Η ανάγκη για ηλεκτροπαραγωγικές υποδομές διπλής χρήσης, που να μπορούν να καλύψουν τόσο πολιτικές όσο και στρατιωτικές ανάγκες, έχει ήδη βρεθεί στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης. Λιγότερη προσοχή έχει δοθεί, ωστόσο, στο ζήτημα της προτεραιοποίησης της ηλεκτροδότησης των στρατιωτικών εγκαταστάσεων και της ανθεκτικότητάς τους απέναντι σε φυσικές καταστροφές, κυβερνοεπιθέσεις ή άλλες μορφές υποδομικής βλάβης
Οι Ηνωμένες Πολιτείες εισέρχονται σε μια περίοδο ταχύτατης ηλεκτροδότησης της οικονομίας, καθώς η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης, η επιστροφή παραγωγικών δραστηριοτήτων στη χώρα και η νέα βιομηχανική επέκταση αυξάνουν διαρκώς τη ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια. Η εξέλιξη αυτή καθιστά την παραγωγή, τη μεταφορά και τη διανομή ηλεκτρικής ενέργειας κρίσιμες υποδομές για την ανθεκτικότητα της αμερικανικής κοινωνίας. Ωστόσο, το εμπορικό ηλεκτρικό δίκτυο δεν εξυπηρετεί μόνο τις ανάγκες των πολιτών και των επιχειρήσεων, αλλά και τις στρατιωτικές εγκαταστάσεις των ΗΠΑ, γεγονός που συνδέει άμεσα την ενεργειακή επάρκεια με την εθνική άμυνα.
Η ανάγκη για ηλεκτροπαραγωγικές υποδομές διπλής χρήσης, που να μπορούν να καλύψουν τόσο πολιτικές όσο και στρατιωτικές ανάγκες, έχει ήδη βρεθεί στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης. Λιγότερη προσοχή έχει δοθεί, ωστόσο, στο ζήτημα της προτεραιοποίησης της ηλεκτροδότησης των στρατιωτικών εγκαταστάσεων και της ανθεκτικότητάς τους απέναντι σε φυσικές καταστροφές, κυβερνοεπιθέσεις ή άλλες μορφές υποδομικής βλάβης.
Η ανάγκη αυτή γίνεται ολοένα πιο επιτακτική. Πρόσφατες διακοπές ηλεκτροδότησης σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις καταδεικνύουν ότι η αύξηση της συνολικής ζήτησης θα οδηγήσει τα επόμενα χρόνια σε δύσκολες αποφάσεις σχετικά με το ποιοι καταναλωτές θα πρέπει να αποκαθίστανται κατά προτεραιότητα. Παράλληλα με την εξασφάλιση προτεραιότητας για τις αμυντικές υποδομές κατά την αποκατάσταση της ηλεκτροδότησης, απαιτείται στενότερος συντονισμός μεταξύ ομοσπονδιακής και πολιτειακής κυβέρνησης, Πενταγώνου και εταιρειών κοινής ωφέλειας για επενδύσεις που θα περιορίζουν τον κίνδυνο διακοπών ρεύματος στις στρατιωτικές εγκαταστάσεις, αλλά και στις κοινότητες και τις βιομηχανίες που εξαρτώνται από αυτές.
Κρίσιμο θεωρείται, επομένως, να προσδιοριστούν με ακρίβεια τα στρατιωτικά φορτία που είναι απολύτως απαραίτητα, ως υποσύνολο των συνολικών ενεργειακών αναγκών κάθε βάσης. Με τον τρόπο αυτό θα μπορούσε να δημιουργηθεί ένα πλαίσιο προτεραιοτήτων για τις πιο ευαίσθητες λειτουργίες, χωρίς να τίθεται συνολικά η στρατιωτική κατανάλωση απέναντι στις ανάγκες του πολιτικού τομέα.
Μια γνωστή αλλά εντεινόμενη αδυναμία
Το υπουργείο Άμυνας των ΗΠΑ αποτελεί εδώ και δεκαετίες έναν από τους μεγαλύτερους καταναλωτές ηλεκτρικής ενέργειας στη χώρα, απορροφώντας σχεδόν το 1% της συνολικής κατανάλωσης. Οι ετήσιες δαπάνες του για ηλεκτρική ενέργεια και καύσιμα ξεπερνούν τα 16 δισ. δολάρια, εκ των οποίων περίπου 5 δισ. δολάρια αφορούν την τροφοδοσία εγκαταστάσεων εντός των ΗΠΑ.
Παρά το μέγεθος αυτής της κατανάλωσης, σχεδόν καμία από τις σχετικές υποδομές ηλεκτροδότησης δεν ανήκει ή ελέγχεται από το ίδιο το Πεντάγωνο. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι δεν υπάρχει ομοσπονδιακή νομοθεσία, κανονισμός ή πολιτειακός κώδικας που να υποχρεώνει μια εταιρεία κοινής ωφέλειας να αποκαταστήσει ή να διατηρήσει την ηλεκτροδότηση μιας στρατιωτικής εγκατάστασης πριν από έναν απλό οικιακό ή εμπορικό καταναλωτή.
Ήδη από τον Οκτώβριο του 2008, το υπουργείο Άμυνας είχε εντοπίσει 34 εγκαταστάσεις των οποίων η λειτουργία θα επηρεαζόταν σοβαρά από μια διακοπή ρεύματος. Έρευνα του Government Accountability Office το 2009 διαπίστωσε ότι οι 31 από αυτές βασίζονταν ως κύρια πηγή ηλεκτροδότησης στα εμπορικά δίκτυα, τα οποία το Defense Science Board είχε χαρακτηρίσει από τότε ολοένα πιο ευάλωτα.
Έκτοτε, η εξάρτηση αυτή έχει ενισχυθεί. Οι ένοπλες δυνάμεις ενσωματώνουν ολοένα περισσότερα συστήματα που βασίζονται σε δεδομένα, ενώ οι αποστολές στον κυβερνοχώρο, το διάστημα και την τεχνητή νοημοσύνη απαιτούν αυξημένες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας. Ακόμη και νεότερα οπλικά συστήματα, όπως το μαχητικό F-35 Lightning II, αυξάνουν τις ενεργειακές ανάγκες των βάσεων για την τεχνική υποστήριξη, την εφοδιαστική και τη συντήρησή τους. Αξιωματούχοι του Σώματος Πεζοναυτών έχουν αναφέρει ότι τα υπόστεγα των F-35 απαιτούν περίπου 150% περισσότερη ηλεκτρική ενέργεια σε σχέση με τις εγκαταστάσεις που εξυπηρετούσαν παλαιότερες γενιές αεροσκαφών Hornet και Harrier.
Η αμερικανική νομοθεσία προβλέπει ότι ο υπουργός Άμυνας πρέπει έως το τέλος του οικονομικού έτους 2030 να εξασφαλίσει διαθεσιμότητα τουλάχιστον 99,9% για το σύνολο της ενεργειακής κατανάλωσης που υποστηρίζει κρίσιμες αποστολές. Για τις πλέον ευαίσθητες λειτουργίες, όπως ραντάρ, εγκαταστάσεις πυραύλων, κέντρα ελέγχου δορυφόρων, αποθήκες πυρομαχικών και υποδομές κυβερνοεπιχειρήσεων, το απαιτούμενο επίπεδο μπορεί να φτάσει το 99,9999%.
Παράλληλα, νεότερη νομοθετική πρόβλεψη υποχρεώνει το Πεντάγωνο να δημιουργήσει διαδικασίες συνεργασίας με εξωτερικές ρυθμιστικές αρχές και φορείς σχεδιασμού του ηλεκτρικού δικτύου, ώστε να περιορίζονται οι κίνδυνοι για εγκαταστάσεις κρίσιμες για την άμυνα.
Η νομική πρόβλεψη που παραμένει αναξιοποίητη
Το 2015 το Κογκρέσο τροποποίησε τον Federal Power Act, δημιουργώντας την κατηγορία Defense Critical Electric Infrastructure (DCEI), που αφορά ηλεκτρικές υποδομές κρίσιμης σημασίας για την εθνική άμυνα. Το υπουργείο Ενέργειας και το υπουργείο Άμυνας προσδιόρισαν από κοινού το 2019 μια σειρά κρίσιμων αμυντικών εγκαταστάσεων και υπέγραψαν σχετικό μνημόνιο συνεργασίας τον Σεπτέμβριο του 2020.
Η συγκεκριμένη διαδικασία επιτρέπει την προστασία πληροφοριών σχετικά με τις γραμμές και τους υποσταθμούς που θεωρούνται κρίσιμοι για την άμυνα από τη δημόσια δημοσιοποίηση. Δεν υποχρεώνει, όμως, τις εταιρείες κοινής ωφέλειας να αποκαθιστούν πρώτα αυτές τις υποδομές σε περίπτωση έλλειψης ηλεκτρικής ενέργειας.
Οι περισσότερες ομοσπονδιακές προτάσεις για την ενίσχυση του μηχανισμού δεν έχουν εφαρμοστεί, ενώ το Πεντάγωνο και το υπουργείο Ενέργειας δεν έχουν ακόμη θέσει σε πλήρη λειτουργία τη συνεργασία που προβλεπόταν στο μνημόνιο του 2020.
Τα μαθήματα από τις διακοπές ηλεκτροδότησης
Το κόστος της καθυστέρησης αποτυπώνεται στην ευπάθεια των στρατιωτικών υποδομών. Όταν η κακοκαιρία Winter Storm Uri προκάλεσε εκτεταμένες κυλιόμενες διακοπές ρεύματος στο Τέξας τον Φεβρουάριο του 2021, οι 12 από τις 15 στρατιωτικές εγκαταστάσεις της πολιτείας έμειναν χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα για αρκετές ημέρες.
Ανάλογη εικόνα καταγράφηκε στο Γκουάμ μετά τον τυφώνα Mawar, στις 24 Μαΐου 2023. Η καταιγίδα άφησε χωρίς ρεύμα το 98% των καταναλωτών και, μία εβδομάδα αργότερα, η Guam Power Authority είχε αποκαταστήσει την ηλεκτροδότηση μόλις στο ένα τέταρτο του νησιού. Στη Naval Base Guam η πλήρης αποκατάσταση αναμενόταν να διαρκέσει αρκετές εβδομάδες.
Στο μεταξύ, οι αποστολές ανεφοδιασμού και εκκένωσης της Andersen Air Force Base στηρίχθηκαν σε τοπικές γεννήτριες και αποθέματα καυσίμων και όχι σε κάποια προτεραιότητα πρόσβασης στο πολιτικό δίκτυο.
Η National Association of Regulatory Utility Commissioners έχει επισημάνει ότι δεν υπάρχει ακόμη ένα ενιαίο και επαναλαμβανόμενο μοντέλο για την ιεράρχηση ή τη χρηματοδότηση επενδύσεων που ενισχύουν την ενεργειακή ανθεκτικότητα των αμυντικών εγκαταστάσεων.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Dominion Energy στη Βιρτζίνια, η οποία τροφοδοτεί τη Naval Station Norfolk και την ευρύτερη περιοχή του Hampton Roads. Στο πλαίσιο αποκατάστασης της ηλεκτροδότησης, η εταιρεία δίνει προτεραιότητα σε νοσοκομεία, πυροσβεστικούς και αστυνομικούς σταθμούς και εγκαταστάσεις επεξεργασίας νερού, χωρίς να περιλαμβάνει ρητά τις στρατιωτικές εγκαταστάσεις.
Η NARUC προτείνει για την αντιμετώπιση αυτού του κενού άμεσο διάλογο μεταξύ πολιτειακών αρχών, εταιρειών κοινής ωφέλειας και φορέων της άμυνας, ώστε να καθοριστούν από κοινού οι ενεργειακές προτεραιότητες. Μάλιστα, έχει ήδη δοκιμάσει ένα τέτοιο μοντέλο στη Φλόριντα, στη βάση Eglin Air Force Base, φέρνοντας στο ίδιο τραπέζι τις εταιρείες ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου που την εξυπηρετούν, με στόχο τον εντοπισμό κρίσιμων σημείων για συντονισμό και επενδύσεις.
Το παράδειγμα της Καλιφόρνια
Μια εξαίρεση στον κανόνα αποτελεί η Καλιφόρνια, όπου οι εταιρείες ηλεκτρικής ενέργειας εξαιρούν από τις κυλιόμενες διακοπές τις κρατικές υπηρεσίες που θεωρούνται απαραίτητες για την εθνική άμυνα, βάσει απόφασης της California Public Utilities Commission από το 1980.
Η κατηγορία αυτή εξακολουθεί να περιλαμβάνεται στους καταλόγους κρίσιμων εγκαταστάσεων των ιδιωτικών εταιρειών κοινής ωφέλειας, μαζί με νοσοκομεία και υπηρεσίες πυρόσβεσης και αστυνόμευσης. Η προστασία, ωστόσο, αφορά την εθελοντική μείωση κατανάλωσης σε περιόδους ανεπάρκειας εφοδιασμού και όχι την προτεραιότητα αποκατάστασης μετά από ζημιές λόγω ακραίων καιρικών φαινομένων.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα καταγράφηκε τον Αύγουστο του 2020, όταν, εν μέσω υψηλών θερμοκρασιών και ισχυρών ανέμων, η San Diego Gas and Electric ζήτησε από τη Marine Corps Air Station Miramar να ενεργοποιήσει το δικό της μικροδίκτυο για την κάλυψη μέρους των ενεργειακών αναγκών της εγκατάστασης. Η μείωση της ζήτησης από το κεντρικό δίκτυο απελευθέρωσε αρκετή ηλεκτρική ενέργεια ώστε περίπου 2.000 κατοικίες να συνεχίσουν να ηλεκτροδοτούνται.
Σήμερα, η βάση λαμβάνει πιστώσεις από τη San Diego Gas and Electric όταν χρησιμοποιεί το μικροδίκτυό της για να μειώσει την περιφερειακή ζήτηση.
Αναγκαία η αλλαγή του μοντέλου
Η εγκατάσταση εξελιγμένων μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας σε κάθε στρατιωτική βάση θα απαιτούσε δεκαετίες και δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια, πόροι και χρόνος που δεν είναι διαθέσιμοι. Για τον λόγο αυτό απαιτούνται νέες λύσεις που θα συνδέουν τον σχεδιασμό και τη λειτουργία του ηλεκτρικού δικτύου με τις ανάγκες της εθνικής άμυνας, συμπληρώνοντας τις επενδύσεις σε τοπικές υποδομές ανθεκτικότητας.
Μία από αυτές τις πρωτοβουλίες είναι το πρόγραμμα Janus του αμερικανικού Στρατού. Βάσει του Executive Order 14299, προβλέπεται η λειτουργία πυρηνικού μικροαντιδραστήρα σε αμερικανική στρατιωτική εγκατάσταση έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2028. Ο Στρατός έχει ήδη επιλέξει εννέα υποψήφιες τοποθεσίες, μεταξύ των οποίων τα Fort Bragg, Fort Campbell και Redstone Arsenal.
Στόχος είναι οι αντιδραστήρες να συνδέονται με τις βάσεις μέσω ιδιωτικών γραμμών, παρακάμπτοντας το εμπορικό δίκτυο. Οι τεχνικές προδιαγραφές του προγράμματος προβλέπουν, ωστόσο, ότι οι μονάδες θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα λειτουργίας και σε σύνδεση με το κεντρικό δίκτυο.
Παράλληλα, υπάρχουν περιθώρια αξιοποίησης των υφιστάμενων θεσμικών εργαλείων για την ενίσχυση του δικτύου προς όφελος της άμυνας. Το υπουργείο Άμυνας και το υπουργείο Ενέργειας μπορούν να χρησιμοποιήσουν την κατηγορία DCEI ως βασικό πλαίσιο στις επαφές τους με τις εταιρείες κοινής ωφέλειας, ενώ το Πεντάγωνο θα μπορούσε να ενσωματώσει τις υφιστάμενες και μελλοντικές ενεργειακές ανάγκες των στρατιωτικών εγκαταστάσεων και των αμυντικών βιομηχανιών στον σχεδιασμό του δικτύου.
Στο τραπέζι θα μπορούσαν να βρεθούν και νέες νομοθετικές παρεμβάσεις. Το Κογκρέσο θα μπορούσε να εξετάσει την καθιέρωση προτεραιότητας για τα αμυντικά φορτία μέσω του Federal Power Act ή να συνδέσει την ομοσπονδιακή χρηματοδότηση για την αξιοπιστία του δικτύου με την υιοθέτηση από τις πολιτείες ειδικής κατηγορίας για τα κρίσιμα αμυντικά φορτία.
Το Πεντάγωνο θα μπορούσε επίσης να αναλάβει πιο ενεργό ρόλο στη χρηματοδότηση υποδομών που εξυπηρετούν τις αμυντικές ανάγκες. Ως «βασικός πελάτης» μιας επέκτασης του δικτύου, θα μπορούσε να προσφέρει μακροπρόθεσμες δεσμεύσεις κατανάλωσης, διευκολύνοντας τη χρηματοδότηση έργων που θα ωφελούσαν παράλληλα στρατιωτικές εγκαταστάσεις, τοπικές κοινωνίες και αμυντικές βιομηχανίες.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν περάσει σχεδόν δύο δεκαετίες καταγράφοντας, οριοθετώντας και κατηγοριοποιώντας την εξάρτηση των ενόπλων δυνάμεων από το πολιτικό ηλεκτρικό δίκτυο. Το επόμενο βήμα δεν μπορεί πλέον να είναι απλώς η περαιτέρω καταγραφή του προβλήματος. Η αυξανόμενη ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια καθιστά αναγκαία την άμεση αλλαγή των κανόνων, ώστε η ενεργειακή ανθεκτικότητα να αποτελέσει αναπόσπαστο μέρος της αμερικανικής αμυντικής στρατηγικής.
www.worldenergynews.gr






