AD

Η ευρωπαϊκή στρατηγική για την αποθήκευση και η θέση της Ελλάδας για την κρίσιμη παράμετρο της ενεργειακής μετάβασης

Η ευρωπαϊκή στρατηγική για την αποθήκευση και η θέση της Ελλάδας για την κρίσιμη παράμετρο της ενεργειακής μετάβασης
Η εμπειρία των πιο ώριμων ευρωπαϊκών αγορών δείχνει ότι οι επενδύσεις ακολουθούν εκεί όπου υπάρχουν σαφείς κανόνες συμμετοχής στις αγορές ηλεκτρισμού, αποτελεσματικοί μηχανισμοί αποζημίωσης των υπηρεσιών ευελιξίας και ταχύτερες διαδικασίες σύνδεσης με τα δίκτυα

Σε μια νέα, πιο σύνθετη φάση εισέρχεται η ενεργειακή μετάβαση της Ευρώπης. Εάν την προηγούμενη δεκαετία το βάρος δόθηκε στη ραγδαία ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ), σήμερα το επίκεντρο μετατοπίζεται στη δυνατότητα των ηλεκτρικών συστημάτων να διαχειρίζονται αποτελεσματικά τη νέα πραγματικότητα. Η αποθήκευση ενέργειας αναδεικνύεται στον κρίσιμο κρίκο που θα καθορίσει όχι μόνο την περαιτέρω διείσδυση της «πράσινης» ενέργειας, αλλά και την ασφάλεια εφοδιασμού, τη σταθερότητα των δικτύων και τελικά την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Η αλλαγή γίνεται εμφανής τόσο στις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και στην ίδια την αγορά. Εκεί όπου μέχρι πρόσφατα η συζήτηση επικεντρωνόταν κυρίως στην εγκατάσταση νέων αιολικών και φωτοβολταϊκών πάρκων, σήμερα το ενδιαφέρον έχει μετατοπιστεί στις υποδομές που θα επιτρέψουν την αποτελεσματική αξιοποίηση της καθαρής ηλεκτροπαραγωγής όπως είναι τα ηλεκτρικά δίκτυα, οι διασυνδέσεις, η ευελιξία του συστήματος και, κυρίως, η αποθήκευση ενέργειας.

Η στροφή αποτυπώνεται πλέον και στους αριθμούς. Σύμφωνα με τη 10η έκδοση του European Market Monitor on Energy Storage (EMMES), η Ευρώπη ξεπέρασε για πρώτη φορά το ορόσημο των 100 GW εγκατεστημένης ισχύος αποθήκευσης, φθάνοντας τα 102,7 GW το 2025. Η συγκεκριμένη ισχύς αφορά το σύνολο των τεχνολογιών αποθήκευσης - από την αντλησιοταμίευση έως τις μπαταρίες - και αποτυπώνει τη σταδιακή μετατροπή της αποθήκευσης σε βασικό πυλώνα του ευρωπαϊκού ηλεκτρικού συστήματος. Την ίδια χρονιά εγκαταστάθηκαν 13,5 GW (26,4 GWh) νέων ηλεκτροχημικών συστημάτων αποθήκευσης, σημειώνοντας νέο ιστορικό υψηλό για την ευρωπαϊκή αγορά μπαταριών.

Οι προβλέψεις της έκθεσης είναι ακόμη πιο εντυπωσιακές, καθώς εκτιμάται ότι έως το 2030 θα προστεθούν επιπλέον 153 GW (485,5 GWh) μπαταριών, γεγονός που κατατάσσει την αποθήκευση μεταξύ των ταχύτερα αναπτυσσόμενων ενεργειακών κλάδων στην Ευρώπη.

Παρά τη θεαματική πρόοδο, η   Κομισιόν εκτιμά ότι η ανάπτυξη πρέπει να επιταχυνθεί σημαντικά. Σύμφωνα με τον σχεδιασμό της, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα χρειαστεί περίπου 200 GW αποθηκευτικής ισχύος έως το 2030, προκειμένου να υποστηρίξει τον περαιτέρω εξηλεκτρισμό της οικονομίας και την αυξανόμενη συμμετοχή των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Η συγκεκριμένη ανάγκη εξηγεί γιατί η αποθήκευση αντιμετωπίζεται πλέον   ως υποδομή στρατηγικής σημασίας, αντίστοιχη με τα δίκτυα μεταφοράς και τις διεθνείς ηλεκτρικές διασυνδέσεις.

Η νέα προσέγγιση αποτυπώθηκε και θεσμικά στις 26 Ιουνίου, όταν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, 22 κράτη-μέλη και εκπρόσωποι της ενεργειακής βιομηχανίας υπέγραψαν στο Λουξεμβούργο την πρώτη ευρωπαϊκή τριμερή συμφωνία για την αποθήκευση ενέργειας. Η συμφωνία προβλέπει την ανάληψη συγκεκριμένων δεσμεύσεων από τα συμμετέχοντα κράτη για την περίοδο 2026-2028, με τις έως σήμερα εθνικές δεσμεύσεις να αντιστοιχούν σε περίπου 30-35 GW νέας αποθηκευτικής ισχύος, ενώ ο συνολικός στόχος της πρωτοβουλίας είναι να κινητοποιήσει επενδύσεις που μπορούν να οδηγήσουν σε έως και 45 GW νέων έργων αποθήκευσης έως το 2028.

Παράλληλα, προβλέπεται στενότερη συνεργασία μεταξύ κρατών, χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, βιομηχανίας και επενδυτών, ώστε να επιταχυνθούν οι αδειοδοτήσεις, να διευκολυνθεί η χρηματοδότηση και να αναπτυχθούν οι απαραίτητοι μηχανισμοί αγοράς που θα καταστήσουν την αποθήκευση οικονομικά βιώσιμη χωρίς συνεχή κρατική στήριξη.

Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων ανακοίνωσε ότι διευρύνει τα χρηματοδοτικά εργαλεία της για τον κλάδο, επεκτείνοντας τις εγγυήσεις και τα επενδυτικά μέσα που αφορούν τόσο την παραγωγή εξοπλισμού όσο και την ανάπτυξη έργων αποθήκευσης. Η πρωτοβουλία εντάσσεται στη συνολικότερη ευρωπαϊκή προσπάθεια ενίσχυσης της βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας και μείωσης της εξάρτησης από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα, μέσω της μεγαλύτερης αξιοποίησης της εγχώριας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.

Πίσω από τις συγκεκριμένες πρωτοβουλίες βρίσκεται μια πραγματικότητα που γίνεται ολοένα πιο εμφανής στις ευρωπαϊκές αγορές ηλεκτρισμού. Η αυξημένη παραγωγή από φωτοβολταϊκά και αιολικά οδηγεί όλο και συχνότερα σε ώρες με πολύ χαμηλές ή ακόμη και αρνητικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ σε άλλες χρονικές περιόδους το σύστημα εξακολουθεί να χρειάζεται ευέλικτες μονάδες για να καλύψει τη ζήτηση. Με άλλα λόγια, η Ευρώπη δεν αντιμετωπίζει έλλειμμα παραγωγής καθαρής ενέργειας, αλλά έλλειμμα ευελιξίας. Η αποθήκευση καλείται να καλύψει ακριβώς αυτό το κενό, περιορίζοντας τις περικοπές παραγωγής από ΑΠΕ, εξομαλύνοντας τις διακυμάνσεις των τιμών και μειώνοντας το συνολικό κόστος λειτουργίας του ηλεκτρικού συστήματος.

Η εικόνα   αποκτά ιδιαίτερη σημασία και για την Ελλάδα. Η χώρα συγκαταλέγεται στις ευρωπαϊκές αγορές με τη μεγαλύτερη ανάπτυξη φωτοβολταϊκών τα τελευταία χρόνια και ήδη αντιμετωπίζει αυξημένες περικοπές πράσινης παραγωγής κατά τις ώρες υψηλής ηλιοφάνειας. Το γεγονός αυτό καθιστά την ανάπτυξη της αποθήκευσης   μια άμεση εθνική ανάγκη, καθώς η δυνατότητα περαιτέρω ανάπτυξης των ΑΠΕ θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την ταχύτητα με την οποία θα αναπτυχθούν οι υποδομές αποθήκευσης και οι μηχανισμοί ευελιξίας του ηλεκτρικού συστήματος.

Οι αγορές που οδηγούν την ευρωπαϊκή κούρσα

Αν η ευρωπαϊκή στρατηγική δίνει το πολιτικό σήμα, η πραγματική εικόνα διαμορφώνεται πλέον στις επιμέρους αγορές. Τα τελευταία δύο χρόνια η ανάπτυξη της αποθήκευσης έχει αποκτήσει διαφορετικά χαρακτηριστικά ανά χώρα, ανάλογα με τη δομή της αγοράς ηλεκτρισμού, τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά εργαλεία και το κανονιστικό πλαίσιο.

Η Γερμανία εξακολουθεί να αποτελεί τη μεγαλύτερη αγορά μπαταριών στην Ευρώπη, όχι μόνο λόγω του μεγέθους του ενεργειακού της συστήματος, αλλά και επειδή ανέπτυξε νωρίς   την οικιακή αποθήκευση   και τις μεγάλες μονάδες δικτύου. Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση της SolarPower Europe, η χώρα διατηρεί την πρώτη θέση στις εγκατεστημένες μπαταρίες, ενώ μαζί με την Ιταλία αντιπροσωπεύει σχεδόν το 60% της συνολικής λειτουργούσας ισχύος μπαταριών στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η εικόνα, ωστόσο, αλλάζει γρήγορα. Ενδεικτικό είναι ότι έως και λίγα χρόνια πριν η ανάπτυξη βασιζόταν κυρίως σε οικιακά συστήματα που συνδυάζονταν με φωτοβολταϊκά στις στέγες, ενώ πλέον η μεγαλύτερη ώθηση προέρχεται από τα έργα μεγάλης κλίμακας. Για πρώτη φορά το 2025, περισσότερο από το ήμισυ της νέας εγκατεστημένης ισχύος μπαταριών στην Ευρώπη προήλθε από utility-scale έργα, εξέλιξη που αντανακλά τις αυξανόμενες ανάγκες ευελιξίας των ηλεκτρικών συστημάτων αλλά και τη βελτίωση της οικονομικής βιωσιμότητας των μεγάλων επενδύσεων.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα   της μετάβασης αποτελεί η Ιταλία. Η χώρα έχει αναπτύξει ειδικούς μηχανισμούς στήριξης για μεγάλα έργα αποθήκευσης, συνδυάζοντάς τους με τις ανάγκες του διαχειριστή του συστήματος μεταφοράς. Το αποτέλεσμα είναι να συγκαταλέγεται πλέον στις ταχύτερα αναπτυσσόμενες αγορές μπαταριών στην Ευρώπη και να προσελκύει σημαντικά διεθνή επενδυτικά κεφάλαια.

Εντυπωσιακή δυναμική εμφανίζουν αντίστοιχα η Πολωνία και το Βέλγιο χάρη στη λειτουργία ώριμων μηχανισμών επάρκειας ισχύος (capacity markets), οι οποίοι παρέχουν μεγαλύτερη προβλεψιμότητα στα έσοδα των επενδυτών.

Παράλληλα, η Ισπανία και η Βουλγαρία αναδεικνύονται σε νέους πόλους ανάπτυξης, αξιοποιώντας ειδικά προγράμματα στήριξης για έργα μεγάλης κλίμακας. Οι δύο χώρες δεν περιορίστηκαν στη χρηματοδότηση των επενδύσεων, αλλά προχώρησαν και σε στοχευμένες παρεμβάσεις για την επιτάχυνση των αδειοδοτήσεων και της σύνδεσης με τα δίκτυα, αντιμετωπίζοντας δύο από τα σημαντικότερα εμπόδια που εξακολουθούν να συναντούν οι επενδυτές στην Ευρώπη.

Την ίδια στιγμή, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι αγορές που διαθέτουν ακόμη μικρή εγκατεστημένη ισχύ αλλά πολύ μεγάλο επενδυτικό χαρτοφυλάκιο. Σύμφωνα με στοιχεία της Ember, η Τουρκία εμφανίζει σήμερα το μεγαλύτερο pipeline έργων αποθήκευσης στην Ευρώπη, ακολουθούμενη από τη Γερμανία, την Πολωνία και την Ιταλία. Αν και σημαντικό μέρος των έργων θα χρειαστεί χρόνο μέχρι να υλοποιηθεί, η εικόνα δείχνει πόσο έντονος έχει γίνει ο ανταγωνισμός για την ανάπτυξη νέων μονάδων αποθήκευσης.

Πίσω από αυτή την κινητικότητα βρίσκεται η διαπίστωση ότι η τεχνολογία από μόνη της δεν αρκεί. Όπως επισημαίνουν τόσο η Energy Storage Europe όσο και η SolarPower Europe, οι χώρες που προσελκύουν τις περισσότερες επενδύσεις είναι εκείνες που έχουν διαμορφώσει σταθερό κανονιστικό πλαίσιο, ταχύτερες διαδικασίες αδειοδότησης, ευκολότερη πρόσβαση στα δίκτυα και αγορές που αμείβουν τις υπηρεσίες ευελιξίας που προσφέρουν οι μπαταρίες. Με άλλα λόγια, ο ανταγωνισμός μεταφέρεται κυρίως στην ποιότητα του θεσμικού πλαισίου κάθε χώρας και λιγότερο στο κόστος της τεχνολογίας.

Η επόμενη πρόκληση για την ελληνική αγορά αποθήκευσης

Όσο για την Ελλάδα διαθέτει πλέον ένα από τα μεγαλύτερα επενδυτικά pipelines έργων αποθήκευσης στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, όμως βρίσκεται ακόμη στη αρχική φάση κατά την οποία οι πρώτες επενδύσεις μετατρέπονται σε λειτουργούντα έργα. Το κατά πόσο θα μπορέσει να ακολουθήσει τον ρυθμό των πιο ώριμων ευρωπαϊκών αγορών θα εξαρτηθεί λιγότερο από το ενδιαφέρον των επενδυτών - το οποίο είναι ήδη ισχυρό - και περισσότερο από την ταχύτητα με την οποία θα εξελιχθούν οι συνδέσεις στα δίκτυα, οι αγορές ευελιξίας και η συνολική ρυθμιστική σταθερότητα. Άλλωστε, το ενδιαφέρον της αγοράς έχει ήδη αποτυπωθεί στην   πρόσκληση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας για τα έργα εμπορικής αποθήκευσης. Για τα διαθέσιμα 4,7 GW ηλεκτρικού χώρου υποβλήθηκαν περίπου 800 αιτήσεις, με τη ζήτηση να υπερβαίνει κατά πολύ τη διαθέσιμη ισχύ, ιδιαίτερα στο σύστημα μεταφοράς του ΑΔΜΗΕ, όπου οι αιτήσεις ξεπέρασαν τα 10 GW για διαθέσιμη ισχύ 3,8 GW.

Η διαδικασία αξιολόγησης των περίπου φακέλων, πάντως, προχωρά κανονικά, με την ολοκλήρωσή της να αναμένεται εντός των επόμενων ημερών, ενώ οι σχετικές λίστες θα αποσταλούν σε ΔΕΔΔΗΕ και ΑΔΜΗΕ έως το τέλος του μήνα, ώστε να διαμορφωθεί η τελική κατάταξη των δικαιούχων.  Σύμφωνα με τις έως τώρα εκτιμήσεις, η πλειονότητα των αιτήσεων - περί το 90% - πληροί τα κριτήρια συμμετοχής, ενώ η έκδοση των τελικών λιστών δικαιούχων παραμένει προγραμματισμένη για τον Σεπτέμβριο, με πιθανή παράταση το αργότερο έως τον Οκτώβριο. 

Σε κάθε περίπτωση το ζητούμενο δεν είναι  να αυξηθεί ο αριθμός των έργων, αλλά να δημιουργηθεί ένα σταθερό και προβλέψιμο περιβάλλον λειτουργίας τους. Η εμπειρία των πιο ώριμων ευρωπαϊκών αγορών δείχνει ότι οι επενδύσεις ακολουθούν εκεί όπου υπάρχουν σαφείς κανόνες συμμετοχής στις αγορές ηλεκτρισμού, αποτελεσματικοί μηχανισμοί αποζημίωσης των υπηρεσιών ευελιξίας και ταχύτερες διαδικασίες σύνδεσης με τα δίκτυα. Η Ελλάδα έχει ήδη κάνει σημαντικά βήματα προς αυτή την κατεύθυνση, ωστόσο αρκετοί επενδυτές εξακολουθούν να επισημαίνουν ότι η αβεβαιότητα γύρω από τα χρονοδιαγράμματα σύνδεσης και τη λειτουργία της αγοράς παραμένει ένας από τους βασικούς παράγοντες κινδύνου.

Ταυτόχρονα, η ίδια η αγορά αρχίζει να ωριμάζει. Η ΡΑΑΕΥ προχώρησε τον Ιούνιο στην παύση ισχύος αδειών αποθήκευσης για έργα που δεν υπέβαλαν εμπρόθεσμα αίτηση για Οριστική Προσφορά Σύνδεσης, σε μια προσπάθεια να εκκαθαριστεί το χαρτοφυλάκιο από επενδύσεις που δεν προχωρούν και να απελευθερωθεί ηλεκτρικός χώρος για πιο ώριμα έργα. Η εξέλιξη   θεωρείται αναγκαίο βήμα για να περάσει η αγορά από την περίοδο της μαζικής αδειοδότησης σε μια φάση ουσιαστικής υλοποίησης.

www.worldenergynews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Δείτε επίσης