Οι εταιρικές συμφωνίες είναι το στοίχημα και το κρίσιμο επόμενο βήμα για την Ασπίδα του Αχιλλέα
Κοινή και στοχευμένη ευρωπαϊκή χρηματοδότηση και μια στρατηγική “buy-European”, ώστε η αύξηση των αμυντικών δαπανών να κατευθύνεται στην ευρωπαϊκή παραγωγή αντί να χρηματοδοτεί εισαγωγές, συνδυάζοντας την κοινή χρηματοδότηση της ΕΕ με την ενίσχυση και της αμυντικής βιομηχανικής παραγωγή τοπικά σε περισσότερες χώρες προτείνει η μελέτη “Building Europe’s Defense: From Fiscal Strain to Industrial Scale” της Elif Memet, που δημοσιεύθηκε τον Αύγουστο του 2026 στη σειρά εργασιών του Mossavar-Rahmani Center του Harvard Kennedy School.
Η μελέτη χρησιμοποιεί στη συνέχεια την Ελλάδα ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός παράδοξου που υπάρχει σήμερα στην ευρωπαϊκή άμυνα: οι χώρες που διαθέτουν μεγαλύτερο δημοσιονομικό περιθώριο δεν είναι απαραίτητα εκείνες που διαθέτουν τη μεγαλύτερη αμυντική βιομηχανία.
Η Ελλάδα έχει, σύμφωνα με το Harvard, το μεγαλύτερο θεωρητικό δημοσιονομικό περιθώριο στην ΕΕ για να στηρίξει υψηλότερες αμυντικές δαπάνες, ενώ παραμένει χώρα με σχετικά περιορισμένη αμυντική παραγωγική βάση. Η μεγάλη πρόκληση επομένως δεν είναι μόνο η χρηματοδότηση των εξοπλισμών, αλλά η μετατροπή μέρους αυτής της δαπάνης σε νέα εγχώρια βιομηχανική δυναμικότητα.
Η συγγραφέας σημειώνει ότι οι μεγάλοι παραγωγοί άμυνας της Ευρώπης —Γαλλία, Γερμανία και Ιταλία— αντιμετωπίζουν δημοσιονομικές προσαρμογές 3,5%, 2,7% και 1,7% του ΑΕΠ αντίστοιχα. Αντίθετα, χώρες με σημαντικό δημοσιονομικό περιθώριο, μεταξύ των οποίων Ελλάδα, Πορτογαλία, Κύπρος, Ιρλανδία και Δανία, διαθέτουν σύμφωνα με τη μελέτη “limited defence industrial bases”, δηλαδή σχετικά περιορισμένες αμυντικές βιομηχανικές βάσεις.
Εξάλλου, η ανάπτυξη της εγχώριας αμυντικής βιομηχανικής βάσης είναι το σημαντικότερο στοίχημα σήμερα. Και μετά τη συμφωνία Ελλάδας–Ισραήλ για την «Ασπίδα του Αχιλλέα», το κρίσιμο επόμενο βήμα είναι η επίτευξη συμφωνιών που θα κάνουν την προβλεπόμενη συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας να μετατραπεί σε μόνιμη παραγωγική και τεχνολογική δυνατότητα για τη χώρα.
Το πλεονέκτημα και η πρόκληση για την Ελλάδα
Με βάση το μοντέλο της μελέτης, η Ελλάδα εμφανίζει το μεγαλύτερο δημοσιονομικό περιθώριο στην ΕΕ για αύξηση των αμυντικών δαπανών έως το 3,5% του ΑΕΠ, παρά το γεγονός ότι εξακολουθεί να έχει το υψηλότερο δημόσιο χρέος μεταξύ των χωρών που εξετάζονται.
Ειδικότερα, η Ελλάδα τοποθετείται πρώτη στην κατηγορία “fiscal room”, μπροστά από Κύπρο, Πορτογαλία, Δανία και Ιρλανδία. Το αποτέλεσμα της Ελλάδας στο βασικό σενάριο είναι -9,1% του ΑΕΠ, έναντι -6,8% της Κύπρου, -5,1% της Πορτογαλίας, -4,9% της Δανίας και -3,5% της Ιρλανδίας. Όσο πιο αρνητική είναι η τιμή του δείκτη τόσο μεγαλύτερο θεωρεί το μοντέλο ότι είναι το περιθώριο της χώρας να αυξήσει τις αμυντικές δαπάνες χωρίς να οδηγήσει τον λόγο χρέους προς ΑΕΠ σε ανοδική τροχιά. Όπως εξηγεί το ύψος του χρέους από μόνο του δεν καθορίζει το δημοσιονομικό περιθώριο για την άμυνα.
Για την Ελλάδα χρησιμοποιούνται στοιχεία του 2024. Στον αναλυτικό πίνακα η χώρα εμφανίζεται με:
- ΑΕΠ περίπου 237 δισ. ευρώ
- δημόσιο χρέος 154,2% του ΑΕΠ
- αμυντικές δαπάνες 3,1% του ΑΕΠ
- απόσταση μόλις 0,4 ποσοστιαίες μονάδες από τον στόχο του 3,5%
- ονομαστική ανάπτυξη 5,4% (πραγματική ανάπτυξη + μεταβολή τιμών)
- πολύ ισχυρό πρωτογενές αποτέλεσμα.
Η ίδια η συγγραφέας συνοψίζει ότι, παρά το χρέος περίπου 154% του ΑΕΠ, ο συνδυασμός ονομαστικής ανάπτυξης και ισχυρού πρωτογενούς πλεονάσματος δίνει στην Ελλάδα «the most fiscal room in the EU».
Ο αναλυτικός πίνακας της μελέτης δείχνει επίσης ότι η Ελλάδα ήδη δαπανούσε το 3,1% του ΑΕΠ για την άμυνα, επομένως χρειάζεται πρόσθετη δαπάνη μόλις 0,4% του ΑΕΠ για να φτάσει στο 3,5%. Σε χρηματικούς όρους, η μελέτη υπολογίζει αυτή την πρόσθετη ανάγκη περίπου στα 900 εκατ. ευρώ ετησίως.
Δηλαδή η Ελλάδα δεν χρειάζεται ένα δημοσιονομικό άλμα αντίστοιχο με χώρες όπως η Γερμανία ή η Ιταλία για να φτάσει το 3,5%, επειδή βρίσκεται ήδη πολύ κοντά στον στόχο.
Ωστόσο, τονίζει ότι το ζήτημα δεν είναι μόνο πόσο θα δαπανήσει η Ελλάδα για την άμυνα, αλλά πού θα πάνε αυτά τα χρήματα. Η βασική της θέση είναι ότι όταν μια χώρα αυξάνει τις στρατιωτικές δαπάνες αγοράζοντας κυρίως εισαγόμενα συστήματα, δημιουργεί δημόσιο χρέος χωρίς να δημιουργεί αντίστοιχα: βιομηχανική παραγωγή, θέσεις υψηλής ειδίκευσης, τεχνογνωσία, επενδύσεις, R&D και νέες παραγωγικές δυνατότητες στο εσωτερικό.
Η συγγραφέας χαρακτηρίζει αυτή την κατάσταση διπλά αναποτελεσματική: τα κράτη αυξάνουν το δημοσιονομικό τους βάρος και παράλληλα τα χρήματα «διαρρέουν» εκτός της ευρωπαϊκής παραγωγικής βάσης. Γι' αυτό προτείνει κοινή ευρωπαϊκή χρηματοδότηση σε συνδυασμό με μια στρατηγική buy-European και ανάπτυξη ευρωπαϊκής παραγωγικής δυναμικότητας.
Δηλαδή το μεγάλο επενδυτικό στοίχημα είναι η αύξηση των αμυντικών δαπανών να μετατραπεί σε αύξηση της ελληνικής αμυντικής παραγωγής.
Fiscal–Industrial Coordination Mechanism (FICM)
Η κεντρική πρόταση είναι η δημιουργία ενός Fiscal–Industrial Coordination Mechanism (FICM), που θα συνδέει τις στρατιωτικές ανάγκες με την παραγωγική δυνατότητα και στη συνέχεια με το κατάλληλο χρηματοδοτικό εργαλείο.
Για παράδειγμα, όταν το πρόβλημα είναι ότι οι παραγωγοί δεν έχουν αρκετές παραγγελίες, προτείνονται κοινές ευρωπαϊκές προμήθειες και πολυετή συμβόλαια. Όταν λείπει χρηματοδότηση, εγγυήσεις και μακροχρόνια δάνεια. Όταν υπάρχει τεχνολογικό κενό, R&D, πιλοτικές γραμμές και συμπαραγωγή/μεταφορά τεχνολογίας.
Η μελέτη θεωρεί ότι για τεχνολογίες όπου μπορούν να υπάρχουν πολλοί παραγωγοί —με χαρακτηριστικό παράδειγμα τα drones— η παραγωγή δεν χρειάζεται να συγκεντρώνεται στις μεγάλες αμυντικές χώρες. Μπορεί να είναι κατανεμημένη σε πολλά κράτη-μέλη, ακόμη και σε μικρότερες χώρες που διαθέτουν ηλεκτρονικά, software ή κατάλληλη μεταποιητική βάση.
Και αυτό ανοίγει ένα σημαντικό παράθυρο για μικρότερες ευρωπαϊκές αμυντικές βιομηχανίες.
Η μελέτη θεωρεί ιδιαίτερα σημαντικά τα drones επειδή η σχετική τεχνολογία συνδέεται με ένα ευρύτερο “electric tech stack”: μπαταρίες, ηλεκτροκινητήρες, ηλεκτρονικά ισχύος, αισθητήρες και υπολογιστικά συστήματα, δηλαδή τεχνολογίες που χρησιμοποιούνται επίσης σε robotics, ηλεκτρικά οχήματα, αυτοματισμούς και αυτόνομα συστήματα.
Το κρίσιμο επόμενο βήμα για την ελληνική συμμετοχή στην «Ασπίδα του Αχιλλέα»
Το κρίσιμο επόμενο βήμα μετά τη συμφωνία Ελλάδας–Ισραήλ για την «Ασπίδα του Αχιλλέα» είναι η προβλεπόμενη συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας να μετατραπεί σε μόνιμη παραγωγική και τεχνολογική δυνατότητα για τη χώρα.
Η ελληνική συμμετοχή προβλέπεται να ξεπεράσει το 25% του συνολικού προγράμματος, δημιουργώντας σημαντικές ευκαιρίες για τις ελληνικές εταιρείες που θα εμπλακούν στην κατασκευή, ολοκλήρωση και υποστήριξη των νέων συστημάτων. Το μεγάλο στοίχημα, ωστόσο, βρίσκεται στο περιεχόμενο αυτής της συμμετοχής: πόσο από το έργο θα αφορά παραγωγή κρίσιμων υποσυστημάτων στην Ελλάδα, ποια τεχνογνωσία θα μεταφερθεί από τις ισραηλινές εταιρείες, ποιες ελληνικές επιχειρήσεις θα αναλάβουν συγκεκριμένα πακέτα εργασίας και εάν θα αποκτήσουν πρόσβαση στις διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες των κατασκευαστών. Η δημιουργία παραγωγικής βάσης στην Ελλάδα με δυνατότητα εξαγωγών μπορεί να πολλαπλασιάσει την αξία της συμφωνίας, εφόσον η εγχώρια συμμετοχή δεν περιοριστεί στην εκτέλεση της συγκεκριμένης προμήθειας, αλλά οδηγήσει σε συμπαραγωγή, μεταφορά τεχνολογίας και ανάπτυξη ελληνικής πνευματικής ιδιοκτησίας και τεχνογνωσίας, που θα επιτρέψουν στις ελληνικές εταιρείες να διεκδικήσουν μελλοντικά και άλλες ευρωπαϊκές και διεθνείς συμβάσεις.
www.worldenergynews.gr






