οικονομικής άμυνας απέναντι στην κινεζική βιομηχανική υπερπαραγωγή
Κατά τη διάρκεια του Συνεδρίου ΕΕ–Κίνας του 2026 στο Πεκίνο, ο πρόεδρος του ευρωπαϊκού Chamber of Commerce in China, Jens Eskelund, περιέγραψε τη σημερινή οικονομική σχέση Ευρώπης–Κίνας ως ένα γιγαντιαίο πλοίο μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων μήκους 400 μέτρων που φεύγει γεμάτο για την Ευρώπη και επιστρέφει σχεδόν άδειο.
Σύμφωνα με το Atlantic Council, τα τελευταία πέντε χρόνια, το εμπορικό έλλειμμα αγαθών της Ευρωπαϊκής Ένωσης έναντι της Κίνας έχει εκτιναχθεί, φτάνοντας το 2022 σχεδόν τα 400 δισ. ευρώ.
Την ίδια στιγμή, το πλεόνασμα της ΕΕ στις υπηρεσίες παραμένει περιορισμένο, ενώ και οι καθαρές θετικές άμεσες ξένες επενδύσεις έχουν ουσιαστικά σταματήσει να αυξάνονται. Ενώ η κινεζική αγορά απορροφά ολοένα και λιγότερα ευρωπαϊκά προϊόντα και επενδύσεις, η κινεζική παραγωγή συνεχίζει να αυξάνεται, με το Πεκίνο να αναζητά πλέον στην Ευρώπη διέξοδο για τη διοχέτευση αυτών των προϊόντων.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι Βρυξέλλες φαίνεται να επιταχύνουν την προετοιμασία νέων εργαλείων οικονομικής άμυνας απέναντι στην κινεζική βιομηχανική υπερπαραγωγή. Η Κομισιόν έχει δεσμευθεί να παρουσιάσει νέα εργαλεία οικονομικής ασφάλειας έως τον Σεπτέμβριο του 2026, ενώ στις 29 Μαΐου πραγματοποιείται κρίσιμη πολιτική συζήτηση προσανατολισμού για το θέμα. Η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς πέντε κράτη-μέλη — η Ισπανία, η Ιταλία, η Γαλλία, η Ολλανδία και η Λιθουανία — υπέγραψαν κοινό κείμενο ζητώντας πιο επιθετική αντιμετώπιση της «συστημικής και διαρθρωτικής βιομηχανικής υπερπαραγωγής».
Μεταξύ των μέτρων που εξετάζονται περιλαμβάνονται αυστηρότεροι κανόνες δημοσίων προμηθειών, οι οποίοι θα υποχρεώνουν τις επιχειρήσεις να προμηθεύονται κρίσιμα εξαρτήματα από τουλάχιστον τρεις διαφορετικούς προμηθευτές, χωρίς κανένας να καλύπτει ποσοστό άνω του 30%-40%.
Οι κανόνες αυτοί βασίζονται στις διατάξεις του Critical Raw Materials Act, το οποίο ήδη περιορίζει την εξάρτηση από μία μόνο μη ευρωπαϊκή χώρα στο 65% για στρατηγικές πρώτες ύλες. Τα νέα μέτρα θα επηρεάζουν τομείς όπως τα χημικά, τα βιομηχανικά μηχανήματα και οι πράσινες τεχνολογίες, όπου η Κίνα κυριαρχεί στην εφοδιαστική αλυσίδα.
Οι ευρωπαϊκές προτάσεις θα πρέπει να ισορροπήσουν ανάμεσα στην προστασία των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων και στη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας και των περιθωρίων κέρδους τους. Παράλληλα, θα πρέπει να συνδυαστούν με τις πρωτοβουλίες του Industrial Accelerator Act, το οποίο εγκρίθηκε από την Κομισιόν τον Μάρτιο και επεκτείνει τους κανόνες για τις δημόσιες προμήθειες, τον έλεγχο ξένων επενδύσεων και τη διαφοροποίηση εισροών.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι Βρυξέλλες εξετάζουν πλέον ακόμη και εργαλεία που μέχρι πρόσφατα απέρριπταν, δανειζόμενες ουσιαστικά στοιχεία από το αμερικανικό μοντέλο εμπορικών δασμών τύπου Section 301. Κατά την πρώτη θητεία του Donald Trump, η ΕΕ είχε εκφράσει έντονη αντίθεση στη μονομερή χρήση του αμερικανικού νόμου Section 301 κατά της Κίνας, γεγονός που περιόρισε τη διατλαντική συνεργασία απέναντι στις κινεζικές πρακτικές.
Ωστόσο, η αυξανόμενη απειλή για ευρωπαϊκούς βιομηχανικούς κλάδους πέρα από τα φωτοβολταϊκά, όπου τα αποσπασματικά μέτρα αντιντάμπινγκ αποδείχθηκαν ανεπαρκή, έχει οδηγήσει σε αναθεώρηση στάσης.

Η απόφαση του Οκτωβρίου 2024 για επιβολή αντισταθμιστικών δασμών στα κινεζικά ηλεκτρικά οχήματα θεωρείται ήδη σημείο καμπής προς πιο επιθετικά εμπορικά εργαλεία. Παρά τη μακρά και σύνθετη διαδικασία αξιολόγησης των κινεζικών επιδοτήσεων ώστε τα μέτρα να είναι συμβατά με τους κανόνες του World Trade Organization, η πρωτοβουλία αύξησε σημαντικά τα περιθώρια παρέμβασης της ΕΕ και ανάγκασε το Πεκίνο να προσέλθει σε διαπραγματεύσεις για δεσμεύσεις ελάχιστων τιμών.
Ωστόσο, οι Βρυξέλλες αναγνωρίζουν ότι τέτοιες διαδικασίες δεν μπορούν να επαναληφθούν σε κάθε τομέα που απειλείται από τις κινεζικές εξαγωγές. Παράλληλα, τα υπάρχοντα εργαλεία εμπορικής άμυνας της ΕΕ θεωρούνται κατακερματισμένα και περιορισμένης αποτελεσματικότητας.
Ο νέος δασμός 3 ευρώ σε μικροδέματα κάτω από το όριο των 150 ευρώ θεωρείται περισσότερο προσωρινό μέτρο παρά ουσιαστική λύση, ενώ τα συστήματα ποσοστώσεων εισαγωγών χάλυβα προκαλούν ήδη τριβές με χώρες όπως το Βασίλειο, η Ουκρανία και οι ΗΠΑ.
Παράλληλα, ο Foreign Subsidies Regulation περιορίζεται στην εσωτερική αγορά της ΕΕ, επιτρέποντας την απομάκρυνση επιδοτούμενων κινεζικών εταιρειών από δημόσιους διαγωνισμούς, χωρίς όμως να αντιμετωπίζει τις ίδιες τις επιδοτούμενες παραγωγικές μονάδες στην Κίνα. Αντίστοιχα, ο CBAMεπικεντρώνεται στις εκπομπές άνθρακα και όχι στην εμπορική άμυνα.
Υπό αυτές τις συνθήκες, αρκετές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες θεωρούν πλέον ότι η ΕΕ χρειάζεται ένα πιο άμεσο εργαλείο αντιμετώπισης των κινεζικών κρατικών επιδοτήσεων και της υπερπαραγωγής — ουσιαστικά μια ευρωπαϊκή εκδοχή του Section 301. Ένα τέτοιο εργαλείο, για να είναι συμβατό με το ευρωπαϊκό δίκαιο, θα πρέπει να προβλέπει αναλογικά και προσωρινά μέτρα, με τακτικό δικαστικό και πολιτικό έλεγχο, πιθανώς ενταγμένο σε ένα διευρυμένο πλαίσιο του Anti-Coercion Instrument.
Παράλληλα, εντείνεται και η συζήτηση για πιθανό συντονισμό με τις Ηνωμένες Πολιτείες απέναντι στην Κίνα. Ωστόσο, η ιστορία δείχνει ότι η διατλαντική συνεργασία σε θέματα εμπορικής άμυνας είναι δύσκολη, καθώς η ΕΕ παραμένει επιφυλακτική απέναντι στα μονομερή εμπορικά μέτρα της Ουάσιγκτον, ιδιαίτερα μετά την επιβολή δασμών και κατά της ίδιας της Ευρώπης από τις ΗΠΑ.
Παρόλα αυτά, εάν η ΕΕ αποκτήσει τελικά τη δυνατότητα επιβολής δασμών ευρείας κλίμακας κατά της Κίνας, η συνεργασία με την Ουάσιγκτον θα καταστεί ταυτόχρονα πιο εφικτή αλλά και πιο περίπλοκη, ειδικά σε στρατηγικούς τομείς όπως ο χάλυβας, οι ημιαγωγοί και τα ιατρικά προϊόντα.
Το Υπουργείο Εμπορίου της Κίνας έχει ήδη προειδοποιήσει την ΕΕ να επιστρέψει στη «σωστή πορεία διαλόγου και διαβούλευσης» και να αποφύγει μέτρα που θα έπλητταν τις οικονομικές σχέσεις ΕΕ–Κίνας. Το γεγονός ότι το Πεκίνο αισθάνεται την ανάγκη να παρέμβει δημόσια θεωρείται από πολλούς στις Βρυξέλλες ένδειξη ότι τα νέα ευρωπαϊκά εργαλεία θα μπορούσαν πράγματι να προκαλέσουν ουσιαστικό οικονομικό κόστος στην Κίνα.






