AD
Άμυνα & Γεωπολιτική

Atlantic Council: Η αμερικανική ισχύς δοκιμάζεται σε τρία μέτωπα: οικονομία, στρατός και σύμμαχοι

Atlantic Council: Η αμερικανική ισχύς δοκιμάζεται σε τρία μέτωπα: οικονομία, στρατός και σύμμαχοι
Στο γεωπολιτικό μέτωπο, η αμερικανική υπεροχή δεν έχει μεταφραστεί μέχρι στιγμής σε μια στρατηγική επιτυχία απέναντι στο Ιράν, παρά τους σχεδόν έξι μήνες πολέμου 
Η Ουάσινγκτον βρίσκεται αντιμέτωπη με μια ταυτόχρονη συσσώρευση πιέσεων που αγγίζουν τα βασικά στηρίγματα της παγκόσμιας επιρροής της: τα δημόσια οικονομικά, τη στρατιωτική ισχύ και τις σχέσεις με τους συμμάχους της.
 
Μέσα σε μία εβδομάδα, οι Ηνωμένες Πολιτείες βρέθηκαν αντιμέτωπες με τρεις εξελίξεις που αναδεικνύουν τα όρια της αμερικανικής ισχύος. Το δημόσιο χρέος ξεπέρασε για πρώτη φορά τα 40 τρισ. δολάρια, ο πόλεμος με το Ιράν δεν έχει οδηγήσει στο αποτέλεσμα που επιδίωκε η κυβέρνηση Τραμπ, ενώ η αντιπαράθεση με τον Καναδά εξελίσσεται σε ακόμη μία δοκιμασία των σχέσεων της Ουάσινγκτον με τους παραδοσιακούς συμμάχους της.
 
Το πρόβλημα δεν είναι ότι οι ΗΠΑ στερούνται πόρων ή δυνατοτήτων. Παραμένουν η πλουσιότερη χώρα στον κόσμο και διαθέτουν τις ισχυρότερες ένοπλες δυνάμεις. Η ανησυχία αφορά τον ρυθμό με τον οποίο καταναλώνουν αυτά τα πλεονεκτήματα σε σχέση με την ικανότητά τους να τα αναπληρώνουν.
 
Το βάρος του χρέους

Η υπέρβαση του ορίου των 40 τρισ. δολαρίων στο αμερικανικό χρέος ήρθε σε μια ήδη νευρική αγορά κρατικών ομολόγων. Ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ παρενέβη την περασμένη εβδομάδα, ανακοινώνοντας ότι το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών θα αυξήσει τουλάχιστον στο διπλάσιο τις αγορές μακροπρόθεσμων κρατικών τίτλων, σε μια προσπάθεια να στηρίξει την αγορά Treasuries.
 
Η αρχική αντίδραση ήταν θετική, όμως το ράλι δεν κράτησε. Οι επενδυτές εξακολουθούν να ανησυχούν για τα υψηλά επιτόκια, τα επίπεδα του αμερικανικού χρέους, τον επίμονο πληθωρισμό και την αύξηση του εταιρικού δανεισμού, ιδιαίτερα από μεγάλες τεχνολογικές επιχειρήσεις που χρηματοδοτούν τις επενδύσεις τους στην τεχνητή νοημοσύνη.
 
Οι αποδόσεις των 10ετών και 30ετών αμερικανικών ομολόγων έφτασαν την περασμένη εβδομάδα στα υψηλότερα επίπεδα από το 2007. Το γεγονός αυξάνει την πίεση και προς τη Federal Reserve, καθώς η κεντρική τράπεζα καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη αντιμετώπισης του πληθωρισμού και στους κινδύνους που δημιουργεί το αυξανόμενο κόστος χρηματοδότησης του αμερικανικού Δημοσίου.
 
Το Ιράν και τα όρια της στρατιωτικής ισχύος

Στο γεωπολιτικό μέτωπο, η αμερικανική υπεροχή δεν έχει μεταφραστεί μέχρι στιγμής σε μια ξεκάθαρη στρατηγική επιτυχία απέναντι στο Ιράν, παρά τους σχεδόν έξι μήνες πολέμου.
 
Η κυβέρνηση Τραμπ στρέφεται πλέον σε ένα διαφορετικό όπλο: την οικονομική πίεση. Ο Μπέσεντ χαρακτήρισε την έναρξη της νέας εκστρατείας κυρώσεων «οικονομική D-Day», προαναγγέλλοντας μια ευρεία προσπάθεια οικονομικού αποκλεισμού της Τεχεράνης.
 
Τα πρώτα μέτρα, ωστόσο, ήταν περιορισμένα σε σχέση με τη ρητορική. Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών ανακοίνωσε κυρώσεις κατά οντοτήτων από την Κίνα, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και άλλες χώρες, με τον Μπέσεντ να τις χαρακτηρίζει «προειδοποιητική βολή».
 
Ιδιαίτερη σημασία έχει η στάση της Κίνας. Μια προσπάθεια επιβολής αυστηρών δευτερογενών κυρώσεων σε κινεζικές εταιρείες και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρή σύγκρουση με το Πεκίνο, με πιθανές επιπτώσεις ακόμη και στην πρόσβαση των ΗΠΑ σε κρίσιμα ορυκτά που χρειάζονται οι αμυντικές και τεχνολογικές βιομηχανίες.
 
Ο ίδιος ο Μπέσεντ αναγνώρισε το ρίσκο, απαντώντας στο ερώτημα γιατί η Ουάσινγκτον δεν επέβαλε αμέσως σκληρότερες κυρώσεις: «Γιατί να θέλω να ανατινάξω το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα;».
 
Παράλληλα, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα έχουν ήδη ανακοινώσει αναστολή των εμπορικών και χρηματοπιστωτικών συναλλαγών με το Ιράν μέχρι νεωτέρας. Η εξέλιξη αυτή μπορεί να έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς τα Εμιράτα αποτελούν σημαντικό εμπορικό και οικονομικό δίαυλο για την Τεχεράνη.
 
Ο Καναδάς και η κρίση εμπιστοσύνης με τους συμμάχους

Η τρίτη πρόκληση αφορά τις σχέσεις με τους συμμάχους και έχει επίκεντρο τον Καναδά.
 
Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Ουάσινγκτον και Οτάβας διακόπηκαν την Παρασκευή, ενώ ο πρωθυπουργός του Καναδά Μαρκ Κάρνεϊ προειδοποίησε ότι η χώρα του θα απαντήσει «δολάριο προς δολάριο» εάν τεθούν σε ισχύ αμερικανικοί δασμοί 50% σε καναδικά προϊόντα αξίας 20 δισ. δολαρίων.
 
Ο Κάρνεϊ υποστήριξε ότι ο Καναδάς γίνεται «ισχυρότερος και λιγότερο εξαρτημένος από την Αμερική», στέλνοντας μήνυμα που ξεπερνά τη συγκεκριμένη εμπορική διαμάχη.
 
Η σύγκρουση αποκτά μεγαλύτερη σημασία επειδή οι σύμμαχοι της Ουάσινγκτον παρακολουθούν στενά τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση Τραμπ αντιμετωπίζει τις διεθνείς της σχέσεις. Η αντιπαράθεση με τον Καναδά προστίθεται στην πρόσφατη απόφαση της αμερικανικής κυβέρνησης να περιορίσει στρατιωτικές ασκήσεις με τη Νότια Κορέα, εν μέρει επειδή η Σεούλ δεν συμμετείχε στην αμερικανική προσπάθεια κατά του Ιράν.
 
Το κοινό μήνυμα αυτών των εξελίξεων είναι ότι ορισμένοι σύμμαχοι αρχίζουν να αντιμετωπίζουν τις αμερικανικές δεσμεύσεις ως περισσότερο συναλλακτικές και λιγότερο ως σταθερές στρατηγικές σχέσεις.
 
Το κρίσιμο ζήτημα είναι η αξιοπιστία

Μια μεγάλη δύναμη μπορεί να αντέξει υψηλό χρέος. Μπορεί επίσης να αντέξει έναν ακριβό πόλεμο χωρίς άμεση λύση ή συγκρούσεις με συμμάχους για εμπορικά και αμυντικά ζητήματα.
 
Αυτό που είναι δυσκολότερο να διατηρηθεί μακροπρόθεσμα είναι ένας συνδυασμός οικονομικής πίεσης, στρατιωτικής εμπλοκής και φθοράς των συμμαχικών σχέσεων, όταν οι διαθέσιμοι πόροι δεν αυξάνονται με τον ίδιο ρυθμό.
 
Η ανησυχία αφορά πλέον και την αμερικανική ικανότητα αποτροπής. Η συνεχής κατανάλωση στρατιωτικού υλικού και πυρομαχικών δημιουργεί ερωτήματα για το κατά πόσο οι ΗΠΑ μπορούν να διαχειριστούν ταυτόχρονες κρίσεις σε διαφορετικά μέτωπα.
 
Και αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό καθώς η Ρωσία συνεχίζει την πίεση στην Ουκρανία και δοκιμάζει τις αντοχές του ΝΑΤΟ, ενώ η Κίνα επιδιώκει να ενισχύσει τη θέση της απέναντι στην Ταϊβάν και ευρύτερα στον Ινδο-Ειρηνικό.
 
Μειώνεται και ο πολιτικός χρόνος

Στις οικονομικές και στρατηγικές πιέσεις προστίθεται ένας ακόμη περιορισμός: ο πολιτικός χρόνος.
 
Οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ απέχουν μόλις περίπου δέκα εβδομάδες. Ένα αποτέλεσμα που θα οδηγήσει σε διχασμένη κυβέρνηση θα μπορούσε να φέρει εντονότερες κοινοβουλευτικές έρευνες και συγκρούσεις για τις πολεμικές εξουσίες και τις κρατικές δαπάνες.
 
Στη συνέχεια, η προεδρική εκλογική αναμέτρηση του 2028 θα αρχίσει να βρίσκεται στο επίκεντρο. Το διακύβευμα δεν θα αφορά μόνο τον διάδοχο του Ντόναλντ Τραμπ, αλλά και το αν το αμερικανικό πολιτικό σύστημα μπορεί να διαμορφώσει ένα βιώσιμο μοντέλο παγκόσμιας ηγεσίας.
 
Το βασικό ερώτημα πλέον δεν είναι αν οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν αρκετή ισχύ. Είναι αν μπορούν να τη χρησιμοποιούν ταυτόχρονα σε πολλά μέτωπα χωρίς να εξαντλούν τα οικονομικά, στρατιωτικά και διπλωματικά αποθέματα που στηρίζουν την παγκόσμια θέση τους.
 
www.worldenergynews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Δείτε επίσης