Οι συνομιλίες πραγματοποιούνται καθώς η εγχώρια παραγωγή φυσικού αερίου της Αιγύπτου αδυνατεί να καλύψει τη διαρκώς αυξανόμενη ζήτηση, ενώ οι διεθνείς αγορές LNG παραμένουν ιδιαίτερα πιεσμένες λόγω της σύγκρουσης με το Ιράν, η οποία έχει περιορίσει τη ναυσιπλοΐα μέσω των Στενών του Ορμούζ και έχει εντείνει τον ανταγωνισμό μεταξύ των αγοραστών που επιδιώκουν να εξασφαλίσουν προμήθειες.
Δύο από τις πηγές ανέφεραν ότι οι διαπραγματεύσεις βρίσκονται σε εξέλιξη με εταιρείες όπως οι Shell, TotalEnergies, BP, καθώς και με τον εμπορικό οίκο εμπορευμάτων Hartree Partners.
«Υπάρχει ισχυρή βούληση να συνεργαστούμε με αμερικανικές εταιρείες», δήλωσε τρίτη πηγή.
Η διάρκεια των συμφωνιών ενδέχεται να κυμαίνεται από τρία έως πέντε χρόνια, ωστόσο δεν έχουν ακόμη οριστικοποιηθεί, πρόσθεσαν οι ίδιες πηγές.
Εκτοξεύεται το κόστος εισαγωγών
Παρότι η αιγυπτιακή οικονομία παρέμεινε γενικά σταθερή παρά τη σύγκρουση ΗΠΑ–Ισραήλ με το Ιράν, το κόστος των ενεργειακών εισαγωγών έχει αυξηθεί κατακόρυφα.
Ο λογαριασμός για τις εισαγωγές φυσικού αερίου σχεδόν τριπλασιάστηκε, από περίπου 560 εκατ. δολάρια πριν από τη σύγκρουση σε περίπου 1,65 δισ. δολάρια τον Μάρτιο, για τις ίδιες περίπου ποσότητες.
Σύμφωνα με υπολογισμούς του Reuters, οι νέες συμφωνίες εισαγωγής θα μπορούσαν να κοστίζουν στην πολυπληθέστερη αραβική χώρα μεταξύ 8 και 11 δισ. δολαρίων ετησίως. Η εκτίμηση βασίζεται σε πρόσφατες συμφωνίες με τιμολόγηση περίπου 1,5 δολάριο πάνω από τον δείκτη TTF, που αποτελεί το βασικό ευρωπαϊκό σημείο αναφοράς για τις τιμές φυσικού αερίου.
Αυτό θα αποτελέσει πρόσθετη πρόκληση για την κυβέρνηση, η οποία ήδη αντιμετωπίζει υψηλό δημόσιο χρέος που απορροφά το μεγαλύτερο μέρος του κρατικού προϋπολογισμού, ενώ το εθνικό νόμισμα παραμένει υπό πίεση από την έναρξη της περιφερειακής κρίσης.
Κάθε δολάριο που δαπανάται για εισαγωγές LNG και καυσίμων είναι ένα δολάριο λιγότερο διαθέσιμο για δημόσιες δαπάνες, επενδύσεις ή ενίσχυση των συναλλαγματικών αποθεμάτων.
«Οι συνεχιζόμενες διαπραγματεύσεις της Αιγύπτου για προμήθειες LNG μεσοπρόθεσμης διάρκειας, σε συνδυασμό με την επέκταση υφιστάμενων και σχεδιαζόμενων συμφωνιών για προμήθεια φυσικού αερίου μέσω αγωγών, αντανακλούν την προσπάθεια της χώρας να μειώσει την εξάρτησή της από την ευμετάβλητη αγορά άμεσων αγορών (spot market), εν μέσω συνεχιζόμενης γεωπολιτικής αβεβαιότητας», δήλωσε ο Aly Blakeway, επικεφαλής του τομέα Atlantic LNG στην S&P Global Energy.
Εκτίμηση της UBS που δημοσιεύθηκε την περασμένη εβδομάδα ανέφερε ότι οι μεγάλοι τεχνολογικοί κολοσσοί («hyperscalers») αναμένεται να επενδύσουν συνολικά 673 δισ. δολάρια φέτος για την ανάπτυξη κέντρων δεδομένων (data centers).
Η αβεβαιότητα αυτή περιλαμβάνει τόσο τον πόλεμο Ρωσίας–Ουκρανίας όσο και τις εντάσεις μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν, πρόσθεσε ο Blakeway.
Μειώνεται η παραγωγή
Η Αίγυπτος εισήγαγε συνολικά 985 δισ. κυβικά πόδια φυσικού αερίου κατά την περίοδο από τον Ιούλιο του 2025 έως τον Ιούνιο του 2026, συμπεριλαμβανομένων ποσοτήτων από το Ισραήλ και φορτίων LNG από άλλες πηγές.
Σύμφωνα με επίσημα έγγραφα που είδε το Reuters, οι εισαγωγές εκτιμάται ότι θα αυξηθούν στα 1.081 δισ. κυβικά πόδια την περίοδο Ιουλίου 2026 – Ιουνίου 2027.
Η αύξηση των εισαγωγών αντικατοπτρίζει τη συνεχιζόμενη μείωση της εγχώριας παραγωγής φυσικού αερίου, παρά τις επανειλημμένες κυβερνητικές δεσμεύσεις για ενίσχυσή της και την εξόφληση των οφειλών προς τις ξένες ενεργειακές εταιρείες.
Η μηνιαία παραγωγή κατά το οικονομικό έτος 2025–2026 διαμορφώθηκε κατά μέσο όρο κάτω από τα 4,4 δισ. κυβικά πόδια ημερησίως και αναμένεται να μειωθεί περαιτέρω στα 4,2 δισ. κυβικά πόδια ημερησίως κατά το τρέχον οικονομικό έτος.






