Οι υπουργοί Οικονομικών και οι διοικητές των κεντρικών τραπεζών της G20 συγκεντρώνονται την Πέμπτη στην Μπανγκόκ της Ταϊλάνδης, εν μέσω μιας αβέβαιης παγκόσμιας κατάστασης που διαμορφώνεται από τον πόλεμο ΗΠΑ-Ισραήλ κατά του Ιράν.
Οι συναντήσεις
Οι συναντήσεις πραγματοποιούνται παράλληλα με τις ετήσιες συνελεύσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) και της Παγκόσμιας Τράπεζας, οι οποίες διεξάγονται στην πρωτεύουσα της Ταϊλάνδης από τις 12 έως τις 18 Οκτωβρίου.
Η G20 είναι ένα οικονομικό φόρουμ που αποτελείται από 19 μεγάλες οικονομίες —συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ, της Κίνας, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Αυστραλίας, της Βραζιλίας, της Ινδίας, της Ιαπωνίας, της Ινδονησίας και της Σαουδικής Αραβίας— καθώς και την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Αφρικανική Ένωση.
Η ομάδα διαθέτει εναλλασσόμενη προεδρία σε ετήσια βάση, η οποία επί του παρόντος ασκείται από τις ΗΠΑ. Συνολικά, οι χώρες της G20 αντιπροσωπεύουν περίπου το 85% του παγκόσμιου Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ) και τα τρία τέταρτα του παγκόσμιου εμπορίου.
Η Παγκόσμια Τράπεζα, η οποία επίσης εδρεύει στην Ουάσιγκτον, λειτουργεί κυρίως ως φορέας παροχής δανείων και επιχορηγήσεων σε αναπτυσσόμενες χώρες. Αριθμεί 189 κράτη-μέλη. Διαφήμιση
Ποιοι θα παρευρεθούν στις συναντήσεις;
Οι περισσότεροι υπουργοί Οικονομικών και διοικητές κεντρικών τραπεζών της G20 θα βρεθούν στην Μπανγκόκ, μαζί με τη Γενική Διευθύντρια του ΔΝΤ, Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, και τον Πρόεδρο του Ομίλου της Παγκόσμιας Τράπεζας, Ατζάι Μπάνγκα. Μια αξιοσημείωτη απουσία από τις συναντήσεις θα είναι αυτή του Υπουργού Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ —του κορυφαίου οικονομικού αξιωματούχου της μεγαλύτερης οικονομίας του κόσμου και προεδρεύουσας χώρας της G20.
Αμερικανοί αξιωματούχοι επικαλέστηκαν «υποχρεώσεις στο εσωτερικό» για την απόφαση του Μπέσεντ να μην παραστεί στις εκδηλώσεις, στις οποίες την Ουάσιγκτον θα εκπροσωπήσουν ο Αναπληρωτής Υπουργός Φράνσις Μπρουκ και η Υφυπουργός Διεθνών Υποθέσεων Έριν Μπράουν.
Η συνάντηση της G20 —μία από τις αρκετές συναντήσεις των υπουργών Οικονομικών της ομάδας που πραγματοποιούνται κάθε χρόνο— θα συμβάλει στη διαμόρφωση της ατζέντας για την κεντρική σύνοδο κορυφής των ηγετών στο Μαϊάμι της Φλόριντα, η οποία θα διεξαχθεί στις 14-15 Δεκεμβρίου.
Τι περιλαμβάνει η ατζέντα;
Οι οικονομικές επιπτώσεις από τον πόλεμο ΗΠΑ-Ισραήλ κατά του Ιράν αναμένεται να κυριαρχήσουν στις συζητήσεις. Οι επιθέσεις σε διάφορα σημεία της Μέσης Ανατολής έχουν ανατρέψει την οικονομική δραστηριότητα σε ολόκληρη την περιοχή, ενώ η διατάραξη της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ έχει οδηγήσει σε απότομη άνοδο των τιμών της ενέργειας παγκοσμίως.
Οι τιμές του αργού πετρελαίου ξεπέρασαν τα 100 δολάρια το βαρέλι για το μεγαλύτερο μέρος των τελευταίων οκτώ μηνών, ασκώντας πιέσεις στα κρατικά ταμεία και στους προϋπολογισμούς των νοικοκυριών, ιδιαίτερα στην περιοχή του Κόλπου και στην υπόλοιπη Ασία.
Ενόψει της συνάντησης, ο Υπουργός Οικονομικών της Αυστραλίας, Τζιμ Τσάλμερς, δήλωσε ότι θα αξιοποιήσει τις συζητήσεις για να ζητήσει τον τερματισμό των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή και το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, «καθώς αυτό είναι που χρειάζεται απεγνωσμένα η παγκόσμια οικονομία».
«Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή έχει καταστροφικές οικονομικές συνέπειες και οδηγεί σε αύξηση των τιμών των καυσίμων, του πληθωρισμού και των επιτοκίων σε όλο τον κόσμο», ανέφερε σε δήλωσή του ο Τσάλμερς. Άλλα ζητήματα που αναμένεται να συμπεριληφθούν στην ατζέντα περιλαμβάνουν τα διογκούμενα επίπεδα χρέους πολλών χωρών, τα οποία υπερβαίνουν το 100% του ΑΕΠ στις ΗΠΑ, τον Καναδά, την Ιαπωνία, την Ιταλία και τη Γαλλία.
Σε ομιλία της την Τετάρτη, η Γκεοργκίεβα προειδοποίησε ότι το αυξανόμενο χρέος αποτελεί απειλή για την παγκόσμια οικονομία και ότι δεν υπάρχει «μαγική» συνταγή που να επιτρέπει στις κυβερνήσεις να αποφύγουν τις αυξήσεις φόρων ή τις περικοπές δαπανών.
Τα μέλη της G20 θα θέσουν επίσης στο τραπέζι πιο συγκεκριμένα, επιμέρους ζητήματα, με βάση τις οικονομικές και γεωπολιτικές τους προτεραιότητες.
Οι ανησυχίες των ΗΠΑ
Οι ΗΠΑ, για παράδειγμα, έχουν επανειλημμένα εκφράσει ανησυχία για τις «παγκόσμιες ανισορροπίες» – μια έμμεση αναφορά στο κρατικά κατευθυνόμενο βιομηχανικό μοντέλο της Κίνας, το οποίο επέτρεψε στους Κινέζους εξαγωγείς να κατακλύσουν τις ξένες αγορές με φθηνά προϊόντα.
Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ υποστηρίζει εδώ και καιρό ότι το μεγάλο εμπορικό πλεόνασμα της Κίνας –το οποίο ανήλθε σωρευτικά στα 938 δισ. δολάρια τον Σεπτέμβριο– αποδεικνύει ότι το διεθνές εμπόριο λειτουργεί εις βάρος των Αμερικανών κατασκευαστών.
Σε δήλωσή του προς το ΔΝΤ την Τετάρτη, ο Μπέσεντ ζήτησε να ληφθούν μέτρα για την αντιμετώπιση των ανισορροπιών στα εμπορικά ισοζύγια. «Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής ανά τον κόσμο διεξάγουν δύσκολες συζητήσεις σχετικά με το πώς μπορούν να διατηρηθούν τα συστήματα που βασίζονται στην αγορά, εν μέσω πολιτικών που προκαλούν στρεβλώσεις —πολιτικών που εφαρμόζονται από ορισμένες οικονομίες—, οι οποίες νοθεύουν τον ανταγωνισμό και πλήττουν την απασχόληση».
Ωστόσο, οι διαιρέσεις και τα αντικρουόμενα συμφέροντα θολώνουν τις προοπτικές για συντονισμό.
Στην τελευταία συνάντηση των υπουργών Οικονομικών της G20 στο Asheville της Βόρειας Καρολίνας (ΗΠΑ), η οποία πραγματοποιήθηκε στις 31 Αυγούστου και την 1η Σεπτεμβρίου, τα κράτη-μέλη δεν κατέστη δυνατόν να εκδώσουν κοινό ανακοινωθέν, καθώς η Κίνα προέβαλε αντιρρήσεις για τη διατύπωση που αφορούσε το εμπόριο.
www.worldenergynews.gr






