Συνολικά, ο πόλεμος με το Ιράν φαίνεται να επαναφέρει στο προσκήνιο μια βασική διαπίστωση της αμερικανικής στρατηγικής: οι Ηνωμένες Πολιτείες δύσκολα μπορούν να εγκαταλείψουν τη Μέση Ανατολή προκειμένου να επικεντρωθούν αποκλειστικά στην Ασία. Αντίθετα, η πρόκληση των επόμενων ετών θα είναι η διατήρηση ισχυρής παρουσίας και επιρροής ταυτόχρονα σε πολλαπλά γεωπολιτικά μέτωπα, σε ένα διεθνές περιβάλλον που γίνεται ολοένα και πιο ασταθές
Στο φόρουμ Shangri-La Dialogue στη Σιγκαπούρη, ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, Πιτ Χέγκσεθ, χαρακτήρισε τον Ειρηνικό ως τη «σημαντικότερη περιοχή του κόσμου».
Η δήλωση αυτή έγινε ενώ ο πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, που διανύει πλέον τον τέταρτο μήνα του, έχει εισέλθει σε μια εύθραυστη φάση εκεχειρίας, με το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ να συνεχίζει να προκαλεί αναταράξεις στην παγκόσμια οικονομία.
Η τοποθέτησή του αναζωπύρωσε τη μακροχρόνια συζήτηση σχετικά με το αν η Ουάσιγκτον πρέπει να μεταφέρει το στρατηγικό της βάρος από τη Μέση Ανατολή προς τον Ινδο-Ειρηνικό.
Ωστόσο, όπως επισημαίνουν αναλυτές, ο παγκόσμιος ρόλος των Ηνωμένων Πολιτειών είναι πολύ πιο σύνθετος από μια απλή επιλογή μεταξύ δύο γεωγραφικών περιοχών. Ο πόλεμος με το Ιράν φαίνεται να επαναφέρει στο προσκήνιο την ανάγκη διατήρησης ισχυρής αμερικανικής παρουσίας σε πολλαπλά μέτωπα.
Ο αντιπρόεδρος Γεωστρατηγικής του Atlantic Council, Matthew Kroenig, υποστηρίζει ότι η σύγκρουση αποδεικνύει πως η Μέση Ανατολή θα παραμείνει βασικό θέατρο της αμερικανικής στρατηγικής για πολλά ακόμη χρόνια.
Από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η Ουάσιγκτον έχει δομήσει τη στρατηγική της γύρω από τρεις κρίσιμες περιοχές: την Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και τον Ινδο-Ειρηνικό, θεωρώντας ότι εκεί συγκεντρώνονται τα σημαντικότερα οικονομικά και γεωπολιτικά συμφέροντα.
Τα τελευταία χρόνια, αρκετοί στρατηγικοί αναλυτές είχαν υποστηρίξει ότι οι ΗΠΑ δίνουν υπερβολική έμφαση στην Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή και ότι θα έπρεπε να επικεντρωθούν περισσότερο στην Ασία, τη δυναμικότερα αναπτυσσόμενη περιοχή του πλανήτη. Υποστήριζαν επίσης ότι η ενεργειακή αυτάρκεια των ΗΠΑ έχει μειώσει την εξάρτησή τους από τη Μέση Ανατολή και ότι η αποτροπή μιας κινεζικής επίθεσης στην Ταϊβάν αποτελεί μεγαλύτερη πρόκληση από την αντιμετώπιση ενός πυρηνικού Ιράν.
Σύμφωνα με τον Kroenig, η επιχείρηση «Epic Fury» αμφισβητεί αυτές τις παραδοχές. Όπως σημειώνει, τόσο οι κυβερνήσεις των Ρεπουμπλικανών όσο και των Δημοκρατικών έχουν διαχρονικά θεωρήσει απαράδεκτη την απόκτηση πυρηνικών όπλων από το Ιράν. Επιπλέον, παρά την αυξημένη αμερικανική παραγωγή ενέργειας, η οικονομία των ΗΠΑ εξακολουθεί να επηρεάζεται από τις αναταράξεις στις διεθνείς αγορές πετρελαίου, καθώς η παγκόσμια αγορά ενέργειας παραμένει αλληλένδετη.
Ο ίδιος επισημαίνει ότι, όταν κρίθηκε απαραίτητο να πληγούν οι υπόγειες πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν, μόνο οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις διέθεταν τις απαραίτητες δυνατότητες. Αυτό, κατά την άποψή του, αποδεικνύει ότι ακόμη και οι ισχυρότεροι περιφερειακοί σύμμαχοι των ΗΠΑ δεν μπορούν να υποκαταστήσουν πλήρως την αμερικανική στρατιωτική ισχύ.
Παράλληλα, εκτιμά ότι η Ουάσιγκτον θα πρέπει να αυξήσει σημαντικά τις αμυντικές δαπάνες και να ενισχύσει τη βιομηχανική της βάση, ενώ ταυτόχρονα να ηγηθεί μιας μεγαλύτερης συνεισφοράς των συμμάχων της στην ασφάλεια της Ευρώπης, της Μέσης Ανατολής και του Ινδο-Ειρηνικού.
Από την πλευρά του, ο αναλυτής του Atlantic Council Markus Garlauskas εκτιμά ότι, παρά τις ανησυχίες πως η μεταφορά στρατιωτικών πόρων στη Μέση Ανατολή αποδυναμώνει την αποτροπή στην Ασία, η κατάσταση δεν είναι τόσο αρνητική όσο παρουσιάζεται.
Όπως υποστηρίζει, η Κίνα εξακολουθεί να απέχει αρκετά χρόνια από το να αποκτήσει την απαραίτητη στρατιωτική ετοιμότητα για μια επιτυχημένη επιχείρηση κατά της Ταϊβάν. Επιπλέον, ο πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ βρίσκεται στη διαδικασία αναδιοργάνωσης της στρατιωτικής ηγεσίας της χώρας και ενίσχυσης του πυρηνικού της οπλοστασίου, γεγονός που υποδηλώνει ότι το Πεκίνο δεν είναι έτοιμο για μια άμεση στρατιωτική αναμέτρηση.
Αντίστοιχα, η Βόρεια Κορέα παραμένει απασχολημένη με τη στήριξη της Ρωσίας στον πόλεμο της Ουκρανίας και με τη δική της στρατιωτική ανάπτυξη, γεγονός που περιορίζει τις πιθανότητες μιας άμεσης κλιμάκωσης στην κορεατική χερσόνησο.
Ο Garlauskas θεωρεί ότι ο πόλεμος με το Ιράν μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για την ενίσχυση της αποτροπής στην Ανατολική Ασία. Μεταξύ των προτεραιοτήτων που προτείνει περιλαμβάνονται η συνέχιση της πολιτικής αποτροπής ενός πυρηνικού Ιράν, η σημαντική αύξηση των αποθεμάτων πυραυλικών αναχαιτιστών και συστημάτων αντι-drone, η ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας των συμμάχων των ΗΠΑ στην Ασία μέσω εξαγωγών αμερικανικού LNG και ανάπτυξης πυρηνικής ενέργειας, καθώς και η μεταφορά πολύτιμων στρατιωτικών εμπειριών από το μέτωπο της Μέσης Ανατολής προς τους συμμάχους στον Ινδο-Ειρηνικό.
Κατά την εκτίμησή του, οι επιχειρήσεις κατά του Ιράν προσφέρουν πολύτιμα διδάγματα για τις μελλοντικές συγκρούσεις υψηλής έντασης και μπορούν να ενισχύσουν την εμπιστοσύνη των συμμάχων των ΗΠΑ στην περιοχή απέναντι στις αυξανόμενες προκλήσεις από την Κίνα και τη Βόρεια Κορέα.
Συνολικά, ο πόλεμος με το Ιράν φαίνεται να επαναφέρει στο προσκήνιο μια βασική διαπίστωση της αμερικανικής στρατηγικής: οι Ηνωμένες Πολιτείες δύσκολα μπορούν να εγκαταλείψουν τη Μέση Ανατολή προκειμένου να επικεντρωθούν αποκλειστικά στην Ασία. Αντίθετα, η πρόκληση των επόμενων ετών θα είναι η διατήρηση ισχυρής παρουσίας και επιρροής ταυτόχρονα σε πολλαπλά γεωπολιτικά μέτωπα, σε ένα διεθνές περιβάλλον που γίνεται ολοένα και πιο ασταθές.






