Έκθεση του thinktank Onward στην Βρετανία υποστηρίζει ότι η εγκατάλειψη ορισμένων πολιτικών του net zero θα μπορούσε να οδηγήσει σε εξοικονόμηση άνω των 320 δισ. λιρών, ενώ στις ΗΠΑ η απόσυρση των λιγνιτικών μονάδων Wateree και Williams της Dominion αναδεικνύεται σε κρίσιμο ζήτημα κόστους για τους καταναλωτές - Ενδιαφέρουσες αναλύσεις του Cleantechnica
Από τα ανθρακικά εργοστάσια της Dominion Energy στη Νότια Καρολίνα μέχρι το ενεργειακό σχέδιο των Βρετανών Συντηρητικών, η ίδια μεγάλη σύγκρουση επιστρέφει: είναι πραγματικά φθηνότερο να κρατήσουμε τον άνθρακα και να επενδύσουμε περισσότερο στο φυσικό αέριο και τα πυρηνικά ή μήπως το «φθηνό» μοντέλο κρύβει τεράστιους λογαριασμούς, γεωπολιτικούς κινδύνους και υψηλότερες εκπομπές;
Δύο διαφορετικές ενεργειακές υποθέσεις, στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, οδηγούν σε ένα κοινό συμπέρασμα: η μάχη για το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας δεν είναι πλέον απλώς τεχνολογική. Είναι οικονομική, πολιτική και στρατηγική. Και πίσω από τις προβλέψεις για δισεκατομμύρια σε «εξοικονομήσεις» ή «επιπλέον κόστος» βρίσκονται οι καταναλωτές, οι επιχειρήσεις και η ίδια η ασφάλεια του ηλεκτρικού συστήματος.
Η Νότια Καρολίνα μπροστά σε έναν λογαριασμό 200 εκατ. δολαρίων
Στη Νότια Καρολίνα, νέα ανάλυση ειδικών που κατατέθηκε στο πλαίσιο του ενεργειακού σχεδιασμού της Dominion Energy υποστηρίζει ότι η διατήρηση δύο μεγάλων ανθρακικών μονάδων, των Wateree και Williams, μετά τις προγραμματισμένες ημερομηνίες απόσυρσής τους θα μπορούσε να αποδειχθεί ιδιαίτερα ακριβή για τους καταναλωτές.
Η Wateree προβλέπεται να αποσυρθεί το 2032 και η Williams το 2034. Εάν όμως η Dominion αποφασίσει να συνεχίσει τη λειτουργία τους μετά το 2034, θα χρειαστεί, σύμφωνα με την ανάλυση, να δαπανήσει περίπου 200 εκατ. δολάρια από χρήματα των τοπικών καταναλωτών για τη συμμόρφωση με τους ομοσπονδιακούς κανονισμούς για τα απόβλητα των ανθρακικών μονάδων.
Το επιχείρημα των επικριτών είναι ότι αυτά τα χρήματα θα μπορούσαν να αποφευχθούν, καθώς η νέα μονάδα φυσικού αερίου Canadys αναμένεται να προσφέρει επαρκή παραγωγή ώστε οι δύο παλαιότερες ανθρακικές μονάδες να αποσυρθούν χωρίς να υπονομευθεί η αξιοπιστία του δικτύου.
Το κρίσιμο ερώτημα: χρειάζεται πραγματικά ο άνθρακας;
Η ανάλυση που υποστηρίζει τις αποσύρσεις υποστηρίζει ότι ακόμη και με υψηλότερη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας από αυτή που προβλέπει σήμερα η Dominion, το σύστημα θα εξακολουθήσει να διαθέτει επαρκή παραγωγική ικανότητα.
Με άλλα λόγια, το δίλημμα παρουσιάζεται ως εξής:
Ή διατηρείς παλιές και ρυπογόνες μονάδες, πληρώνοντας εκατοντάδες εκατομμύρια για να συνεχίσουν να λειτουργούν, ή τις αποσύρεις και αξιοποιείς νεότερες μονάδες και άλλες πηγές παραγωγής.
Η πλευρά που τάσσεται υπέρ των αποσύρσεων υποστηρίζει παράλληλα ότι η έξοδος από τον άνθρακα θα περιορίσει την ατμοσφαιρική ρύπανση και θα μειώσει τις επιβαρύνσεις που τελικά μετακυλίονται στα νοικοκυριά.
Και εδώ βρίσκεται το πρώτο μεγάλο κοινό σημείο με τη βρετανική συζήτηση: το πραγματικό κόστος μιας ενεργειακής επιλογής δεν είναι μόνο το κόστος παραγωγής μιας κιλοβατώρας.
Βρετανία: το «φθηνό ρεύμα» απέναντι στο net zero
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η αντιπαράθεση παίρνει ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις.
Οι Συντηρητικοί υποστηρίζουν ότι το ενεργειακό σύστημα της χώρας μπορεί να γίνει φθηνότερο εάν μειωθεί η έμφαση στις ανανεώσιμες πηγές και αυξηθεί ο ρόλος του φυσικού αερίου και της πυρηνικής ενέργειας.
Έκθεση του thinktank Onward υποστηρίζει ότι η εγκατάλειψη ορισμένων πολιτικών του net zero θα μπορούσε να οδηγήσει σε εξοικονόμηση άνω των 320 δισ. λιρών.
Όμως η ανάλυση του Carbon Brief αμφισβητεί έντονα αυτή την εικόνα, υποστηρίζοντας ότι πίσω από το εντυπωσιακό ποσό υπάρχουν παραδοχές που μπορούν να αλλάξουν δραματικά το τελικό αποτέλεσμα.
320 δισ. λίρες εξοικονόμηση ή λογιστικό τέχνασμα;
Ένα από τα βασικότερα επιχειρήματα της έκθεσης είναι ότι η Βρετανία θα μπορούσε να μειώσει το κόστος του ηλεκτρισμού περιορίζοντας την ανάπτυξη αιολικής και ηλιακής ενέργειας και αυξάνοντας τη συμμετοχή φυσικού αερίου και πυρηνικής ενέργειας.
Ωστόσο, η εναλλακτική διαδρομή που εξετάζεται προβλέπει ταυτόχρονα 524 εκατ. τόνους επιπλέον CO₂ μεταξύ 2030 και 2050.
Και αυτό δημιουργεί μια θεμελιώδη αντίφαση.
Η πολιτική επιχειρηματολογία υποστηρίζει ότι το φθηνότερο ρεύμα θα ενθαρρύνει τους πολίτες να αγοράσουν ηλεκτρικά αυτοκίνητα και αντλίες θερμότητας.
Το ίδιο το μοντέλο, όμως, προβλέπει λιγότερη ηλεκτροκίνηση και μικρότερη κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας.
Για τους επικριτές της πρότασης, αυτό σημαίνει ότι μέρος της «εξοικονόμησης» προκύπτει απλώς επειδή η οικονομία ηλεκτροποιείται λιγότερο.
Το φυσικό αέριο: φθηνό μόνο αν παραμείνει φθηνό
Εδώ βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο ρίσκο.
Η βρετανική εναλλακτική στρατηγική βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στο φυσικό αέριο, παρά το γεγονός ότι το φυσικό αέριο αποτέλεσε βασικό παράγοντα των ενεργειακών κρίσεων των τελευταίων ετών.
Οι υποστηρικτές του μοντέλου θεωρούν ότι οι τιμές του φυσικού αερίου μπορούν να υποχωρήσουν και να παραμείνουν σχετικά σταθερές.
Οι επικριτές απαντούν ότι αυτό αποτελεί εξαιρετικά αισιόδοξη υπόθεση.
Οι διεθνείς τιμές του φυσικού αερίου επηρεάζονται από πολέμους, γεωπολιτικές κρίσεις, παγκόσμια ζήτηση και διαταραχές στην προσφορά. Ακόμη και αν η Βρετανία αυξήσει την παραγωγή από τη Βόρεια Θάλασσα, δεν παύει να βρίσκεται μέσα σε μια διεθνή αγορά όπου οι τιμές καθορίζονται σε μεγάλο βαθμό από τις παγκόσμιες συνθήκες.
Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι μόνο πόσο κοστίζει το φυσικό αέριο σήμερα. Είναι πόσο θα κοστίζει όταν μια χώρα θα έχει χτίσει ολόκληρο το ενεργειακό της σύστημα γύρω από αυτό.
21 GW νέες μονάδες φυσικού αερίου
Η εναλλακτική βρετανική στρατηγική προβλέπει την προσθήκη περίπου 21 GW νέας ισχύος φυσικού αερίου έως το 2050, δηλαδή περίπου 20 νέες μονάδες.
Όμως η ανάλυση αμφισβητεί και τις παραδοχές για το κόστος κατασκευής.
Η έκθεση χρησιμοποιεί κόστος περίπου £650/kW, ενώ πρόσφατα έργα φυσικού αερίου εμφανίζουν σημαντικά υψηλότερα κόστη.
Η αύξηση της ζήτησης για αεριοστρόβιλους από data centers, ιδίως λόγω της έκρηξης της τεχνητής νοημοσύνης, έχει ήδη πιέσει την παγκόσμια αγορά εξοπλισμού.
Έτσι, ακόμη και το υποτιθέμενο «φθηνό» φυσικό αέριο μπορεί να συνοδεύεται από ακριβές επενδύσεις σε νέες μονάδες.
Και τα πυρηνικά;
Η άλλη μεγάλη εναλλακτική είναι η πυρηνική ενέργεια.
Το σχέδιο προβλέπει αύξηση της πυρηνικής ισχύος του Ηνωμένου Βασιλείου στα 20 GW έως το 2050.
Το πρόβλημα όμως είναι το κόστος και ο χρόνος κατασκευής.
Το Hinkley Point C έχει αντιμετωπίσει σημαντικές καθυστερήσεις και αυξήσεις κόστους, ενώ το Sizewell C έχει υψηλή συμφωνημένη τιμή ηλεκτρικής ενέργειας.
Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι οι προβλέψεις του Onward για το μελλοντικό κόστος των πυρηνικών είναι υπερβολικά αισιόδοξες και δεν εξηγούν επαρκώς πώς θα επιτευχθούν τόσο μεγάλες μειώσεις.
Έτσι, το ερώτημα γίνεται ιδιαίτερα δύσκολο:
Μπορεί η πυρηνική ενέργεια να αποτελέσει σταθερή και αξιόπιστη βάση του συστήματος χωρίς να μετατραπεί σε τεράστια επενδυτική επιβάρυνση;
Το μεγάλο μέτωπο των δικτύων
Ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα σημεία της βρετανικής πρότασης αφορά τα δίκτυα.
Η έκθεση αποδίδει περίπου 137 δισ. λίρες από τις συνολικές υποτιθέμενες εξοικονομήσεις στη μείωση των επενδύσεων στα δίκτυα.
Η λογική είναι ότι ένα σύστημα με περισσότερες μονάδες φυσικού αερίου και πυρηνικά, τοποθετημένες πιο κοντά στα κέντρα ζήτησης, θα απαιτεί μικρότερες επεκτάσεις μεταφοράς.
Όμως οι επικριτές θεωρούν ότι εδώ υπάρχει σοβαρό πρόβλημα με τους υπολογισμούς.
Εάν επενδύσεις λιγότερο στα δίκτυα, αυξάνονται οι περιορισμοί στη μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας και μπορεί να αυξηθούν τα κόστη εξισορρόπησης.
Άρα δεν μπορείς εύκολα να υπολογίζεις ταυτόχρονα τεράστιες εξοικονομήσεις από λιγότερες γραμμές και τεράστιες δαπάνες για τη διαχείριση των προβλημάτων που προκαλεί η έλλειψη δικτύου.
Οι ΑΠΕ στο στόχαστρο
Το πιο επιθετικό στοιχείο της εναλλακτικής βρετανικής πολιτικής είναι η αμφισβήτηση του πραγματικού κόστους των ανανεώσιμων πηγών.
Η έκθεση υποστηρίζει ότι η αιολική και η ηλιακή ενέργεια έχουν σημαντικά «κρυφά» κόστη, επειδή χρειάζονται δίκτυα, αποθήκευση, εξισορρόπηση και άλλες υποδομές.
Το πρόβλημα, σύμφωνα με τους επικριτές, είναι το ύψος που αποδίδεται σε αυτά τα κόστη.
Η έκθεση υπολογίζει το οριακό κόστος ενσωμάτωσης των νέων ΑΠΕ περίπου στα £125/MWh, ποσό που θεωρείται από αρκετούς ειδικούς υπερβολικά υψηλό σε σχέση με άλλες αναλύσεις.
Η κριτική εστιάζει στο ότι αποδίδονται στις νέες ΑΠΕ κόστη που αφορούν συνολικά το ηλεκτρικό σύστημα.
Το «κρυφό» κόστος των 94 δισ. λιρών
Ένα ακόμη εντυπωσιακό ποσό είναι τα 94 δισ. λίρες που παρουσιάζονται ως εξοικονόμηση από την κατάργηση του κόστους άνθρακα στην ηλεκτροπαραγωγή.
Οι επικριτές επισημαίνουν ότι η κατάργηση ενός φόρου ή μιας χρέωσης δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το κόστος εξαφανίζεται.
Μπορεί απλώς να μεταφερθεί.
Αν μειωθούν τα έσοδα του κράτους από το carbon pricing, το ποσό αυτό θα πρέπει να αντισταθμιστεί με άλλους φόρους, με μεγαλύτερο δημόσιο έλλειμμα ή με περικοπές δαπανών.
Ο λογαριασμός μπορεί να αλλάξει τσέπη, αλλά δεν εξαφανίζεται μαγικά.
Η αποθήκευση ενέργειας μπαίνει στο παιχνίδι
Στο ίδιο πλαίσιο αμφισβητείται και η αξία των συστημάτων αποθήκευσης μεγάλης διάρκειας.
Η βρετανική στρατηγική προτείνει τον περιορισμό της κρατικής στήριξης για long-duration energy storage.
Οι επικριτές όμως υποστηρίζουν ότι η αποθήκευση δεν πρέπει να αξιολογείται μόνο από το πόσες ώρες μπορεί να τροφοδοτήσει ολόκληρη τη χώρα.
Η πραγματική της αξία βρίσκεται και στην εξισορρόπηση του συστήματος: αποθηκεύει φθηνή ηλεκτρική ενέργεια όταν υπάρχει πλεόνασμα και την επιστρέφει στο δίκτυο όταν αυξάνεται η ζήτηση ή υπάρχουν περιορισμοί στις μεταφορές.
Άρα μια μπαταρία ή ένα σύστημα αποθήκευσης δεν χρειάζεται απαραίτητα να «κρατήσει όρθια» ολόκληρη τη χώρα για έναν χειμώνα χωρίς άνεμο. Μπορεί να μειώνει καθημερινά τις ανάγκες εξισορρόπησης και να περιορίζει τις απώλειες από συμφόρηση του δικτύου.
Το κοινό νήμα: ποιος πληρώνει τελικά;
Παρά τις τεράστιες διαφορές ανάμεσα στη Νότια Καρολίνα και τη Βρετανία, οι δύο υποθέσεις αποκαλύπτουν το ίδιο πρόβλημα.
Η πραγματική τιμή της ενέργειας δεν καθορίζεται μόνο από το κόστος μιας μονάδας παραγωγής.
Πρέπει να συνυπολογιστούν:
- το κόστος κατασκευής νέων μονάδων,
- η συντήρηση παλιών εγκαταστάσεων,
- τα δίκτυα μεταφοράς και διανομής,
- η αποθήκευση,
- η εξισορρόπηση του συστήματος,
- η μεταβλητότητα των τιμών καυσίμων,
- οι εκπομπές άνθρακα,
- η ενεργειακή ασφάλεια,
- οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι,
- αλλά και το κόστος που προκύπτει όταν μια ενεργειακή επιλογή αποδεικνύεται λανθασμένη.
Η μεγάλη μάχη μόλις αρχίζει
Το ενεργειακό μέλλον δεν θα κριθεί από ένα σύνθημα - ούτε «όλα στις ΑΠΕ», ούτε «επιστροφή στα ορυκτά καύσιμα».
Θα κριθεί από το ποιο ενεργειακό μείγμα μπορεί να προσφέρει φθηνή, αξιόπιστη και ασφαλή ηλεκτρική ενέργεια, χωρίς να μεταφέρει το κόστος από τον έναν λογαριασμό στον άλλον.
Η περίπτωση της Dominion δείχνει ότι η διατήρηση παλιών ανθρακικών μονάδων μπορεί να έχει σημαντικό οικονομικό τίμημα.
Η βρετανική αντιπαράθεση δείχνει από την άλλη ότι η υπόσχεση του «φθηνού ρεύματος» μέσω περισσότερου φυσικού αερίου και πυρηνικής ενέργειας απαιτεί πολύ προσεκτικό έλεγχο των παραδοχών.
Και στο τέλος, η πιο σημαντική ερώτηση παραμένει μία:
Όταν οι κυβερνήσεις και οι ενεργειακές εταιρείες μιλούν για «φθηνή ενέργεια», ποιο είναι το πραγματικό κόστος - και ποιος θα το πληρώσει;
www.worldenergynews.gr






