AD
Ενέργεια & Αγορές

Η Αίγυπτος εξοφλεί χρέη 6 δισ. δολαρίων στον ενεργειακό τομέα και ανοίγει τον δρόμο για νέα έκρηξη στο φυσικό αέριο

Η Αίγυπτος εξοφλεί χρέη 6 δισ. δολαρίων στον ενεργειακό τομέα και ανοίγει τον δρόμο για νέα έκρηξη στο φυσικό αέριο
Η χώρα έχει αναδειχθεί σε έναν από τους βασικούς στόχους της Δύσης στην αναζήτηση εναλλακτικών πηγών φυσικού αερίου μετά τη διακοπή των ρωσικών ροών που ακολούθησε την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία στις 24 Φεβρουαρίου 2022 
Η ανακοίνωση του υπουργού Πετρελαίου και Ορυκτών Πόρων της Αιγύπτου, Καρίμ Μπαντάουι, ότι η χώρα εξόφλησε όλες τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της προς τις ξένες πετρελαϊκές εταιρείες αποτελεί ιδιαίτερα θετική εξέλιξη τόσο για τις διεθνείς ενεργειακές επιχειρήσεις και τις κυβερνήσεις τους όσο και για την ίδια την Αίγυπτο. 

Η χώρα έχει αναδειχθεί σε έναν από τους βασικούς στόχους της Δύσης στην αναζήτηση εναλλακτικών πηγών φυσικού αερίου μετά τη διακοπή των ρωσικών ροών που ακολούθησε την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία στις 24 Φεβρουαρίου 2022.
 
Επισήμως, η Αίγυπτος διαθέτει περίπου 93 τρισεκατομμύρια κυβικά πόδια (Tcf) αποδεδειγμένων αποθεμάτων φυσικού αερίου, αν και ανεπίσημες εκτιμήσεις ανεβάζουν το μέγεθός τους σε τριπλάσιο ή και τετραπλάσιο επίπεδο. Η Γεωλογική Υπηρεσία των ΗΠΑ εκτιμά ότι μόνο η λεκάνη του Δέλτα του Νείλου ενδέχεται να περιέχει έως και 286 Tcf μη ανακαλυφθέντων αλλά τεχνικά εκμεταλλεύσιμων αποθεμάτων φυσικού αερίου. 

Η στρατηγική σημασία της χώρας ενισχύεται περαιτέρω από τη γεωγραφική της θέση πάνω σε κρίσιμες διαδρομές μεταφοράς υδρογονανθράκων, καθώς και από τη διαχρονική πολιτική επιρροή της στον αραβικό κόσμο. Η αποπληρωμή των περίπου 6,1 δισ. δολαρίων που οφείλονταν σε διεθνείς εταιρείες ανοίγει πλέον τον δρόμο για την προγραμματισμένη επέκταση δυτικών επενδύσεων σε έργα πετρελαίου και φυσικού αερίου σε ολόκληρη τη χώρα.
 
Ωστόσο, όπως συμβαίνει με κάθε σημαντικό ενεργειακό κέντρο παγκόσμιου ενδιαφέροντος, η Κίνα και η Ρωσία επιδιώκουν να αυξήσουν τη δική τους επιρροή και να αμφισβητήσουν το προβάδισμα που έχουν αποκτήσει οι δυτικές εταιρείες στην αιγυπτιακή αγορά.
 
Κοιτώντας προς το μέλλον, η Αίγυπτος έχει υιοθετήσει ένα αυστηρό, πολυεπίπεδο σύστημα οικονομικής προστασίας, σχεδιασμένο να αποτρέψει έναν νέο κύκλο εξάντλησης συναλλαγματικών αποθεμάτων και ανεξέλεγκτης διόγκωσης του χρέους. Η μαζική ανάπτυξη των κοιτασμάτων φυσικού αερίου της χώρας συνέβαλε στο παρελθόν στην επιδείνωση της νομισματικής κρίσης που ξέσπασε μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία. Η κρίση αυτή εκτόξευσε τις τιμές του σιταριού σε μια από τις μεγαλύτερες εισαγωγικές αγορές του κόσμου και προκάλεσε μαζική φυγή ξένων κεφαλαίων.
 
Στις 6 Μαρτίου 2024, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ενέκρινε την επέκταση του πακέτου οικονομικής στήριξης προς την Αίγυπτο στα 8 δισ. δολάρια, ενώ ακολούθησαν πρόσθετες δεσμεύσεις χρηματοδότησης από την Παγκόσμια Τράπεζα και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Κεντρικό στοιχείο του νέου πλαισίου αποτελεί η σημαντική μείωση της κρατικής συμμετοχής σε ενεργειακά έργα, περιορίζοντας έτσι την έκθεση του δημοσίου σε πιθανούς κινδύνους από καθυστερήσεις ή αποτυχίες επενδύσεων. 

Παράλληλα, η εγκατάλειψη της τεχνητής στήριξης της αιγυπτιακής λίρας από την Κεντρική Τράπεζα θεωρείται ότι θα μειώσει σημαντικά τον κίνδυνο νέας κρίσης χρέους που θα μπορούσε να οδηγήσει σε καθυστερήσεις πληρωμών προς τις διεθνείς πετρελαϊκές εταιρείες.
 
Μετά τη διευθέτηση των χρεών του ενεργειακού τομέα, η Αίγυπτος αναμένεται να προσελκύσει άμεσα νέο κύμα επενδύσεων από δυτικές εταιρείες. Η Shell στοχεύει στο τέταρτο τρίμηνο του έτους για την έναρξη παραγωγής φυσικού αερίου από το κοίτασμα Mina West στη θαλάσσια παραχώρηση Northeast El Amriya στη Μεσόγειο. 

Οι αρχικές δοκιμές καταγράφουν ημερήσια παραγωγή 45 εκατ. κυβικών ποδιών φυσικού αερίου και 1.000 βαρελιών συμπυκνωμάτων υψηλής αξίας, ενώ η πρώτη φάση του έργου προβλέπει διοχέτευση 160 εκατ. κυβικών ποδιών αερίου και 3.000 βαρελιών συμπυκνωμάτων ημερησίως στο εγχώριο δίκτυο.
 
Η Shell προχωρά επίσης σε περαιτέρω έρευνες στα κοιτάσματα Sirius και Velox στη λεκάνη του Ηροδότου. Παράλληλα, η Chevron ξεκίνησε νέες γεωτρήσεις στο γιγαντιαίο κοίτασμα Nargis, με εκτιμώμενα αποθέματα 3,5 Tcf φυσικού αερίου. Η αμερικανική εταιρεία εξασφάλισε επίσης ποσοστό 27% στο υπερβαθύ θαλάσσιο τεμάχιο North Cleopatra, όπου συμμετέχουν η Shell με 36%, η QatarEnergy με 27% και η Tharwa Petroleum με 10%.
 
Την ίδια στιγμή, η ιταλική Eni έχει δεσμευθεί για επενδύσεις ύψους 8 δισ. δολαρίων, περιλαμβανομένης της ταχείας ανάπτυξης του νέου κοιτάσματος Denise στην Ανατολική Μεσόγειο, το οποίο εκτιμάται ότι περιέχει περίπου 2 Tcf φυσικού αερίου. 

Η BP από τη Βρετανία ανακοίνωσε πρόγραμμα ερευνών ύψους 5 δισ. δολαρίων για νέες γεωτρήσεις στη Μεσόγειο και στο Δέλτα του Νείλου, βασιζόμενη στις προηγούμενες επενδύσεις των 12 δισ. δολαρίων στο έργο West Nile Delta.
 
Την ίδια ώρα, η Κίνα μετατοπίζει το ενδιαφέρον της από τις δραστηριότητες logistics και μεταποίησης στη Ζώνη Οικονομικής Ανάπτυξης της Διώρυγας του Σουέζ προς τον τομέα της έρευνας και παραγωγής υδρογονανθράκων. Η κρατική CNOOC ανακοίνωσε τον περασμένο Οκτώβριο την πρώτη της επένδυση στον αιγυπτιακό ενεργειακό κλάδο, εστιάζοντας σε θαλάσσια τεμάχια στη Μεσόγειο και την Ερυθρά Θάλασσα.
 
Παράλληλα, ο κινεζικός όμιλος United Energy Group υπέγραψε μνημόνιο συνεργασίας για κοινές επενδύσεις στην παραγωγή πετρελαίου και φυσικού αερίου, στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και στο περιφερειακό εμπόριο ενέργειας. Στο πλαίσιο μιας ευρύτερης στρατηγικής εφοδιαστικής αλυσίδας, κινεζικές εταιρείες δρομολόγησαν επίσης επένδυση 2,4 δισ. δολαρίων σε εγκαταστάσεις logistics και τερματικούς σταθμούς εμπορευματοκιβωτίων στο λιμάνι Ain Sokhna.
 
Από την πλευρά της, η Ρωσία θεωρεί την Αίγυπτο κρίσιμο γεωστρατηγικό εταίρο για την ανακατεύθυνση του εμπορίου της και τη δημιουργία μόνιμης ενεργειακής πύλης προς την Αφρική και τη Μέση Ανατολή, καθώς οι δυτικές κυρώσεις περιορίζουν τις διεθνείς της επιλογές. Η κρατική Zarubezhneft έχει δεσμευθεί για πρόγραμμα γεωτρήσεων ύψους 14 εκατ. δολαρίων στο χερσαίο μπλοκ North Khatatba στο Δέλτα του Νείλου, ενώ η Rosneft διατηρεί ποσοστό 30% στο γιγαντιαίο κοίτασμα Zohr.
 
Σε ευρύτερο επίπεδο, ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν έχει προτείνει τη μετατροπή της Αιγύπτου σε κεντρικό ρωσικό κόμβο διακίνησης σιτηρών και ενέργειας, συνδυάζοντας τις εξαγωγές καυσίμων και αγροτικών προϊόντων με στόχο την παράκαμψη ευρωπαϊκών ναυτιλιακών περιορισμών. 

Οι μακροπρόθεσμες φιλοδοξίες της Μόσχας αποτυπώνονται και στο πακέτο χρηματοδότησης ύψους 25 δισ. δολαρίων που συμφωνήθηκε το 2017 για την κατασκευή του πυρηνικού σταθμού El-Dabaa. Αν και το έργο έχει προχωρήσει περίπου κατά το ένα τρίτο, επισήμως εξακολουθεί να προβλέπεται η σύνδεση του πρώτου αντιδραστήρα με το δίκτυο ηλεκτροδότησης το 2028 και η πλήρης λειτουργία και των τεσσάρων μονάδων έως το 2030.
 
Η έντονη επιδίωξη τόσο των δυτικών όσο και των ανατολικών δυνάμεων να ενισχύσουν την παρουσία τους στην Αίγυπτο δεν οφείλεται μόνο στα ενεργειακά της αποθέματα. Η χώρα είναι η μοναδική στην ανατολική Μεσόγειο που διαθέτει λειτουργική δυνατότητα εξαγωγών υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), γεγονός που της επιτρέπει να εξελιχθεί σε κορυφαίο περιφερειακό εξαγωγικό κόμβο.
 
Εξίσου σημαντικός είναι ο έλεγχος της Διώρυγας του Σουέζ, ενός από τα σημαντικότερα θαλάσσια περάσματα παγκοσμίως, μέσω του οποίου διέρχεται περίπου το 10% των παγκόσμιων μεταφορών πετρελαίου και LNG. Η Αίγυπτος ελέγχει επίσης τον αγωγό SUMED, που συνδέει τον τερματικό σταθμό Ain Sokhna στον Κόλπο του Σουέζ με το εξαγωγικό κέντρο του Sidi Kerir στη Μεσόγειο, προσφέροντας εναλλακτική διαδρομή για τη μεταφορά αργού πετρελαίου χωρίς τη χρήση της Διώρυγας.
 
Η στρατηγική αξία του αιγυπτιακού συστήματος μεταφοράς ενέργειας ενισχύεται περαιτέρω από το γεγονός ότι αποτελεί ένα από τα ελάχιστα μεγάλα ενεργειακά περάσματα που δεν βρίσκονται υπό άμεση κινεζική επιρροή. Το Πεκίνο έχει ήδη ισχυρή παρουσία στα Στενά του Ορμούζ μέσω της 25ετούς συμφωνίας στρατηγικής συνεργασίας με το Ιράν, ενώ η επιρροή του εκτείνεται και στο στενό Μπαμπ ελ Μαντέμπ, μέσω των δεσμών του με το Ιράν και της οικονομικής εξάρτησης του Τζιμπουτί από κινεζικά δάνεια που συνδέονται με την πρωτοβουλία
«Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος».
 
Τέλος, η Αίγυπτος εξακολουθεί να θεωρείται μία από τις σημαντικότερες πολιτικές δυνάμεις του αραβικού κόσμου, ανταγωνιζόμενη σε πολλές περιπτώσεις ακόμη και τη Σαουδική Αραβία. Το Κάιρο υπήρξε βασικός πυλώνας του παναραβισμού μετά τους δύο Παγκόσμιους Πολέμους, με κύριο εκφραστή τον Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ, ο οποίος κυβέρνησε τη χώρα από το 1954 έως το 1970. Η περίοδος αυτή σημαδεύτηκε από τη δημιουργία της Ηνωμένης Αραβικής Δημοκρατίας με τη Συρία, την ίδρυση του OPEC, τις επαναλαμβανόμενες συγκρούσεις με το Ισραήλ και το πετρελαϊκό εμπάργκο του 1973-74.
 
Για τη Δύση αλλά και για την Ανατολή, η Αίγυπτος παραμένει κάτι πολύ περισσότερο από μια χώρα με σημαντικά αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου. Αποτελεί το μοναδικό κράτος της περιοχής που συνδυάζει μεγάλα ενεργειακά αποθέματα, δυνατότητα εξαγωγών LNG, έλεγχο κρίσιμων θαλάσσιων οδών και μια ιστορική κληρονομιά πολιτικής ηγεσίας στον αραβικό κόσμο.
 
www.worldenergynews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Δείτε επίσης