Συνεχίζονται για δεύτερο χρόνο φέτος οι αυξήσεις στις χρεώσεις διανομής φυσικού αερίου για τους βιομηχανικούς καταναλωτές στα ώριμα τμήματα του δικτύου, ενώ παράλληλα εφαρμόζονται νέες μειώσεις σε αναπτυσσόμενες περιοχές, στο πλαίσιο του σχεδίου της Ρυθμιστικής Αρχής Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων (ΡΑΑΕΥ) για τη σταδιακή σύγκλιση των τιμολογίων διανομής σε ολόκληρο το δίκτυο της enaon EDA.
Η διαδικασία είχε ξεκινήσει με την απόφαση Ε-257/2024 της ΡΑΑΕΥ, η οποία τέθηκε σε εφαρμογή από τα τέλη του 2024 και προβλέπει δύο διαδοχικά στάδια προσαρμογών για τα έτη 2025 και 2026. Στόχος είναι να περιοριστούν οι μεγάλες αποκλίσεις που παρατηρούνται στις χρεώσεις μεταξύ των παλαιών και των νεότερων δικτύων διανομής φυσικού αερίου.
Για το 2026 η Αρχή διατηρεί τη λογική που εφαρμόστηκε το 2025. Στα ώριμα δίκτυα της Αττικής, της Θεσσαλονίκης, της Θεσσαλίας, της Κεντρικής Μακεδονίας, της Στερεάς Ελλάδας και της Πελοποννήσου προβλέπεται νέα αύξηση της τάξης του 2% στις χρεώσεις διανομής για τους βιομηχανικούς πελάτες. Αντίθετα, στα νεότερα δίκτυα της Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης, της Δυτικής Ελλάδας, της Δυτικής Μακεδονίας και της Ηπείρου οι χρεώσεις μειώνονται περαιτέρω, σε ορισμένες περιπτώσεις κατά 8%-10% σε σχέση με το 2025.
Η ΡΑΑΕΥ εξηγεί ότι η επιλογή αυτή αποσκοπεί στη μείωση του κόστους σύνδεσης και χρήσης των νέων δικτύων, όπου οι καταναλωτές είναι ακόμη λίγοι και οι χρεώσεις παραμένουν υψηλές λόγω του μικρού όγκου κατανάλωσης. Σύμφωνα με την Αρχή, εάν οι χρεώσεις παρέμεναν στα σημερινά επίπεδα, θα λειτουργούσαν αποτρεπτικά για νέες συνδέσεις, δημιουργώντας τον κίνδυνο τα νέα δίκτυα να παραμείνουν υποχρησιμοποιημένα και να επιβαρύνουν μελλοντικά το σύνολο των καταναλωτών.
Αποκλίσεις δικτύων
Στην απόφασή της η ΡΑΑΕΥ επισημαίνει ότι οι αποκλίσεις μεταξύ των δικτύων είναι ιδιαίτερα μεγάλες. Ενδεικτικά, πριν από την εφαρμογή του σχεδίου εξομάλυνσης, η μεσοσταθμική χρέωση για βιομηχανικούς καταναλωτές κυμαινόταν από περίπου 0,84 ευρώ ανά MWh στο δίκτυο της Θεσσαλονίκης έως 5,45 ευρώ ανά MWh στη Δυτική Μακεδονία.
Η Αρχή εξέτασε το ενδεχόμενο πλήρους εφαρμογής ενιαίου βιομηχανικού τιμολογίου, ωστόσο κατέληξε ότι κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε υπερβολικές επιβαρύνσεις για τους καταναλωτές των ώριμων δικτύων. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της, ένα πλήρως ενιαίο τιμολόγιο θα σήμαινε αυξήσεις που θα έφθαναν περίπου το 260% για βιομηχανικούς καταναλωτές στη Θεσσαλονίκη, ενώ αντίστοιχα θα οδηγούσε σε μειώσεις περίπου 45% σε περιοχές όπως η Δυτική Μακεδονία. Για τον λόγο αυτό επιλέχθηκε η σταδιακή σύγκλιση των χρεώσεων.
Παράλληλα, η απόφαση προβλέπει την εφαρμογή ενιαίου τιμολογίου για τους οικιακούς και εμπορικούς καταναλωτές σε όλα τα δίκτυα της enaon EDA. Η ΡΑΑΕΥ θεωρεί ότι το προηγούμενο καθεστώς δημιουργούσε αδικαιολόγητες διαφοροποιήσεις μεταξύ καταναλωτών με παρόμοια χαρακτηριστικά, μόνο και μόνο επειδή βρίσκονταν σε διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές.
Η ΡΑΑΕΥ διευκρινίζει πάντως ότι η φετινή προσαρμογή δεν προδικάζει την πλήρη ενοποίηση των βιομηχανικών τιμολογίων από το 2027. Όπως αναφέρει, στην επόμενη ρυθμιστική περίοδο θα επανεξεταστεί ο βαθμός σύγκλισης που έχει επιτευχθεί, καθώς και η ωρίμανση των νέων δικτύων, με στόχο – εφόσον αυξηθεί η διείσδυση του φυσικού αερίου – να καταστεί εφικτή η μείωση των χρεώσεων για όλους τους καταναλωτές χωρίς περαιτέρω επιβαρύνσεις στις ώριμες περιοχές.
Γιατί υπήρχαν αποκλίσεις
Η υπόθεση ξεκίνησε μετά τη συγχώνευση των δικτύων Αττικής, Θεσσαλονίκης-Θεσσαλίας και πρώην ΔΕΔΑ κάτω από την enaon EDA. Η εταιρεία υποστήριξε ότι το υφιστάμενο σύστημα οδηγεί σε μεγάλες αποκλίσεις χρεώσεων μεταξύ περιοχών, με αποτέλεσμα καταναλωτές με παρόμοιο προφίλ να πληρώνουν πολύ διαφορετικά τέλη διανομής ανάλογα με το πού βρίσκονται.
Στην πρότασή της η enaon EDA ζήτησε ουσιαστικά την εφαρμογή ενιαίου τιμολογίου για τους οικιακούς και εμπορικούς πελάτες και σταδιακή σύγκλιση των βιομηχανικών χρεώσεων, υποστηρίζοντας ότι τα πολύ υψηλά τέλη στις νέες περιοχές ανάπτυξης του δικτύου λειτουργούν αποτρεπτικά για νέες συνδέσεις και δημιουργούν διαρκώς νέες υποανακτήσεις εσόδων.
Η ΡΑΑΕΥ αποδέχθηκε το βασικό σκεπτικό της εταιρείας. Στην απόφασή της αναφέρει ότι η σημερινή τιμολογιακή δομή δημιουργεί διακρίσεις μεταξύ καταναλωτών, ενώ τα υψηλά τιμολόγια στις αναπτυσσόμενες περιοχές αποτελούν εμπόδιο για τη διείσδυση του φυσικού αερίου και ενδέχεται να οδηγήσουν σε έναν φαύλο κύκλο αυξήσεων και χαμηλής ζήτησης. Παράλληλα επισημαίνει ότι η υφιστάμενη μεθοδολογία δημιουργεί «δομικές» υποανακτήσεις εσόδων για τον διαχειριστή, οι οποίες για την περίοδο 2023-2026 εκτιμώνται σε περίπου 70 εκατ. ευρώ.
www.worldenergynews.gr






