Οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να επωφελούνται από υψηλότερα επιτόκια, αν και σε μικρότερο βαθμό σε σχέση με την περίοδο εξόδου από τα αρνητικά επιτόκια - Για την Alpha Bank η τιμή στόχος αυξάνεται στα 5,75 ευρώ από 4,95 ευρώ, για την Εθνική στα 20,80 ευρώ από 18,70 ευρώ και για την Πειραιώς στα 12,25 ευρώ από 11,10 ευρώ, ενώ για την Τράπεζα Κύπρου στα 12,75 ευρώ από 11,60 ευρώ
Η πιστωτική επέκταση στην Ελλάδα διατήρησε την ευρεία δυναμική της το δεύτερο τρίμηνο του 2026, με πρωταγωνιστή τη χρηματοδότηση επιχειρήσεων. Τα εξυπηρετούμενα δάνεια αυξήθηκαν κατά περίπου 9%-14% σε ετήσια βάση στις τέσσερις συστημικές τράπεζες, κατά περίπου 8% στην Bank of Cyprus και κατά 37% στην Optima Bank. Οι δύο τελευταίες, όπως και οι συστημικές τράπεζες, έχουν ήδη καλύψει περίπου το 70% των αντίστοιχων στόχων τους για το σύνολο του 2026.
Η αύξηση των χορηγήσεων, η αξιοποίηση των διαθέσιμων κεφαλαίων σε τίτλους και η ανθεκτικότητα των δανειακών περιθωρίων στήριξαν την άνοδο των καθαρών εσόδων από τόκους (NII) κατά 3%-6% σε τριμηνιαία βάση στις συστημικές τράπεζες. Παράλληλα, τα υποκείμενα έσοδα από προμήθειες ενισχύθηκαν κατά 4%-20%, με κινητήριες δυνάμεις τις συναλλακτικές υπηρεσίες, τα επενδυτικά προϊόντα, τη χρηματοδοτική δραστηριότητα και τις ασφαλιστικές εργασίες.
Η εικόνα αυτή έχει οδηγήσει σε αναθεώρηση προς τα πάνω των προβλέψεων των τραπεζών για το 2026, ενώ η πειθαρχία στο κόστος, η βελτίωση της λειτουργικής αποδοτικότητας, η ποιότητα του ενεργητικού και η δημιουργία κεφαλαίου εξακολουθούν να στηρίζουν τις επιδόσεις τους.
Παρότι η πιστωτική επέκταση αναμένεται να υποχωρήσει από τους εξαιρετικά υψηλούς ρυθμούς του πρώτου εξαμήνου, το τρίτο τρίμηνο εκτιμάται ότι θα παραμείνει ισχυρό, καθώς η αυξημένη δυναμική στο τέλος του δεύτερου τριμήνου θα αποτυπωθεί στα έσοδα από τόκους και προμήθειες του δεύτερου εξαμήνου. Οι εκτιμώμενες αποδόσεις επί των ενσώματων ιδίων κεφαλαίων (RoTE) για το 2026 διαμορφώνονται στο 12%-16,7% για τις συστημικές τράπεζες και στο 17,6%-26,6% για την Bank of Cyprus και την Optima Bank, αντίστοιχα.
Οι αναλυτές διατηρούν σύσταση Buy και για τις πέντε τράπεζες, με αναθεωρημένες τιμές-στόχους για την Alpha Bank στα 5,75 ευρώ, την Εθνική Τράπεζα στα 20,80 ευρώ, την Τράπεζα Πειραιώς στα 12,25 ευρώ, την Optima Bank στα 16,55 ευρώ και την Bank of Cyprus στα 12,75 ευρώ.
Η Optima Bank εμφανίζει την υψηλότερη εκτιμώμενη προσαρμοσμένη απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων (RoTBV), στο 26,6% για το 2026 και 26,4% για το 2027. Για την Πειραιώς, η αντίστοιχη απόδοση εκτιμάται στο 16,3% και 16,9%, ενώ για την Εθνική στο 15,3% και 16,9%. Η Alpha Bank προβλέπεται να ενισχύσει την απόδοσή της από 12% το 2026 σε 13,9% το 2027, ενώ η Bank of Cyprus από 17,6% σε 18,2%.
Σε όρους αποτίμησης, η Alpha Bank διαπραγματεύεται με εκτιμώμενο δείκτη P/E 8,2 φορές τα κέρδη του 2027, η Εθνική με 9,5 φορές, η Πειραιώς και η Bank of Cyprus με 8,8 φορές, ενώ η Optima Bank με 12,4 φορές.
Η επόμενη ημέρα μετά το Ταμείο Ανάκαμψης
Η σταδιακή υποχώρηση της χρηματοδότησης από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF) δεν αναμένεται να προκαλέσει απότομη διακοπή της πιστωτικής επέκτασης. Οι εκτιμήσεις προβλέπουν ότι η αύξηση των εξυπηρετούμενων δανείων στις τέσσερις συστημικές τράπεζες θα επιβραδυνθεί από 8,6% το 2026 σε 7,6% το 2027 και 7% το 2028, αντανακλώντας κυρίως την εξομάλυνση των ρυθμών ανάπτυξης.
Η Ελλάδα έχει λάβει 11,7 δισ. ευρώ από την κατανομή δανείων του RRF, ύψους 17,7 δισ. ευρώ. Οι υπογεγραμμένες συμφωνίες καλύπτουν επενδύσεις 29,2 δισ. ευρώ, οι οποίες χρηματοδοτούνται μέσω δανείων του Ταμείου Ανάκαμψης ύψους 13,2 δισ. ευρώ, τραπεζικής χρηματοδότησης 9,4 δισ. ευρώ και ιδίων κεφαλαίων των επενδυτών 6,6 δισ. ευρώ.
Έως τον Μάιο είχαν εκταμιευθεί 6 δισ. ευρώ, ενώ οι εκταμιεύσεις αναμένεται να συνεχιστούν έως το 2029. Η υφιστάμενη επενδυτική δεξαμενή, επομένως, εκτιμάται ότι θα στηρίξει τις τραπεζικές χορηγήσεις και μετά το 2026.
Επιπλέον, η άμεση συγχρηματοδότηση επενδύσεων μέσω του RRF αντιστοιχούσε μόλις στο 10% περίπου των νέων συμφωνιών τραπεζικών δανείων ορισμένης διάρκειας κατά την περίοδο Ιουλίου 2022 – Φεβρουαρίου 2026. Η αντικατάσταση κεφαλαιουχικού εξοπλισμού, τα ενεργειακά έργα, οι υποδομές, ο εκσυγχρονισμός των επιχειρήσεων και οι ανάγκες κεφαλαίου κίνησης εκτιμάται ότι θα συνεχίσουν να δημιουργούν ζήτηση για χρηματοδότηση.
Στήριξη αναμένεται και από τις δημόσιες επενδύσεις εκτός RRF, οι οποίες έχουν προϋπολογιστεί να αυξηθούν κατά 12%, στα 11 δισ. ευρώ το 2027. Ωστόσο, η πρόσθετη δαπάνη των 1,2 δισ. ευρώ αντισταθμίζει μόνο εν μέρει την απόσυρση επενδυτικών πόρων ύψους 7,2 δισ. ευρώ που συνδέονται με τη λήξη του Ταμείου.
Ο βασικός κίνδυνος εντοπίζεται, σύμφωνα με την ανάλυση, στον χρόνο υλοποίησης των επενδύσεων. Οι πολιτικές διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης ή το ενδεχόμενο επαναληπτικών εκλογών το 2027 θα μπορούσαν να καθυστερήσουν έργα και εκταμιεύσεις.
Οι βασικές προβλέψεις δεν ενσωματώνουν τέτοιες καθυστερήσεις. Σε ένα εναλλακτικό σενάριο, όμως, στο οποίο οι επενδύσεις υπολείπονται των εκτιμήσεων κατά 5% το εκλογικό έτος, η ανάπτυξη του ΑΕΠ θα μειωνόταν κατά περίπου 0,5 ποσοστιαία μονάδα και η πιστωτική επέκταση κατά 0,36 μονάδες. Ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, οι αντίστοιχοι ρυθμοί θα παρέμεναν θετικοί, στο 1,4% και στο 7,2% για το 2027.
Τα επιτόκια στηρίζουν τα έσοδα, αλλά αυξάνεται ο κίνδυνος αποτίμησης
Οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να επωφελούνται από υψηλότερα επιτόκια, αν και σε μικρότερο βαθμό σε σχέση με την περίοδο εξόδου από τα αρνητικά επιτόκια. Ο εντεινόμενος ανταγωνισμός θα μπορούσε, παράλληλα, να περιορίσει μέρος του οφέλους στα καθαρά έσοδα από τόκους.
Με βάση τις παραδοχές για το επιτόκιο διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων της ΕΚΤ (DFR) στο 2,75% στα τέλη του 2026 και στο 2,50% την περίοδο 2027-2028, μια πρόσθετη αύξηση κατά 50 μονάδες βάσης θα ενίσχυε τα κέρδη του 2027 κατά περίπου 2,6%-5%. Αντίστοιχα, άνοδος περίπου 35 μονάδων βάσης θα αρκούσε για να αντισταθμίσει συρρίκνωση των δανειακών περιθωρίων κατά 10 μονάδες βάσης.
Το υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης ενδέχεται να καθυστερήσει οριακά ορισμένες επενδύσεις. Ωστόσο, η πορεία των χορηγήσεων υποδηλώνει ότι η επενδυτική ζήτηση και το διαθέσιμο απόθεμα χρηματοδοτήσεων έχουν μεγαλύτερη σημασία από το απόλυτο επίπεδο των επιτοκίων.
Ενδεικτικά, η πιστωτική επέκταση προς τις επιχειρήσεις είχε φτάσει περίπου στο 13,8% το 2024, όταν το μέσο DFR διαμορφωνόταν στο 3,7%. Τον Αύγουστο του 2026, η αντίστοιχη αύξηση ήταν περίπου 9%, με τον μέσο όρο του επιτοκίου κατά το διάστημα Ιανουαρίου-Αυγούστου να ανέρχεται σε 2,1%. Με βάση αυτά τα δεδομένα, ένα DFR στο 3,25% έως το τέταρτο τρίμηνο του 2027 εκτιμάται ότι θα επιβράδυνε, χωρίς να ανακόψει, τη ζήτηση για δάνεια.
Την ίδια ώρα, η δημοσιονομική αβεβαιότητα στη Γαλλία δημιουργεί βραχυπρόθεσμους κινδύνους για τις αποτιμήσεις. Οι αποδόσεις των ελληνικών δεκαετών ομολόγων έναντι των αντίστοιχων γερμανικών διευρύνθηκαν κατά περισσότερες από 25 μονάδες βάσης, φτάνοντας περίπου στις 95 μονάδες βάσης.
Μια αύξηση κατά 50 μονάδες βάσης στο κόστος ιδίων κεφαλαίων (CoE) θα περιόριζε τις εύλογες αποτιμήσεις των τραπεζών κατά περίπου 4,4%-7%. Εάν, ωστόσο, συνδυαζόταν με ισόποση αύξηση των επιτοκίων της ΕΚΤ, η θετική επίδραση στην κερδοφορία θα περιόριζε τις εναπομένουσες απώλειες αποτίμησης στο 0,4%-3%.
Η ανάλυση αντιμετωπίζει, συνεπώς, τις εξελίξεις κυρίως ως κίνδυνο ανατιμολόγησης των τραπεζικών μετοχών και λιγότερο ως απειλή για τα ίδια τα λειτουργικά τους κέρδη.
Αναβαθμίσεις προβλέψεων και περιθώρια ανόδου έως 34%
Οι προβλέψεις για τα καθαρά κέρδη των ελληνικών τραπεζών την περίοδο 2026-2028 αναθεωρούνται προς τα πάνω κατά περίπου 2%-6%, κυρίως λόγω υψηλότερων καθαρών εσόδων από τόκους, ισχυρότερων προμηθειών και βελτιωμένης λειτουργικής αποδοτικότητας. Πρόσθετη στήριξη στην αύξηση των κερδών ανά μετοχή αναμένεται να προσφέρουν και οι επαναγορές μετοχών.
Μετά την άνοδο περίπου 32% από την αρχή του έτους, οι συστημικές τράπεζες διαπραγματεύονται κατά μέσο όρο στις 9 φορές τα εκτιμώμενα κέρδη του 2027 (P/E) και στις 1,46 φορές τη λογιστική αξία των ενσώματων ιδίων κεφαλαίων (P/TBV). Οι δείκτες αυτοί αντιστοιχούν σε έκπτωση περίπου 14% έναντι των ιταλικών τραπεζών και 12% έναντι των ισπανικών.
Μέρος της διαφοράς αποδίδεται στη χαμηλότερη εκτιμώμενη προσαρμοσμένη απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων για το 2027, περίπου 17% έναντι 18,6% για τις συγκρίσιμες ευρωπαϊκές τράπεζες. Από την άλλη πλευρά, η ισχυρότερη αύξηση των κερδών ανά μετοχή, κατά 11,4% έναντι 9%, και η ταχύτερη πιστωτική επέκταση, περίπου 8% έναντι 4%, στηρίζουν το επιχείρημα υπέρ των ελληνικών τραπεζικών μετοχών.
Η σύσταση παραμένει «Αγορά» για όλες τις τράπεζες που καλύπτει η ανάλυση, με τα περιθώρια ανόδου των τιμών-στόχων να κυμαίνονται από 13% έως 34%.
Η Alpha Bank διατηρεί τη θέση της ως κορυφαία επιλογή. Η μετοχή διαπραγματεύεται περίπου στις 8,2 φορές τα εκτιμώμενα κέρδη του 2027, ενώ ο δείκτης PEG —που συσχετίζει την αποτίμηση με την αναμενόμενη αύξηση των κερδών— διαμορφώνεται περίπου στο 0,49, έναντι 0,82 για τις εγχώριες ομοειδείς τράπεζες.
Παράλληλα, η Alpha Bank εμφανίζει έκπτωση περίπου 25% στον δείκτη P/TBV έναντι των ελληνικών τραπεζών, με σημείο αναφοράς το 1,46x, ενώ προβλέπεται σύνθετος ετήσιος ρυθμός αύξησης των κερδών ανά μετοχή (EPS CAGR) 17% για την περίοδο 2025-2028. Ο συνδυασμός αυτός, μαζί με τη βελτίωση των αποδόσεων, αφήνει περιθώρια σύγκλισης της αποτίμησής της με την υπόλοιπη αγορά.
Καταλύτης για τη μετοχή αναμένεται να αποτελέσει η Ημέρα Επενδυτών της 5ης Νοεμβρίου, κατά την οποία η τράπεζα αναμένεται να παρουσιάσει επικαιροποιημένους στόχους κερδοφορίας και επιστροφής κεφαλαίου στους μετόχους.
www.worldenergynews.gr
Η αύξηση των χορηγήσεων, η αξιοποίηση των διαθέσιμων κεφαλαίων σε τίτλους και η ανθεκτικότητα των δανειακών περιθωρίων στήριξαν την άνοδο των καθαρών εσόδων από τόκους (NII) κατά 3%-6% σε τριμηνιαία βάση στις συστημικές τράπεζες. Παράλληλα, τα υποκείμενα έσοδα από προμήθειες ενισχύθηκαν κατά 4%-20%, με κινητήριες δυνάμεις τις συναλλακτικές υπηρεσίες, τα επενδυτικά προϊόντα, τη χρηματοδοτική δραστηριότητα και τις ασφαλιστικές εργασίες.
Η εικόνα αυτή έχει οδηγήσει σε αναθεώρηση προς τα πάνω των προβλέψεων των τραπεζών για το 2026, ενώ η πειθαρχία στο κόστος, η βελτίωση της λειτουργικής αποδοτικότητας, η ποιότητα του ενεργητικού και η δημιουργία κεφαλαίου εξακολουθούν να στηρίζουν τις επιδόσεις τους.
Παρότι η πιστωτική επέκταση αναμένεται να υποχωρήσει από τους εξαιρετικά υψηλούς ρυθμούς του πρώτου εξαμήνου, το τρίτο τρίμηνο εκτιμάται ότι θα παραμείνει ισχυρό, καθώς η αυξημένη δυναμική στο τέλος του δεύτερου τριμήνου θα αποτυπωθεί στα έσοδα από τόκους και προμήθειες του δεύτερου εξαμήνου. Οι εκτιμώμενες αποδόσεις επί των ενσώματων ιδίων κεφαλαίων (RoTE) για το 2026 διαμορφώνονται στο 12%-16,7% για τις συστημικές τράπεζες και στο 17,6%-26,6% για την Bank of Cyprus και την Optima Bank, αντίστοιχα.
Οι αναλυτές διατηρούν σύσταση Buy και για τις πέντε τράπεζες, με αναθεωρημένες τιμές-στόχους για την Alpha Bank στα 5,75 ευρώ, την Εθνική Τράπεζα στα 20,80 ευρώ, την Τράπεζα Πειραιώς στα 12,25 ευρώ, την Optima Bank στα 16,55 ευρώ και την Bank of Cyprus στα 12,75 ευρώ.
Η Optima Bank εμφανίζει την υψηλότερη εκτιμώμενη προσαρμοσμένη απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων (RoTBV), στο 26,6% για το 2026 και 26,4% για το 2027. Για την Πειραιώς, η αντίστοιχη απόδοση εκτιμάται στο 16,3% και 16,9%, ενώ για την Εθνική στο 15,3% και 16,9%. Η Alpha Bank προβλέπεται να ενισχύσει την απόδοσή της από 12% το 2026 σε 13,9% το 2027, ενώ η Bank of Cyprus από 17,6% σε 18,2%.
Σε όρους αποτίμησης, η Alpha Bank διαπραγματεύεται με εκτιμώμενο δείκτη P/E 8,2 φορές τα κέρδη του 2027, η Εθνική με 9,5 φορές, η Πειραιώς και η Bank of Cyprus με 8,8 φορές, ενώ η Optima Bank με 12,4 φορές.
Η επόμενη ημέρα μετά το Ταμείο Ανάκαμψης
Η σταδιακή υποχώρηση της χρηματοδότησης από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF) δεν αναμένεται να προκαλέσει απότομη διακοπή της πιστωτικής επέκτασης. Οι εκτιμήσεις προβλέπουν ότι η αύξηση των εξυπηρετούμενων δανείων στις τέσσερις συστημικές τράπεζες θα επιβραδυνθεί από 8,6% το 2026 σε 7,6% το 2027 και 7% το 2028, αντανακλώντας κυρίως την εξομάλυνση των ρυθμών ανάπτυξης.
Η Ελλάδα έχει λάβει 11,7 δισ. ευρώ από την κατανομή δανείων του RRF, ύψους 17,7 δισ. ευρώ. Οι υπογεγραμμένες συμφωνίες καλύπτουν επενδύσεις 29,2 δισ. ευρώ, οι οποίες χρηματοδοτούνται μέσω δανείων του Ταμείου Ανάκαμψης ύψους 13,2 δισ. ευρώ, τραπεζικής χρηματοδότησης 9,4 δισ. ευρώ και ιδίων κεφαλαίων των επενδυτών 6,6 δισ. ευρώ.
Έως τον Μάιο είχαν εκταμιευθεί 6 δισ. ευρώ, ενώ οι εκταμιεύσεις αναμένεται να συνεχιστούν έως το 2029. Η υφιστάμενη επενδυτική δεξαμενή, επομένως, εκτιμάται ότι θα στηρίξει τις τραπεζικές χορηγήσεις και μετά το 2026.
Επιπλέον, η άμεση συγχρηματοδότηση επενδύσεων μέσω του RRF αντιστοιχούσε μόλις στο 10% περίπου των νέων συμφωνιών τραπεζικών δανείων ορισμένης διάρκειας κατά την περίοδο Ιουλίου 2022 – Φεβρουαρίου 2026. Η αντικατάσταση κεφαλαιουχικού εξοπλισμού, τα ενεργειακά έργα, οι υποδομές, ο εκσυγχρονισμός των επιχειρήσεων και οι ανάγκες κεφαλαίου κίνησης εκτιμάται ότι θα συνεχίσουν να δημιουργούν ζήτηση για χρηματοδότηση.
Στήριξη αναμένεται και από τις δημόσιες επενδύσεις εκτός RRF, οι οποίες έχουν προϋπολογιστεί να αυξηθούν κατά 12%, στα 11 δισ. ευρώ το 2027. Ωστόσο, η πρόσθετη δαπάνη των 1,2 δισ. ευρώ αντισταθμίζει μόνο εν μέρει την απόσυρση επενδυτικών πόρων ύψους 7,2 δισ. ευρώ που συνδέονται με τη λήξη του Ταμείου.
Ο βασικός κίνδυνος εντοπίζεται, σύμφωνα με την ανάλυση, στον χρόνο υλοποίησης των επενδύσεων. Οι πολιτικές διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης ή το ενδεχόμενο επαναληπτικών εκλογών το 2027 θα μπορούσαν να καθυστερήσουν έργα και εκταμιεύσεις.
Οι βασικές προβλέψεις δεν ενσωματώνουν τέτοιες καθυστερήσεις. Σε ένα εναλλακτικό σενάριο, όμως, στο οποίο οι επενδύσεις υπολείπονται των εκτιμήσεων κατά 5% το εκλογικό έτος, η ανάπτυξη του ΑΕΠ θα μειωνόταν κατά περίπου 0,5 ποσοστιαία μονάδα και η πιστωτική επέκταση κατά 0,36 μονάδες. Ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, οι αντίστοιχοι ρυθμοί θα παρέμεναν θετικοί, στο 1,4% και στο 7,2% για το 2027.
Τα επιτόκια στηρίζουν τα έσοδα, αλλά αυξάνεται ο κίνδυνος αποτίμησης
Οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να επωφελούνται από υψηλότερα επιτόκια, αν και σε μικρότερο βαθμό σε σχέση με την περίοδο εξόδου από τα αρνητικά επιτόκια. Ο εντεινόμενος ανταγωνισμός θα μπορούσε, παράλληλα, να περιορίσει μέρος του οφέλους στα καθαρά έσοδα από τόκους.
Με βάση τις παραδοχές για το επιτόκιο διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων της ΕΚΤ (DFR) στο 2,75% στα τέλη του 2026 και στο 2,50% την περίοδο 2027-2028, μια πρόσθετη αύξηση κατά 50 μονάδες βάσης θα ενίσχυε τα κέρδη του 2027 κατά περίπου 2,6%-5%. Αντίστοιχα, άνοδος περίπου 35 μονάδων βάσης θα αρκούσε για να αντισταθμίσει συρρίκνωση των δανειακών περιθωρίων κατά 10 μονάδες βάσης.
Το υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης ενδέχεται να καθυστερήσει οριακά ορισμένες επενδύσεις. Ωστόσο, η πορεία των χορηγήσεων υποδηλώνει ότι η επενδυτική ζήτηση και το διαθέσιμο απόθεμα χρηματοδοτήσεων έχουν μεγαλύτερη σημασία από το απόλυτο επίπεδο των επιτοκίων.
Ενδεικτικά, η πιστωτική επέκταση προς τις επιχειρήσεις είχε φτάσει περίπου στο 13,8% το 2024, όταν το μέσο DFR διαμορφωνόταν στο 3,7%. Τον Αύγουστο του 2026, η αντίστοιχη αύξηση ήταν περίπου 9%, με τον μέσο όρο του επιτοκίου κατά το διάστημα Ιανουαρίου-Αυγούστου να ανέρχεται σε 2,1%. Με βάση αυτά τα δεδομένα, ένα DFR στο 3,25% έως το τέταρτο τρίμηνο του 2027 εκτιμάται ότι θα επιβράδυνε, χωρίς να ανακόψει, τη ζήτηση για δάνεια.
Την ίδια ώρα, η δημοσιονομική αβεβαιότητα στη Γαλλία δημιουργεί βραχυπρόθεσμους κινδύνους για τις αποτιμήσεις. Οι αποδόσεις των ελληνικών δεκαετών ομολόγων έναντι των αντίστοιχων γερμανικών διευρύνθηκαν κατά περισσότερες από 25 μονάδες βάσης, φτάνοντας περίπου στις 95 μονάδες βάσης.
Μια αύξηση κατά 50 μονάδες βάσης στο κόστος ιδίων κεφαλαίων (CoE) θα περιόριζε τις εύλογες αποτιμήσεις των τραπεζών κατά περίπου 4,4%-7%. Εάν, ωστόσο, συνδυαζόταν με ισόποση αύξηση των επιτοκίων της ΕΚΤ, η θετική επίδραση στην κερδοφορία θα περιόριζε τις εναπομένουσες απώλειες αποτίμησης στο 0,4%-3%.
Η ανάλυση αντιμετωπίζει, συνεπώς, τις εξελίξεις κυρίως ως κίνδυνο ανατιμολόγησης των τραπεζικών μετοχών και λιγότερο ως απειλή για τα ίδια τα λειτουργικά τους κέρδη.
Αναβαθμίσεις προβλέψεων και περιθώρια ανόδου έως 34%
Οι προβλέψεις για τα καθαρά κέρδη των ελληνικών τραπεζών την περίοδο 2026-2028 αναθεωρούνται προς τα πάνω κατά περίπου 2%-6%, κυρίως λόγω υψηλότερων καθαρών εσόδων από τόκους, ισχυρότερων προμηθειών και βελτιωμένης λειτουργικής αποδοτικότητας. Πρόσθετη στήριξη στην αύξηση των κερδών ανά μετοχή αναμένεται να προσφέρουν και οι επαναγορές μετοχών.
Μετά την άνοδο περίπου 32% από την αρχή του έτους, οι συστημικές τράπεζες διαπραγματεύονται κατά μέσο όρο στις 9 φορές τα εκτιμώμενα κέρδη του 2027 (P/E) και στις 1,46 φορές τη λογιστική αξία των ενσώματων ιδίων κεφαλαίων (P/TBV). Οι δείκτες αυτοί αντιστοιχούν σε έκπτωση περίπου 14% έναντι των ιταλικών τραπεζών και 12% έναντι των ισπανικών.
Μέρος της διαφοράς αποδίδεται στη χαμηλότερη εκτιμώμενη προσαρμοσμένη απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων για το 2027, περίπου 17% έναντι 18,6% για τις συγκρίσιμες ευρωπαϊκές τράπεζες. Από την άλλη πλευρά, η ισχυρότερη αύξηση των κερδών ανά μετοχή, κατά 11,4% έναντι 9%, και η ταχύτερη πιστωτική επέκταση, περίπου 8% έναντι 4%, στηρίζουν το επιχείρημα υπέρ των ελληνικών τραπεζικών μετοχών.
Η σύσταση παραμένει «Αγορά» για όλες τις τράπεζες που καλύπτει η ανάλυση, με τα περιθώρια ανόδου των τιμών-στόχων να κυμαίνονται από 13% έως 34%.
Η Alpha Bank διατηρεί τη θέση της ως κορυφαία επιλογή. Η μετοχή διαπραγματεύεται περίπου στις 8,2 φορές τα εκτιμώμενα κέρδη του 2027, ενώ ο δείκτης PEG —που συσχετίζει την αποτίμηση με την αναμενόμενη αύξηση των κερδών— διαμορφώνεται περίπου στο 0,49, έναντι 0,82 για τις εγχώριες ομοειδείς τράπεζες.
Παράλληλα, η Alpha Bank εμφανίζει έκπτωση περίπου 25% στον δείκτη P/TBV έναντι των ελληνικών τραπεζών, με σημείο αναφοράς το 1,46x, ενώ προβλέπεται σύνθετος ετήσιος ρυθμός αύξησης των κερδών ανά μετοχή (EPS CAGR) 17% για την περίοδο 2025-2028. Ο συνδυασμός αυτός, μαζί με τη βελτίωση των αποδόσεων, αφήνει περιθώρια σύγκλισης της αποτίμησής της με την υπόλοιπη αγορά.
Καταλύτης για τη μετοχή αναμένεται να αποτελέσει η Ημέρα Επενδυτών της 5ης Νοεμβρίου, κατά την οποία η τράπεζα αναμένεται να παρουσιάσει επικαιροποιημένους στόχους κερδοφορίας και επιστροφής κεφαλαίου στους μετόχους.
www.worldenergynews.gr






