AD

Οι ΗΠΑ αφήνουν την Ευρώπη πίσω στη μάχη για τις κρίσιμες ορυκτές πρώτες ύλες

Οι ΗΠΑ αφήνουν την Ευρώπη πίσω στη μάχη για τις κρίσιμες ορυκτές πρώτες ύλες
Οι Financial Times επισημαίνουν ότι η ΕΕ επιχειρεί πλέον μια διαφορετική προσέγγιση για τη δημιουργία μιας εντελώς νέας αλυσίδας εφοδιασμού κρίσιμων ορυκτών από το μηδέν: χαρακτηρίζοντας ορισμένα έργα εξόρυξης, επεξεργασίας και ανακύκλωσης ως στρατηγικά, ώστε να μπορούν να ακολουθούν ταχείες διαδικασίες αδειοδότησης 
Οι Ηνωμένες Πολιτείες προχωρούν με ταχείς ρυθμούς στην υλοποίηση των σχεδίων τους για τις κρίσιμες ορυκτές πρώτες ύλες, επενδύοντας δισεκατομμύρια δολάρια για τη διασφάλιση εφοδιασμού που δεν εξαρτάται από την Κίνα.

Την ίδια ώρα, στην Ευρώπη, η κεντρική διοίκηση της ΕΕ «διστάζει, υπερρυθμίζει, μιλά και χάνει χρόνο». Η ΕΕ βρισκόταν ήδη πίσω από τις ΗΠΑ στον τομέα των κρίσιμων ορυκτών. Τώρα έχει μείνει ακόμη περισσότερο πίσω, γεγονός που σημαίνει ότι απαιτείται πολύ μεγαλύτερη προσπάθεια για να καλύψει τη διαφορά.
 
Η παραπάνω εκτίμηση προέρχεται από τον επικεφαλής ενός πανευρωπαϊκού οργανισμού που εκπροσωπεί εταιρείες του κλάδου των κρίσιμων ορυκτών. Ο Μπερντ Σέφερ μίλησε αυτόν τον μήνα στους Financial Times, εκφράζοντας τη δυσαρέσκειά του για τον αργό ρυθμό των επενδύσεων στις συγκεκριμένες πρώτες ύλες από τις ευρωπαϊκές χώρες, υπό τον συντονισμό των ευρωπαϊκών αρχών στις Βρυξέλλες.
 
«Θαυμάζω πραγματικά τους Αμερικανούς, επειδή παίρνουν μια ιδέα και προχωρούν στην υλοποίησή της, ενώ εμείς οι Ευρωπαίοι διστάζουμε, υπερρυθμίζουμε, μιλάμε και χάνουμε χρόνο», δήλωσε επίσης ο Σέφερ. Πρόκειται για μια θέση με την οποία οι πολιτικοί και οι διοικητικοί παράγοντες στις Βρυξέλλες είναι μάλλον απίθανο να συμφωνήσουν. Αντίθετα, στους πολιτικούς κύκλους της ΕΕ επικρατεί η άποψη ότι οι ΗΠΑ ουσιαστικά έχουν προδώσει τη συμμαχία μεταξύ Ουάσιγκτον και Βρυξελλών, επιδιώκοντας τα δικά τους συμφέροντα στον τομέα των κρίσιμων ορυκτών, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τα αντίστοιχα συμφέροντα της ΕΕ. Παράλληλα, οι ΗΠΑ είναι πιο γενναιόδωρες στις επενδύσεις και στις δεσμεύσεις αγοράς της παραγωγής, εις βάρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
 
Αρκετά δημοσιεύματα έχουν καταγράψει τους τελευταίους μήνες την προσπάθεια της κυβέρνησης Τραμπ να δημιουργήσει ταχύτατα μια αλυσίδα εφοδιασμού κρίσιμων ορυκτών που δεν θα εξαρτάται από τις κινεζικές προμήθειες ή την κινεζική τεχνολογία επεξεργασίας.

Δισεκατομμύρια δολάρια έχουν διοχετευθεί τόσο στην αμερικανική παραγωγή και στις τεχνολογίες επεξεργασίας όσο και σε συμβάσεις προμήθειας με άλλες χώρες, κυρίως στη Λατινική Αμερική. Με άλλα λόγια, οι Αμερικανοί απευθύνθηκαν σε χώρες με κοιτάσματα κρίσιμων ορυκτών διαθέτοντας βαθιές τσέπες, τις οποίες, δυστυχώς, τα κράτη-μέλη της ΕΕ δεν διαθέτουν για μια σειρά από λόγους, όπως οι δεσμεύσεις για άλλες πρωτοβουλίες και μια λιγότερο επιθετική δημοσιονομική πολιτική.
 
Οι Financial Times επισημαίνουν ότι η ΕΕ επιχειρεί πλέον μια διαφορετική προσέγγιση για τη δημιουργία μιας εντελώς νέας αλυσίδας εφοδιασμού κρίσιμων ορυκτών από το μηδέν: χαρακτηρίζοντας ορισμένα έργα εξόρυξης, επεξεργασίας και ανακύκλωσης ως στρατηγικά, ώστε να μπορούν να ακολουθούν ταχείες διαδικασίες αδειοδότησης.

Ακόμη και με τις διαδικασίες ταχείας έγκρισης, ωστόσο, τα νέα μεταλλευτικά έργα χρειάζονται έως και μία δεκαετία για να ξεκινήσουν εμπορική παραγωγή, ενώ ορισμένα απαιτούν ακόμη περισσότερο χρόνο. Θα ήταν, επομένως, αφελές να θεωρεί κανείς ότι το ισχυρό οικολογικό λόμπι στην ΕΕ θα αποδεχόταν την ανάπτυξη νέων εξορυκτικών δραστηριοτήτων στην ευρωπαϊκή ήπειρο χωρίς αντιδράσεις.
 
Και δεν είναι μόνο οι περιβαλλοντικές οργανώσεις. Το σερβικό έργο λιθίου Jadar αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η ΕΕ έχει χαρακτηρίσει το Jadar στρατηγικό έργο, παρότι βρίσκεται εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ωστόσο, οι τοπικές κοινωνίες αντιτίθενται στο έργο και εκφράζουν τις αντιδράσεις τους δυναμικά και δημόσια.

Δεν υπάρχει λόγος να πιστεύει κανείς ότι άλλα μεταλλευτικά έργα σε ευρωπαϊκές χώρες θα αντιμετωπίζονταν διαφορετικά από τις τοπικές κοινωνίες, δεδομένης της φύσης της εξορυκτικής βιομηχανίας. Η Ευρώπη αντιμετωπίζει ένα σοβαρό σύνδρομο NIMBY, δηλαδή την αντίδραση «ναι στην ανάπτυξη, αλλά όχι στην περιοχή μου».
 
Στο εξωτερικό, από τη μία πλευρά βρίσκονται οι ΗΠΑ με τις βαθιές τσέπες τους και, φυσικά, η Κίνα. Η ΕΕ έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι επιθυμεί να μειώσει την εξάρτησή της από την Κίνα σχεδόν σε κάθε τομέα και το έχει κάνει με ιδιαίτερα σαφή τρόπο, μόνο και μόνο για να διαβεβαιώσει στη συνέχεια το Πεκίνο ότι επιθυμεί επίσης συνεργασία σε κρίσιμους τομείς, αφού η Κίνα αντέδρασε, όπως ήταν αναμενόμενο, στη σχετική ρητορική.

Η ειρωνεία είναι ότι η ΕΕ κινδυνεύει να καταστεί εξίσου εξαρτημένη από τις ΗΠΑ για τις κρίσιμες ορυκτές πρώτες ύλες όσο είναι σήμερα από την Κίνα. Με άλλα λόγια, όπως και στον τομέα της ενέργειας, η εισαγωγικά εξαρτώμενη ΕΕ κινδυνεύει να αντικαταστήσει έναν βασικό προμηθευτή με έναν άλλον — και κανένας από τους δύο δεν αποτελεί πραγματικό της φίλο, καθώς στη γεωπολιτική δεν υπάρχουν πραγματικοί φίλοι.
 
«Είτε συμφωνεί κανείς είτε διαφωνεί με τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση Τραμπ επιδιώκει να διασφαλίσει τις αλυσίδες εφοδιασμού κρίσιμων πρώτων υλών, μέσα σε 18 μήνες έχει σίγουρα κλείσει περισσότερες συμφωνίες από όσες έχει συνάψει η Ευρώπη την τελευταία δεκαετία», δήλωσε στους Financial Times σύμβουλος σε έργα κρίσιμων ορυκτών στην Ευρώπη.
 
Πράγματι, ο πρόεδρος Τραμπ έχει θέσει την επέκταση στον τομέα των κρίσιμων ορυκτών ως ζήτημα εθνικής ασφάλειας, κάτι που γίνεται εύκολα αντιληπτό αν αναλογιστεί κανείς πόσα κρίσιμα στοιχεία χρησιμοποιούνται στα ηλεκτρονικά και στην αμυντική βιομηχανία. Ωστόσο, ούτε για τις ΗΠΑ είναι όλα ομαλά. Στο εσωτερικό της χώρας, για παράδειγμα, η πρόοδος υπήρξε αργή λόγω των αντιδράσεων περιβαλλοντικών οργανώσεων και, σε μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα περίπτωση, λόγω αντιδράσεων της NASA. Η αμερικανική διαστημική υπηρεσία αντιτίθεται σε ένα απολύτως αναγκαίο έργο βολφραμίου, επειδή η τοποθεσία του θα παρεμπόδιζε τις δραστηριότητές της για την παρακολούθηση δορυφόρων.
 
Παρά τα εμπόδια αυτά, όμως, το χρήμα έχει τη δική του δύναμη και οι ΗΠΑ κλείνουν συμφωνίες προμήθειας σε ολόκληρο τον κόσμο, την ώρα που η Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν απασχολημένη με τη ρύθμιση της μείωσης των εκπομπών μεθανίου και των συσκευασιών, με αμφότερες αυτές τις ρυθμίσεις να βρίσκονται ουσιαστικά σε αδιέξοδο, καθώς η συμμόρφωση με αυτές είναι εξαιρετικά δύσκολη. Η υπερβολική γραφειοκρατία έχει επανειλημμένα επισημανθεί ως μία από τις σημαντικότερες αδυναμίες του ευρωπαϊκού εμπορικού μπλοκ στη διεθνή σκηνή. Ωστόσο, παρά την τεκμηριωμένη αυτή κριτική, οι Βρυξέλλες συνέχισαν να υπερρυθμίζουν, συχνά μάλιστα με στόχο τη μείωση της ίδιας της ρύθμισης.

Δεν προκαλεί, λοιπόν, έκπληξη το γεγονός ότι, όταν οι ΗΠΑ πήγαν στη Βραζιλία και «έβαλαν χρήματα στο τραπέζι» για ένα έργο κρίσιμων ορυκτών, η ΕΕ αφαιρέθηκε από τη λίστα των υποψήφιων εταίρων και έχασε τη συμφωνία. Αν οι Βρυξέλλες θέλουν να έχουν έστω και μια μικρή πιθανότητα να καλύψουν τη διαφορά με τις ΗΠΑ, θα πρέπει πραγματικά να αρχίσουν να κινούνται ταχύτερα.
 
www.worldenergynews.gr 

Ρoή Ειδήσεων

Δείτε επίσης